Οι μικτοί γάμοι και ο Φινεές

Loading...


Toυ Βασίλειου Ευσταθίου, Δρ. Φυσικού, πτ. ΕΚΠΑ Κ.Θεολογίας

Το ιστορικό βιβλικό κείμενο που παραθέτουμε στην συνέχεια μετά των δικών μας προσεγγίσεων σε αυτό (στο τέλος παρατίθεται και μεταφρασμένο) αναφέρεται στην σαρκική μίξη του λαού του με αλλόπιστους (ειδωλολάτρες) κατά τον καιρό της .

Φανερώνει το θέλημα του Θεού απέναντι σε αυτό το θέμα, το οποίο εκφράστηκε για το ίδιο θέμα στην εποχή της Καινής Διαθήκης μέσω των ιερών κανόνων της Εκκλησίας (συγκεκριμένα του 72ου Κα­νο­να της Πενθέ­κτης Οι­κου­με­νι­κης Συ­νο­δου, αλλά και του 14ου Κανόνα της Δ’ Οι­κου­με­νι­κης Συ­νο­δου, του 10ου Κανόνα της εν Λαοδικεία Τοπικής Συνόδου, σε συμφωνία με το πνεύμα όλων των ιερών κανόνων, που αναφέρονται στις σχέσεις των Ορθοδόξων με τους σχισματικούς, αιρετικούς και αλλόθρησκους).

«Και κατέλυσεν Ισραήλ εν Σαττείν· και εβεβηλώθη ο λαός εκπορνεύσαι εις τας θυγατέρας Μωάβ. και εκάλεσαν αυτούς εις τας θυσίας των ειδώλων αυτών, και έφαγεν ο λαός των θυσιών αυτών και προσεκύνησαν τοις ειδώλοις αυτών. και ετελέσθη Ισραήλ τω Βεελφεγώρ· και ωργίσθη θυμώ Κύριος τω Ισραήλ.», Αρ. 25, 1-3.

Στους πρώτους στίχους της διήγησης αναφέρεται η σαρκική μίξη των Ισραηλιτών με τις ειδωλολάτρισσες Μωαβίτισσες, που από μόνη της θεωρήθηκε ως μόλυνση γι̉ αυτούς («εβεβηλώθη ο λαός») και είχε ως συνακόλουθη επιβλαβή κατάληξη εις βάρος τους και ότι οι αλλόπιστες γυναίκες τους παράσυραν («και εκάλεσαν αυτούς») στην υιοθέτηση των δικών τους θρησκευτικών εθίμων και συνηθειών («και εκάλεσαν αυτούς εις τας θυσίας των ειδώλων αυτών, και έφαγεν ο λαός των θυσιών αυτών και προσεκύνησαν τοις ειδώλοις αυτών.»). Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την παρακάτω εντολή του Θεού προς τον προφήτη του Μωυσή: «και είπε Κύριος τω Μωυσή· λαβέ πάντας τους αρχηγούς του λαού και παραδειγμάτισον αυτούς Κυρίω κατέναντι του ηλίου, και αποστραφήσεται οργή θυμού Κυρίου από Ισραήλ. και είπε Μωυσής ταίς φυλαίς Ισραήλ· αποκτείνατε έκαστος τον οικείον αυτού τον τετελεσμένον τω Βεελφεγώρ.», Αρ. 25, 4-5.

Αναφερει το κείμενο ότι το γεγονός της μίξης Ισραηλιτών και Μωαβιτισσών και η επακόλουθη λατρεία των ειδώλων από τους Ισραηλίτες παρόργισε τον Θεό, ο οποίος ζήτησε από τον Μωυσή να τιμωρήσει τους παραστρατημένους από τον λαό στην ειδωλολατρία με θανάτωση.
«Και ιδού άνθρωπος των υιών Ισραήλ ελθών προσήγαγε τον αδελφόν αυτού προς την Μαδιανίτιν εναντίον Μωυσή και εναντίον πάσης συναγωγής υιών Ισραήλ, αυτοί δε έκλαιον παρά την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου. και ιδών Φινεές υιός Ελεάζαρ υιού Ααρών του ιερέως εξανέστη εκ μέσου της συναγωγής και λαβών σειρομάστην εν τη χειρί, εισήλθεν οπίσω του ανθρώπου του Ισραηλίτου εις την κάμινον και απεκέντησεν αμφοτέρους, τον τε άνθρωπον τον Ισραηλίτην και την γυναίκα διά της μήτρας αυτής· και επαύσατο η πληγή από υιών Ισραήλ. και εγένοντο οι τεθνηκότες εν τη πληγή τέσσαρες και είκοσι χιλιάδες. «, Αρ. 25, 6-9.

