Πώς παρασύρθηκα στη δίνη μιας καταστροφικής λατρείας

Loading...


Ο Nick Skinner μιλά για πρώτη φορά για τη ζωή του σε μια σέκτα στην Κόστα Ρίκα

Καθισμένος σε μια αγροικία στην περιοχή Cotswolds στη νοτιοδυτική – κεντρική Αγγλία, ο Νικ Σκίννερ εξηγεί πώς ένας ευφυής άντρας, από τη μεσαία τάξη, θα μπορούσε να πιαστεί στα πλοκάμια μιας καταστροφικής λατρείας στην Κόστα Ρίκα, να υποστεί πλύση εγκεφάλου, να καταλήξει με τάσεις αυτοκτονίας και να αγωνίζεται ν’ αποκτήσει την κηδεμονία του παιδιού του.

«Οι άνθρωποι δεν πάνε γυρεύοντας να ενταχθούν σε μια καταστροφική λατρεία», λέει. «Αντίθετα, άνθρωποι – συχνά ιδεαλιστές – από περιέργεια καταλήγουν να στρατολογηθούν σε κάποια οργάνωση και στη συνέχεια καταστρέφεται η ζωή τους.Αυτό σίγουρα έχει συμβεί σε μένα».

Ο Νικ, 38 χρόνων, αποφάσισε να μιλήσει για πρώτη φορά για την εμπειρία του, επειδή πιστεύει ότι υπάρχει μεγάλη παρεξήγηση και άγνοια για τον τρόπο που οι καταστροφικές λατρείες (cults) προσηλυτίζουν ανθρώπους και στρατολογούν μέλη. «Υπάρχουν πάρα πολλές καταστροφικές λατρείες – σέκτες σήμερα, που ασκούν προσηλυτισμό στους πάντες, από φοιτητές μέχρι ηλικιωμένους και ο αριθμός τους αυξάνεται συνεχώς».

Ο Νικ ήταν ένας ιδεαλιστής φοιτητής. Γιος οδοντιάτρου, μεγάλωσε στο Ντέβον στη Νότια Αγγλία, όπου πέρασε τα σχολικά του χρόνια ως οικότροφος σε ρωμαιοκαθολικό Σχολείο. Γύρω στα είκοσι του, ύστερα από ένα σύντομο πέρασμα στο Πανεπιστήμιο, αποφάσισε με τη φίλη του Allie να ταξιδέψουν σε διάφορα μέρη του κόσμου. Ούτε ο ερχομός ενός μωρού μπόρεσε να σταματήσει την περιπλάνησή τους.

Μόλις λίγους μήνες μετά τη γέννηση του γιου τους Όσκαρ, το ζευγάρι έφυγε για την Κόστα Ρίκα. Μιλώντας με συνταξιδιώτες τους, άκουσαν για ένα «βιολογικό καταφύγιο» σε κάποια απομακρυσμένη περιοχή της χώρας, όπου εκεί κατοικούσε μια κοινότητα.
«Πάντα ήμουν ένας ένθερμος περιβαλλοντιστής και υποστηρικτής της φυσικής ζωής» αναφέρει ο Νικ, ο οποίος τώρα διδάσκει τεχνικές και δεξιότητες επιβίωσης σε αντίξοες φυσικές συνθήκες. «Το κοινόβιο φάνταζε καταπληκτικό. Ήταν αυτάρκες, σ’ ένα δασικό περιβάλλον. Είχαν κατσίκες και βοηθούσαν τους ντόπιους. Έπρεπε οπωσδήποτε να το δούμε» δήλωσε.

Το ζεύγος βρήκε κάποιο τρόπο κι έφτασε στο καταφύγιο. «΄Ηταν απίστευτα όμορφο και σε συνάρπαζε αμέσως, γεμάτο ζωή, χαρούμενους ανθρώπους που ζούσαν σε απλά σπίτια φτιαγμένα από δένδρα που έριξε κάτω ο άνεμος. Δεν υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα, ραδιόφωνο ή τηλεόραση. Η Άλλυ κι εγώ είμασταν απένταροι, έτσι όταν μας πρότειναν να μείνουμε ως εθελοντές μας φάνηκε σαν όνειρο.

