Ξανά στα σχολεία…

Loading...


– Γιατί στέκεις ακίνητη κι αμίλητη; Πού είναι τα ;

Η τσουλήθρα στην παιδική χαρά μόλις είχε ξυπνήσει καθώς ο ήλιος του της χάιδευε τα πολύχρωμα καγκελάκια της. Κοιτούσε περίεργα την κούνια δίπλα της που στεκόταν ακίνητη στα δυο της καθισματάκια κι ούτε μιλούσε ούτε λαλούσε.

– Μα ξέχασες; Σήμερα είναι 11 Σεπτεμβρίου κι ανοίγουν τα σχολεία… Τα παιδιά έχουν αγιασμό στα τους. Λες να μας ξεχάσουν πια και να μην έρχονται να μας κουνάνε, να μας ξεφωνίζουν και να μας ταρακουνούν με τα παιχνίδια τους;

-Καλά κυρα-Κούνια μου, μην αρρωστήσεις κιόλας, της είπε χαρούμενη η ξύλινη τραμπάλα, τα παιδιά πάντα θα παίζουν και πάντα θα λαχταρούν τη συντροφιά μας, αφού είναι παιδιά, το λέει και τ’ όνομά τους…

Ένα σπουργιτάκι φτερούγισε χαρούμενα και τίναξε τα φτεράκια του να ζεσταθούν στον ήλιο που όλο κι ανέβαινε στον ουρανό και στάθηκε πάνω στο λαμαρινένιο κορμί της τσουλήθρας, που άρχισε να πυρώνει από το δυνατό ήλιο.

– Υπομονή παιχνίδια μου… Το απόγευμα, όταν τελειώνουν τα μαθήματά τους πάλι σε σας θα έρχονται. Μη σας πω για γιορτές, Χριστούγεννα και Πάσχα που θα έχουν διακοπές από το σχολείο. Όλα σε σας θα έρχονται και θα το γιορτάζουν χαρούμενα. Κι όταν έρθει το καλοκαίρι πάλι, εκεί να δεις παιχνίδι!

– Καλά τα λέει το σπουργίτι, καιρός να κάνουμε κι εμείς λίγες διακοπές, ν΄ ανανεωθούμε, ξαναμίλησε η πολύχρωμη τραμπάλα και τέντωσε τα ξυλένια καθισματάκια της να τα χαϊδέψει περισσότερο ο λαμπερός ήλιος του Σεπτεμβρίου…

– Υπομονή λοιπόν και διακοπές από σήμερα 11 Σεπτεμβρίου, είπε κι η κούνια αναστενάζοντας, καθώς το απαλό αεράκι κουνούσε τις αλυσιδίτσες της απαλά…

Ένα, δύο, τρία, φάνηκαν τα θρανία!
Ένα, δύο, τρία, ανοίγουν τα σχολεία!
Ένα, δύο, τρία, στις διακοπές τελεία.
Ένα, δύο, τρία, μετράω πια βιβλία.
Ένα, δύο, τρία, καλοκαιράκι γεια σου!
Ένα, δύο, τρία, του χρόνου πια η σειρά σου!
Ένα, δύο, τρία, τη σάκα μου γεμίζω
Ένα, δύο, τρία, στην τάξη μου γυρίζω!
Ένα, δύο, τρία, δάσκαλοι, συμμαθητές
Ένα, δύο, τρία, ανταμώνουν με χαρές!

Καλή σχολική χρονιά