Και καθώς έκλαιγαν οι Ισραηλίτες για τις αμαρτίες τους και την συμφορά που τους βρήκε κοντά στην είσοδο της σκηνής του Μαρτυρίου, εμφανίστηκε ένας Ισραηλίτης με μια αλλόπιστη, που ήθελε να αμαρτήσει ο αδελφός του με αυτήν, και εγέρθει ο Φινεές ο υιός του Ελεάζαρ και κρατώντας λόγχην στο χέρι τον κυνήγησε μέχρι τον κοιτώνα του και τον σκότωσε μαζί με την γυναίκα αυτή. Και αυτή η πράξη του Φινεές ήταν εξιλαστήρια, σωτήρια για τον λαό του Ισραήλ, καθώς έτσι έπαυσε η τιμωρία του Θεού («και επαύσατο η πληγή από υιών Ισραήλ»), έχοντας ήδη θανατωθεί εικοσιτέσσερις χιλιάδες Ισραηλίτες.

«Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· Φινεές υιός Ελεάζαρ υιού Ααρών του ιερέως κατέπαυσε τον θυμόν μου από υιών Ισραήλ εν τω ζηλώσαί μου τον ζήλον εν αυτοίς, και ουκ εξανήλωσα τους υιούς Ισραήλ εν τω ζήλω μου. ούτως είπον· ιδού εγώ δίδωμι αυτώ διαθήκην ειρήνης, και έσται αυτώ και τω σπέρματι αυτού μετ᾿ αυτόν διαθήκη ιερατείας αιωνία, ανθ᾿ ων εζήλωσε τω Θεώ αυτού και εξιλάσατο περί των υιών Ισραήλ.», Αρ. 25,10-13.
Γράφει στη συνέχεια το κείμενο ότι αυτή η πράξη του Φινεές ελογίσθει θεάρεστη από το Θεό και γι̉ αυτό δεν κατέστρεψε ολοκληρωτικά τον Ισραήλ και αντάμειψε τον Φινεές και τους απογόνους του με αιώνια ιεροσύνη.

«το δε όνομα του ανθρώπου του Ισραηλίτου του πεπληγότος, ος επλήγη μετά της Μαδιανίτιδος, Ζαμβρί υιός Σαλώ, άρχων οίκου πατριάς των Συμεών· και όνομα τη γυναικί τη Μαδιανίτιδι τη πεπληγυία Χασβί, θυγάτηρ Σούρ άρχοντος έθνους Ομμώθ, οίκου πατριάς εστι των Μαδιάμ.», Αρ. 25, 14-15.
Συνεχίζει η διήγηση αναφέροντας τα ονόματα των δύο που θανατώθηκαν από τον Φινεές, καθώς το γεγονός έχει μεγάλη σημασία λόγω του σωτηριολογικού του χαρακτήρα για τον λαό του Θεού, και επομένως και οι λεπτομέρειες είναι σημαντικές.

«Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ λέγων· εχθραίνετε τοις Μαδιηναίοις και πατάξατε αυτούς, ότι εχθραίνουσιν αυτοί υμίν εν δολιότητι, όσα δολιούσιν υμάς διά Φογώρ και διά Χασβί θυγατέρα άρχοντος Μαδιάμ αδελφήν αυτών την πεπληγυίαν εν τη ημέρα της πληγής διά Φογώρ.» , Αρ. 25,16-18.
Τελειώνει το κείμενο με τον Κύριο να προστάζει τον λαό Του διά του Μωυσή να είναι εχθροί με τους Μαδιανίτες και να τους πολεμούν, ώστε να αποφύγουν βέβαια έτσι να ξανακαταλήξουν στην ζημιά στην πίστη τους και τις επακόλουθες φοβερές συνέπειες, όπως η τιμωρία που προηγήθηκε. Το θέλημα του Κυρίου για την προστασία της πίστεως των Ισραηλιτών από την ειδωλολατρία των Μαδιανιτών ικανοποιήθηκε πλήρως με την ολοσχερή εξόντωσή τους λίγο παρακάτω στο βιβλικό κείμενο: «και παρετάξαντο επί Μαδιάν, καθά ενετείλατο Κύριος Μωυσή, και απέκτειναν παν αρσενικόν·», Αρ. 31,7.