«Στην κοινότητα υπήρχε κώδικας ντυσίματος», συνεχίζει. «Πολύ κοντά μαλιά και γένια για τους άνδρες – ο ιδρυτής της σέκτας δεν ήθελε να μας βλέπει ο έξω κόσμος σαν χίππυς – και μακρυά μαλλιά για τις γυναίκες, ενώ η ‘σεμνότητα’ υπαγόρευε μακρυά φορέματα που να καλύπτουν τα πόδια. Η όλη εικόνα ήταν επιστημονική και επαγγελματική».

Ο καταυλισμός φαινόταν καλά οργανωμένος, με τις οικογένειες, τους ανύπανδρους άνδρες και τις ανύπανδρες γυναίκες να ζουν σε ξεχωριστά οικήματα. Εκτός από Κοσταρικανούς, υπήρχαν Αμερικανοί και μια Ολλανδέζα.

Το πρώτο βράδυ, ο Νικ και η Άλλυ έλαβαν μέρος σε μια ομαδική συζήτηση που τελείωσε με σύντομο διαλογισμό. «Έμοιαζε λίγο σαν μάθημα γιόγκας. Μας δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι βρεθήκαμε ανάμεσα σε μερικούς πολύ καλούς ανθρώπους που καλωσόριζαν δύο σκληρά-εργαζόμενους Ευρωπαίους στην κοινότητά τους».

Όλοι ακολουθούσαν καθορισμένα χρονοδιαγράμματα και έδωσαν στο ζευγάρι οδηγίες και κατευθυντήριες γραμμές για την κοινοβιακή ζωή, τα γεύματα και το πρόγραμμα εργασιών. «Όταν πλέον μπήκαμε στη ροή του προγράμματος, οι διαλογισμοί έγιναν πιο έντονοι. Στην αρχή μιλούσαμε πολύ λίγα Ισπανικά, έτσι δεν καταλαβαίναμε και πολλά πράγματα. Οι συνθήκες ήσαν χαλαρές στην αρχή, αλλά σταδιακά χάναμε όλο και περισσότερο την ελευθερία μας».

Σύντομα ανατέθηκε στο ζευγάρι ο προσωπικός του καθοδηγητής (tutor), που το βοηθούσε να «ενσωματωθεί». «Στην αρχή μας βοηθούσε σε πρακτικά θέματα, αλλά σύντομα άρχισε να μας μυεί στα δόγματα και τις πεποιθήσεις της ομάδας. Ήταν ένα συνονθύλευμα από τα πάντα, από Βουδισμό μέχρι Χριστιανισμό. Ποτέ δεν μας υπαγόρευαν κάτι. Νοιώθαμε ότι η δική μας φιλοπεριέργεια μας οδηγούσε ν’ ανακαλύπτουμε και να αντιλαμβανόμαστε τα πράγματα. ΄Ενα μήνα αργότερα ρωτήσαμε άν θα μπορούσαμε να μείνουμε εκεί μόνιμα…».

Ο Νικ και η Άλλυ ανακάλυψαν ότι η κοινότητα είχε ιδρυθεί τη δεκαετία του 1980. Ο ιδρυτής είχε πείσει την αρχική ομάδα ν’ ακολουθήσει τις διδασκαλίες του: Να εγκαταλείψουν την μέχρι τότε προσωπική τους ζωή, να παρατήσουν τις δουλειές τους, να πωλήσουν τα πάντα και να συνενώσουν τους πόρους τους για ν’ αγοράσουν ένα κομμάτι γης και να εγκατασταθούν σ’αυτό.

Για να γίνουν αποδεκτοί στην ομάδα, ζητήθηκε από το Νικ και την Άλλυ να κάνουν από μία εφ άπαξ πληρωμή 500 στερλινών ο καθένας, για να καλύψουν τα έξοδα διαβίωσής τους και να εξοπλίσουν την καμπίνα τους. Υπήρχε ένας λεπτομερής κατάλογος με πράγματα που χρειάζονταν, όπως δύο φτυάρια (ή αξίνες) και μια διπλή εστία ψησίματος. Όπως και το ντύσιμο, έτσι και όλες οι καλύβες έπρεπε να είναι πανομοιότυπες.

