Η προσκύνηση του Χριστού από τους Μάγους και η δική μας προσκύνηση

Loading...


Toυ Αχιλλέα Πιτσίλκα Δ.Θ.

Η γέννηση του Χριστού, όπως είναι γνωστό, είναι το μεγαλύτερο κοσμοϊστορικό γεγονός όλων των αιώνων, εφόσον «ο Θεός εφανερώθη εν σαρκί» (1 Τιμ. 3,16) στον κόσμο.

Είναι όμως ταυτόχρονα και «μυστήριον ξένον» της πίστης μας, μπροστά στο οποίο έκλιναν τα γόνατα όλοι οι πιστοί διά μέσου των αιώνων προσπαθώντας λίγο ή περισσότερο να εισχωρήσουν σ’ αυτό και ταυτόχρονα να το βιώσουν.

Για να εισχωρήσουμε λοιπόν και μεις, έστω και για λίγο, στο μυστήριο αυτό, πρέπει, κατά τη γνώμη μας, ν’ ακολουθήσουμε τους Μάγους, για τους οποίους σημειώθηκαν στην Αγία Γραφή τα εξής:

α) Δέχτηκαν καθώς ερευνούσαν τους ουρανούς ένα μήνυμα από το Θεό

Καθώς δηλαδή οι Μάγοι ερευνούσαν τον ουρανό, ενώ ταυτόχρονα μελετούσαν και τις Γραφές των Εβραίων, είδαν σε κάποια στιγμή ένα παράδοξο αστέρι στον ουρανό και κατάλαβαν ότι γεννήθηκε στον κόσμο ο αναμενόμενος από ολόκληρη την ανθρωπότητα Μεσσίας. «Είδομεν Αυτού τον αστέρα εν τη Ανατολή» (Γ. Ματθ. 2,2) είπαν για τούτο ύστερα από λίγο. Είδαν δηλαδή το παράξενο εκείνο αστέρι και κατάλαβαν αυτό που έγραφε ο Ιερός Χρυσόστομος αργότερα, ότι «ου των πολλών ο αστήρ ούτος, αλλά δύναμίς τις αόρατος εις τούτην μετασχηματισθείσα την όψιν».

Κάτι ανάλογο, θα έλεγα, πρέπει να γίνεται και με κάθε Χριστιανό. Πρέπει δηλαδή να δεχτεί κάποιο μήνυμα θεϊκό ή αν θέλετε να ακούσει τους κτύπους της θύρας της καρδιάς του από τον ίδιο το Χριστό, που ζητά να εισέλθει στον εσωτερικό της κόσμο.

Πρέπει δηλαδή να ανοίξει την καρδιά του στο Χριστό, για να εισέλθει σ’ αυτή και να την αναγεννήσει ή να βρει έστω το δρόμο, που φέρνει στον ουρανό, γιατί κατά το Σπ. Χονδρόπουλο: «Αν δε βρει τον ανήφορο που δίνει ελπίδα που ανεβαίνει και πάει ψηλά, τότε η μοίρα του είναι να ζει και να πεθαίνει σαν άκαρπο κλαρί» (Θ. Δίψοχος 109).

β) Έσπευσαν να συναντήσουν το Χριστό

Ύστερα από το μήνυμα που δέχτηκαν, οι Μάγοι ετοιμάσθηκαν, παίρνοντας μαζί και τα δώρα της αγάπης τους και έσπευσαν να συναντήσουν το Χριστό. Στην πορεία τους βέβαια αυτή συνάντησαν πολλά εμπόδια, αλλά εκείνοι δεν σταμάτησαν γιατί έβλεπαν στον ουρανό το φωτεινό αστέρι, που, σαν λυχνάρι, τους καθοδηγούσε στην πορεία τους.