Αλλά επειδή «και επρονόμευσαν τας γυναίκας Μαδιάν και την αποσκευήν αυτών», Αρ. 31,9, δηλαδή πήραν ως αιχμαλώτους τις γυναίκες των Μαδιανιτών και τα παιδιά τους, όταν τους είδε ο Μωυσής οργίστηκε «και ωργίσθη Μωυσής επί τοις επισκόποις της δυνάμεως, χιλιάρχοις και εκατοντάρχοις τοις ερχομένοις εκ της παρατάξεως του πολέμου», Αρ. 31,14, και τους είπε να σκοτώσουν όλους γενικά τους αρρένες, ανεξαρτήτως δηλαδή ηλικίας, όπως και κάθε γυναίκα που έχει «γνωρίσει», έχει έλθει σε συνάφεια με άνδρα: «και είπεν αυτοίς Μωυσής· ινατί εζωγρήσατε παν θήλυ; αύται γαρ ήσαν τοις υιοίς Ισραήλ κατά το ρήμα Βαλαάμ του αποστήσαι και υπεριδείν το ρήμα Κυρίου ένεκεν Φογώρ, και εγένετο η πληγή εν τη συναγωγή Κυρίου. και νυν αποκτείνατε παν αρσενικόν εν πάση τη απαρτία, πάσαν γυναίκα, ήτις έγνω κοίτην άρσενος, αποκτείνατε·», Αρ. 31,15-17.

Δηλαδή δεν επέτρεψε να μείνει κανένας ζωντανός από τους Μαδιανίτες, εκτός από τις παρθένους γυναίκες. Συνεχίζει έτσι, λέγοντας ακριβώς αυτό: «και πάσαν την απαρτίαν των γυναικών, ήτις ουκ οίδε κοίτην άρσενος, ζωγρήσατε αυτάς.», Αρ. 31,18. Και αυτό γιατί οι παρθένες γυναίκες μη έχοντας «γνωρίσει», δηλαδή έλθει σε συνάφεια με Μαδιανίτη, και χωρίς πλέον να υπάρχει κανένας ζωντανός μεγάλος ή μικρός Μαδιανίτης, αλλά χωρίς να έχουν ούτε και την μητέρα αυτών, αφού η κάθε μητέρα ήταν μία από αυτές που είχαν «γνωρίσει» ειδωλολάτρη και άρα δεν εξαιρούνταν ούτε αυτές, δεν θα ήταν από μόνες τους σε θέση να παρασύρουν κάποιον Ισραηλίτη σε ειδωλολατρικά έθιμα των Μαδιανιτών, αλλά εύκολα θα ακολουθούσαν τα θρησκευτικά έθιμα του πρώτου άνδρα που θα «γνώριζαν», δηλαδή τα έθιμα κάποιου Ισραηλίτη, που ήταν έθιμα του λαού του Θεού.

Στην εποχή της Καινής Διαθήκης βέβαια για την παράνομη έγγαμη συμβίωση Ορθοδόξου με μη Ορθοδόξη (ή Ορθοδόξης με μη Ορθόδοξο), που δεν επιτρέπεται κατά τον 72 κανόνα της Πενθέκτης («Μη εξέστω ορθόδοξον άνδρα αιρετική συνάπτεσθαι γυναικί, μήτε μην αιρετικώ ανδρί γυναίκα ορθόδοξον συζεύγνυσθαι·»), αντί της τιμωρίας με αφαίρεση της βιολογικής ζωής που μπορούσε να εφαρμοστεί στην Παλαιά Διαθήκη, ορίζεται η ακύρωση και διάλυση του γάμου, εκτός βέβαια αν ο μη Ορθόδοξος (ή μη Ορθόδοξη) μετανοιώσει και βαπτιστεί, διαφορετικά ο κανόνας ορίζει τον αφορισμό των παραβαινόντων αυτόν («αλλ’ ει και φανείη τι τοιούτον υπό τινος των απάντων γινόμενον, άκυρον ηγείσθαι τον γάμον, και το άθεσμον διαλύεσθαι συνοικέσιον· ου γαρ χρη τα άμικτα μιγνύναι, ουδέ τω προβάτω λύκον συμπλέκεσθαι, και τη του Χριστού μερίδι τον των αμαρτωλών κλήρον· ει δε παραβή τις τα παρ’ ημών ορισθέντα, αφοριζέσθω.»). Γιατί ένας τέτοιος γάμος μπορεί να αποτελέσει λόγο ζημιάς στην πίστη του Ορθοδόξου (και βέβαια η πίστη είναι ότι πιο σημαντικό και πολύτιμο, η μεγαλύτερη αξία), ενώ σίγουρα δεν μπορεί να τον βοηθήσει στην πνευματική του ολοκλήρωση, όπως μπορεί να κάνει και στοχεύει σε αυτό ο γάμος με έναν σύντροφο επίσης Ορθόδοξο.