Ο Νικ δεν είχε τα χρήματα, έτσι επέστρεψε στην Αγγλία για να εργαστεί στο εργοστάσιο ενός εξαδέλφου του. Όταν επέστρεψε στον καταυλισμό δύο μήνες αργότερα, βρήκε την Άλλυ αλλαγμένη. Είχε γίνει όπως τους άλλους.

«Ίσως αυτή η αλλαγή να είχε γίνει από την αρχή και να μην το είχα προσέξει προηγουμένως. Τώρα επέμενε πιο πολύ στις νέες της πεποιθήσεις. Αποκαλούσε τον αρχηγό – ένα ‘χαρισματικό’ 30χρονο – ο ‘αφέντης, ο κύριος, ο διδάσκαλος’ (‘The Master’) ενώ εμένα με κρατούσε σε απόσταση και ήταν ιδιαίτερα συγκρατημένη στη σχέση μας και στα συναισθήματα της».
Σύντομα, το ζευγάρι αντιλήφθηκε ότι το φαγητό που τους έδιναν ήταν ελάχιστο. Όταν ζήτησαν μεγαλύτερη ποσότητα φαγητού (χορτοφαγία),τους κατηγόρησαν για απληστία. Εν τω μεταξύ, το νέο πρόγραμμα προνοούσε εγερτήριο στις 3.30 το πρωί για διαλογισμό, κηρύγματακαι παραβολές.

«Μας είχαν πει, γιατί να κοιμάστε, όταν μπορείτε να κάνετε κάτι χρήσιμο;» λέει ο Νικ. «Τώρα αντιλαμβάνομαι ότι είχαμε εξασθενήσει από τη στέρηση ύπνου και την πενιχρή διατροφή, κι έτσι γίναμε πολύ αδύναμοι για ν’ αντισταθούμε στη βία και τον εξαναγκασμό. Μας μιλούσαν για το πώς ο καταναλωτισμός κατέστρεφε τον κόσμο, για αναδάσωση και ανάκαμψη των γεωργικών καλλιεργειών, πώς να δημιουργήσουμε ένα αρμονικό τρόπο ζωής – όλα τα θέματα που βρίσκαμε συναρπαστικά».

«Αυτά, ήσαν η εξωτερική όψη της σέκτας. Το εσωτερικό, απόκρυφο πρόσωπό της, αφορούσε προσωπική αυτοανάπτυξη, πνευματική ανέλιξη, πώς να γίνεις το τέλειο ανθρώπινο ον, ενώ ο αρχηγός αποτελούσε ένα είδος ζωντανού υποδείγματος για το σκοπό αυτό. Αν τον αμφισβητούσες, δεν το ανεχόταν και τα μέλη εξοστρακίζονταν και τους απέφευγαν όλοι, σαν τιμωρία».

Ο Νικ έτρωγε ελάχιστα και είχε εξαντληθεί τελείως λόγω της χειρωνακτικής εργασίας, των πολεμικών τεχνών και των μεγάλων διαδρομών που διήνυαν τροχάδιν σαν μέρος του προγράμματος.Είχε χάσει πάρα πολύ βάρος. Στο πίσω μέρος του μυαλού του υπήρχε πάντα η αμφισβήτηση, αλλά την αποσιωπούσε για να μην επηρεάσει την οικογένειά του.
Η Άλλυ, από την άλλη, είχε μετατραπεί σε τυφλή οπαδό. Οι σχέσεις τους έγιναν πολύ τεταμένες και μετακόμισε στο χώρο διαμονής των ανύπανδρων γυναικών. Ο Νικ μπορούσε ακόμα να επισκέπτεται το γιο του, αλλά στη συνέχεια αυτό κατέστη δύσκολο και η Άλλυ τον κατηγορούσε ότι την «κατασκόπευε». Σύντομα του απαγορεύτηκε τελείως να βλέπει τον μικρό ΄Οσκαρ…

«Προσπάθησα να κερδίσω την αποδοχή του αρχηγού της σέκτας, αλλά ήταν δύσκολο καθώς χρησιμοποιούσε ψυχολογικά κόλπα με ανταμοιβές για τη συμμόρφωση στις οδηγίες του και τιμωρίες για ‘εγκλήματα’όπως η αμφισβήτηση των διδασκαλιών του. Όταν πέτυχα να φέρω τον εαυτό μου σε μια κατάσταση ‘αποδοχής’, όλα μου φαίνονταν τόσο λογικά – και όταν βλέπεις πόσο συνδεδεμένοι είναι όλοι μεταξύ τους, πόσο στενά συνδέονται μεταξύ τους και εσύ δεν είσαι μέλος της ομάδας, τότε θέλεις να γίνεις. Κάνεις ό,τι μπορείς για να σε δεχτούν. Αλλά, όσο σκληρά κι αν προσπάθησα να δώσω όλο τον εαυτό μου στην ομάδα, ένα μέρος του μυαλού μου πάντα αντιστεκόταν».

