Καρφωμένος στη γηv

Loading...


ΣΑΝ ΤΟΝ

π. Παύλος Κουμαριανός

 στη γη. Δεμένος σαν τον Γκιούλιβερ.

Όχι ένα σχοινί, αλλά σχεδόν εκατό, ίσως και πιο πολλά, ίσως άπειρα.
Σχοινιά πολλά για όλα τα μέλη μου, για κάθε κομμάτι του εαυτού μου πολλά σχοινιά.

Κάθε κομμάτι μου δεμένο με πολλά σχοινιά, ακινητοποιημένο, σίγουρο ότι δεν θα κινηθεί ανεξέλεγκτα!
Σχοινιά κρατούν τα χέρια μου. Σχοινιά τα πόδια μου. Ακίνητα στη γη.
Σχοινιά τη μέση μου, την κοιλιά μου. Σχοινιά το κεφάλι μου.
Ακίνητος, ξάπλα στο έδαφος
Είμαι ξάπλα ακινητοποιημένος!

Βλέπω τον ουρανό! Αλλά αναγκαστικά!
Δεμένος να βλέπω τον ουρανό, θέλω δεν θέλω.
Δεν ξέρω αν θα απελευθερωθώ ποτέ. Πρέπει να μάθω τα σχοινιά.
Ποιος είναι το καθένα απ’ αυτά;
Ποιοι δένουν την κάθε κίνηση των χεριών μου, το κάθε βήμα των ποδιών μου ;
Ποιοι δένουν την κάθε ανάσα της ψυχής μου, το κάθε σκίρτημα της καρδιάς μου;
Ποιοι δένουν την κάθε επιθυμία μου, την κάθε στροφή της ματιάς μου;
Ποιοι δένουν την κάθε λέξη μου; Τον Λόγο ποιοί τον δένουν.

Ποιοι δένουν τ’ αυτιά μου; Ποιοί μου κρατάνε μακριά τις φωνές αυτών που φοβούνται;
Ποιοι δένουν το μυαλό μου, ποιοι τρέμουν τις σκέψεις μου;
Είναι αυτοί που θέλουν να ξέρουν πάντα που πας;
Είναι αυτοί που θέλουν πάντα να ξέρουν τι λες, σε ποιόν μιλάς;
Είναι αυτοί που θέλουν πάντα να ξέρουν σε ποιους το χέρι σου απλώνεις, ποιούς αγκαλιάζεις, ποιούς χαιρετάς;
Είναι αυτοί που θέλουν πάντα να ξέρουν που προσηλώνεις την ματιά σου; Ποιόν, ποιάν θαυμάζεις, σε ποιό βλέμμα ακουμπάς;
Είναι αυτοί που θέλουν πάντα να ξέρουν τι σκέφτεται ο νους σου
και τι αισθάνεται η καρδιά σου;
Είναι αυτοί που ακριβοπληρωμένο χαφιέ βάζουν πίσω σου και την καρδιά τους που όλα τα ξέρει δεν ακούν;
, λοιπόν, στο που, πώς, πότε, γιατί, για πόσο, με ποιους, με τι, γιατί αυτών; Μαχαίρι το γιατί που τα σπλάχνα σου ματώνει;
Μη με ρωτάς «γιατί»! Δεν ξέρω! Κανείς δεν ξέρει.
Όσο πηγαίνεις πιο βαθειά, στης ύπαρξης το ένα
Δεν πιάνουν τα «γιατί», είναι ανέφικτα στο ένα!
Μα όλοι το θέλουμε αυτό για κάποιον άλλον ή κάποιαν άλλη!
Θέλουμε κάποιον ή κάποια σίγουρα δικό μας ή δική μας.
Αυτό σημαίνει άνθρωπος: ο Λιλιπούτειος που ψάχνει για έναν Γκιούλιβερ στη ζωή του. Δικό του! Κατά-δικό του! Κατάδικο!
Και γι’ αυτό, όταν τον βρούμε, τον δένουμε ανάσκελα πάνω στη γη,
τον δένουμε σχολαστικά κομμάτι του, κομμάτι.
Δεν θα μας ξεφύγει τίποτα, ούτε βήμα, ούτε βλέμμα, ούτε αίσθημα ούτε σκέψη!
Να τος, ο γίγαντας ο Άλλος. Δικός μας! Δεμένος δικός μας!
Ανάσκελα, ώστε σαν παραπονεθεί, να του πούμε: τι μιλάς; εσύ βλέπεις ουρανό!
Τον Γκιούλιβερ της ζωής μας τον αγαπάμε, αλλά και τον φοβόμαστε!
Κι έτσι τον δένουμε μη φύγει!
Αν όμως εγώ δεν είμαι ο τρομαγμένος Λιλιπούτειος
αλλά είμαι ο γίγαντας ο Γκιούλιβερ, τότε τι κάνω!
Για μένα τα σχοινιά είναι λεπτές κλωστούλες, και οι Λιλιπούτειοι είναι νάνοι.
Δεν σπάω τα σχοινιά, απότομα, κοφτά. Δεν τινάζομαι όρθιος, ανκαι μπορώ!
Μένω ξαπλωμένος, περιμένοντας…
Μπορώ, αλλά δεν θέλω, όπως είμαι, με Λιλιπούτειους γύρω και πάνω μου σκαρφαλωμένους
δεν θέλω μ’ ένα μου πέταγμα να σηκωθώ,
ελεύθερος, όρθιος να σταθώ…
και κάποιον Λιλιπούτειο μικρό να τραυματίσω!