«Ως λύχνον κρατούντες αυτόν,
σημειώνουν για το αστέρι οι υμνογράφοι μας,
δι’ αυτού ηρεύνων κραταιάν Άνακτα».
Κάτι τέτοιο ασφαλώς πρέπει να γίνεται από όλους μας. Πρέπει να σπεύδουμε δηλαδή προς το σπήλαιο της γέννησης του Χριστού, σαν τους Μάγους, παρόλα τα εμπόδια, έχοντας σαν αστέρι φωτεινό και οδοδείκτη μας, τους λόγους των Γραφών, κι ας μη μας καταλαβαίνουν οι υλιστές που ζουν γύρω μας κι ας ακονίζει τα μαχαίρια του ο νοητός Ηρώδης!
«Είν’ ο δρόμος μας στενός, μα οδηγεί,
έγραφε για τούτο ένας νεότερος ποιητής,
στην κορυφή της δόξης, της ειρήνης,
όπου ο Χριστός μ’ αγάπη μας καλεί
με το στεφάνι της δικαιοσύνης».

γ) Εφθασαν στη Βηθλεέμ και προσκύνησαν το Χριστό

Υστερα από το ξεπέρασμα πολλών δυσκολιών, οι Μάγοι έφθασαν τελικά στη Βηθλεέμ και προσκύνησαν το Χριστό στο σπίτι εκείνο, όπου είχε κατεβεί το θείο αστέρι. Βλέποντας δηλαδή το νεογέννητο Χριστό, κατάλαβαν με το φωτισμό του Θεού ότι «Θεός το τεχθέν, η δε Μήτηρ Παρθένος». Για τούτο «πεσόντες προσκύνησαν αυτώ και ανοίξαντες τους θησαυρούς αυτών, προσήνεγκαν. Αυτώ δώρα, χρυσόν και λίβανον και σμύρναν» (Ματ. 2,11), ενώ μια θεία αγαλλίαση θρονιάστηκε στις καρδιές τους.
Κάτι παρόμοιο πρέπει να γίνεται από όλους μας. Όπως δηλαδή οι Μάγοι κατάλαβαν το ανερμήνευτο μυστήριο της αγάπης του Θεού και αξιώθηκαν να αγγίξουν για λίγο το Θείο Βρέφος, νιώθοντας μια άφατη χαρά, έτσι και μεις πρέπει να προσεγγίσουμε στο μυστήριο της ενανθρώπισης του Θεού-Λόγου με πίστη, γιατί στο άγγιγμα αυτό βρίσεκται κατά του Κλόπστοκ ή υπέρτατη ευτυχία. Αυτό δε ακριβώς βεβαιώνεται και από τον Ιερό Αυγουστίνο, που γράφει στις Εξομολογήσεις του, αναφερόμενος στο Χριστό, ότι «Με ήγγισες και φλέγομαι από την αγάπην Σου».

Το άγγιγμα αυτό γίνεται με την κάθαρση των μπαζών, δηλαδή των παθών, που πέφτουν στο ορυχείο των ψυχών μας. Στην κάθαρση δε αυτή πρέπει να προχωρούμε με ζήλο ιερό όλοι οι Χριστιανοί με τα αγιαστικά μυστήρια της εκκλησίας και με τις ιερές μελέτες, με τις οποίες θα σκάβουμε, σαν το αγόρι του Ν. Αθανασιάδη, χωρίς σταματημό.

– «Τι έχεις, ρωτάει ένας γέρος, αγόρι; Γιατί δεν κάθεσαι να ξαποστάσεις;».
– Τώρα να ξαποστάσω, λέει το παιδί, που ξέρω τόσα πράγματα; Τώρα που θέλω να δω όλα αυτά που μου είπες και είναι αλλού; Ω! Τώρα θέλω όλο να τρέχω, να ψάχνω, για να τα βρω». (Πέρα απ’ τ’ ανθρώπινο, 538).

Είθε και μεις να τρέχουμε, φίλοι, στον αγώνα τον καλό της πίστης, να ανατρέχουμε και να πετούμε, για να πιάσουμε το Χέρι του Χριστού, που απλώνεται απ’ τον ουρανό. Αυτό έκαναν άλλωστε και όλοι οι Άγιοι και μάλιστα ο Απόστολος των Εθνών, που έγραφε θεοκίνητα το «ούτω τρέχω, ίνα καταλάβω» (1 Κορ. 9,24).



Ετικέτες