Πέρασε ένας χρόνος και ο Νικ έγινε πιο υποχωρητικός. Ήταν η εποχή με τη μεγαλύτερη ενασχόληση με την ομάδα. Εντούτοις, οι αρχηγοί δεν ήσαν πλήρως πεπεισμένοι και έστειλαν τον Νικ πίσω στην Αγγλία, για να εργαστεί σε μια περιβαλλοντική μελέτη για ένα χρόνο και να επιστρέψει όταν θα ξεκαθάριζε μέσα του τι ήθελε.

«Είχα μάθει ν’ αποξενώνομαι συναισθηματικά, το οποίο είναι κάτι που ενθαρρύνουν (για να διασπούν τους οικογενειακούς και φιλικούς δεσμούς), αλλά ήμουν πολύ λυπημένος που άφηνα τον Όσκαρ. Δεν με άφηναν να τον πάρω μαζί μου. Όταν έφτασα στο πατρικό μου, οι γονείς μου θορυβήθηκαν από τη φυσική μου κατάσταση. Είχα γίνει πετσί και κόκκαλο. Δεν το ήξερα τότε, αλλά είχαν ζητήσει επαγγελματική βοήθεια για το πώς να χειριστούν εμένα και την κατάστασή μου και τους είχαν πει ότι το να με προκαλέσουν θα ήταν το χειρότερο πράγμα που θα μπορούσαν να κάνουν. Έτσι αποφάσισαν να μην επέμβουν και απλώς να ελπίζουν ότι μια μέρα θα καταλάβαινα.

Ο Νικ επέστρεψε στην ομάδα ένα χρόνο αργότερα. Η σκέψη ότι θα αποξενωνόταν από το γιο του τον κατέτρωγε, έτσι έκανε υποταγή στον «προσωπικό καθοδηγητή του», ο οποίος τελικά έπεισε τον αρχηγό να τον αφήσει να μείνει.

«Δεν αμφισβητούσα τίποτα και ο αρχηγός ήταν ευχαριστημένος.Σταμάτησα ν’ ακούω τη φωνή μέσα μου που τους ενοχλούσε και συνέχισα έτσι για ακόμα δύο χρόνια, πιστεύοντας ότι μάθαινα πώς να γίνω ένα τέλειο άτομο. Μας έλεγαν ότι πλησίαζε το τέλος του κόσμου. Είμασταν τόσο αποκομμένοι από τον κόσμο, χωρίς εφημερίδες ή οτιδήποτε άλλο. Το μόνο που είχαμε ήταν οι πεποιθήσεις της ομάδας. Όσο πιο πολύ καιρό είσαι υπό την επίδραση μιας λατρείας (cult) τόσο πιο δύσκολο είναι να φύγεις. Νομίζεις ότι είσαι ένα εξελιγμένο ον και ότι ο έξω κόσμος είναι χωρίς νόημα ή σημασία. Επίσης, ένα μεγάλο μέρος του εαυτού σου δε θέλει να παραδεχτεί ότι όλα αυτά είναι σκουπίδια και ανοησίες και ότι θα ήταν λάθος ν’ αποδεχτείς ότι όλα ήσαν ψέμα, να παραδεχτείς ήττα».

Τελικά ο Νικ συνδέθηκε με το Ντάννυ, ένα άλλο μέλος που ήταν απογοητευμένο με την κοινότητα. «Μιλώντας μαζί του, το μυαλό μου άρχισε να δουλεύει. Άρχισα να αμφισβητώ πράγματα που μου είχαν πει. Για παράδειγμα, ο αρχηγός είχε πει ότι είχε ένα ατύχημα όταν ήταν παιδί και τον είχαν δηλώσει ως κλινικά νεκρό, ότι ήταν μια ψυχή από άλλο πλανήτη – ανοησίες φυσικά, αλλά όταν μας τα έλεγαν είμασταν τόσο προχωρημένοι που τα πιστέψαμε. Η στρατολόγηση (ένταξη στην ομάδα) είναι μια αργή, σταθερή διαδικασία, σαν να ολισθαίνεις όλο και βαθύτερα στην ομάδα και χωρίς να το καταλάβεις, τέτοια ‘γεγονότα’ θεωρούνται αληθοφανή. Αυτό που δεν ξέρεις στην αρχή είναι ότι όλοι οι άλλοι συμμετέχουν σ’αυτό κι έτσι στρατολογείσαι από ολόκληρη την ομάδα. Θυμάμαι που είχε έλθει μια Αμερικανίδα και όλοι τη στρατολογούσαμε κι εγώ μαζί. Είχα γίνει ένας από αυτούς».

Ο Νικ ήξερε ότι έπρεπε να φύγει με το μικρό Όσκαρ, έτσι επικεντρωνόταν στο να είναι εξαιρετικά «καλός». Πέτυχε. Ο αρχηγός συμφώνησε να πάρει ο Νικ τον Όσκαρ στην Αγγλία για διακοπές.

Όταν ο Νικ έφτασε στο σπίτι του ήταν πολύ συγχισμένος, τη μια στιγμή βλέποντας τον έξω κόσμο με τα μάτια της οργάνωσης και το επόμενο λεπτό με κριτική σκέψη. «Στο σπίτι όλοι μου φαίνονταν τόσο καλομαθημένοι. Μας είχαν κάνει πλύση εγκεφάλου και πιστεύαμε ότι οι γονείς μας ήσαν πολύ αρνητικοί, που δεν ήσαν – όλα ήσαν μέρος της αποδοχής μας από την ομάδα, το να αποξενωθούμε από εκείνους που ενδιαφέρονταν για μας. Δεν είχα καμία επαφή με τους γονείς μου για ένα χρόνο, καθώς τα γράμματά τους έμεναν αδιάβαστα στο ταχυδρομείο σε μια πόλη που απείχε δύο ώρες με τα πόδια».

Πέρασαν τρεις μήνες. Έφθασε η ώρα να επιστρέψει στην Κόστα Ρίκα, αλλά ο Νικ ήξερε ότι δεν θα έφευγε. Επικοινώνησε με τους γονείς της Άλλυ για να τους εξηγήσει και εκείνοι τον κάλεσαν στο σπίτι τους για να συζητήσουν την κατάσταση. Δεν του είχαν πει ότι η Άλλυ θα βρισκόταν επίσης εκεί και άρπαξε το αγοράκι.

Ακολούθησε μια οκτάμηνη δικαστική μάχη. Επετράπη στο Νικ να βλέπει τον Όσκαρ μόνο στην παρουσία παιδοψυχολόγου. Σκέψεις αυτοκτονίας πέρασαν από το μυαλό του.
«Αυτή η ομάδα δεν σκόπευε στα χρήματα αλλά στην εξουσία. Οι καταστροφικές λατρείες στοχεύουν σε έξυπνους νέους ανθρώπους που συνήθως ψάχνουν για κάτι. Οποιοσδήποτε μπορεί να στρατολογηθεί. Δεν υπάρχει ‘ανοσία’».

Στη συνέχεια η αδελφή της Άλλυ επισκέφθηκε την ομάδα στη Κόστα Ρικα και όταν επέστρεψε κατέθεσε στο δικαστήριο ότι πίστευε ότι ο Όσκαρ θα ήταν καλύτερα να βρισκόταν με τον πατέρα του. Ο Όσκαρ τέθηκε υπό την κηδεμονία του Δικαστηρίου.

Εν τω μεταξύ, ο Νικ άρχισε σιγά σιγά να ξανακτίζει τη ζωή του. Γνωρίστηκε με την Σαβάννα Μίλλερ, τη γνωστή σχεδιάστρια μόδας και παντρεύτηκαν το 2005. Τώρα έχουν τρία παιδιά καθώς και τον Όσκαρ που σήμερα είναι 16 χρόνων και εξακολουθεί να ζει μαζί τους.

*Μερικά ονόματα έχουν αλλαχτεί