Βέβαια αν ο γάμος έγινε μεταξύ δύο Ορθοδόξων και στη συνέχεια ο ένας δεν πρόκοψε και απομακρύνθηκε από την πίστη, σε αυτή την περίπτωση ο κανόνας, σε συμφωνία με την σχετική παρακαταθήκη του Αποστόλου Παύλου, ορίζει να παραμείνει το ζευγάρι μαζί, εφόσον το θέλει αυτό ο μη παραμένων στην Ορθόδοξη πίστη, καθώς αυτό μπορεί να είναι προς αγιασμό και σωτηρία αυτού («Ει δε τινες, έτι εν τη απιστία τυγχάνοντες, και ούτω τη των ορθοδόξων εγκαταλεγέντες ποίμνη, αλλήλοις γάμω νομίμω ηρμόσθησαν, είτα ο μεν, το καλόν εκλεξάμενος, τω φωτί της αληθείας προσέδραμεν· ο δε, υπό του της πλάνης κατεσχέθη δεσμού· μη προς τας θείας ακτίνας ατενίσαι ελόμενος (ευδοκεί δε τω πιστώ η άπιστος συνοικείν, ή το έμπαλιν, ο άπιστος τη πιστή), μη χωριζέσθωσαν, κατά τον θείον Απόστολον· ηγίασται γαρ ο άπιστος ανήρ εν τη γυναικί, και ηγίασται η άπιστος γυνή εν τω ανδρί.»).

Ο 72 κανόνας της Πενθέκτης, καθώς αναφέρεται στην διαφύλαξη της πίστεως που είναι απαραίτητη για την σωτηρία, είναι υποχρεωτικού χαρακτήρα και δεν επιδέχεται καμιά οικονομία. Γι̉ αυτό αν ζητείται οικονομία σε αυτό το σωτηριολογικό ζήτημα διαφύλαξης της πίστεως (πράγμα που έγινε στην Σύνοδο στην Κρήτη με την αιτιολόγηση ότι ο αριθμός των μικτών γάμων στους οποίους προχωρούν οι άνθρωποι στις μέρες μας είναι μεγάλος και αυτό επιβάλλει την την εφαρμογή οικονομίας εδώ. Στην πραγματικότητα βέβαια, αυτό δεν είναι το μόνο που απασχολεί τους παράγοντές της, αλλά επίσης και το ότι η αποδοχή των μικτών γάμων μπορεί να οδηγήσει στην έμμεση αναγνώριση του βαπτίσματος των ετεροδόξων, που το κατέστησε δυνατό μέσω των αόριστα ορισμένων αρχών των προοπτικών των χριστιανικών διαλόγων, και κατά αυτόν τον τρόπο να εισάγει στην βαπτισματική θεολογία), τότε ευθέως γίνεται άρνηση της πράξης του Φινεές (που στην Καινή Διαθήκη η πράξη του αντιστοιχεί στην ακύρωση και διάλυση του γάμου, διαφορετικά στον αφορισμό των παραβαινόντων, αν ο μη Ορθόδοξος-η δεν μετανοιώσει και βαπτιστεί). Προβάλλεται τότε ουσιαστικά η ένσταση: Δικαιολογείται να πάθουν αυτό, επειδή απλά θέλησαν να συνάψουν γάμο; Δεν είχαν δικαίωμα να ζήσουν μαζί; Και όμως τότε ο Θεός αναγνώρισε την πράξη αυτή και δικαίωσε και αντάμειψε τον Φινεές, ενώ άφησε τα ονόματα των δύο τιμωρηθέντων στην ιστορία ως αιώνια παραδείγματα προς αποφυγή.

Μήπως εμείς είμαστε πάνω από τον Θεό, ώστε να γνωρίζουμε καλύτερα από Αυτόν και να μπορούμε να πούμε ότι επιτρέπεται εδώ να υπάρχει οικονομία και ότι δεν χρειάζεται πλήρη απαγόρευση; Αν είναι έτσι, επειδή και οι περισσότεροι νέοι της εποχής μας συνάπτουν προγαμιαίες σχέσεις ή επειδή πολλοί φτάνουν στο βαρύτατο αμάρτημα της έκτρωσης, ας κάνουμε οικονομία και ας αποδεχθούμε και αυτά. Δεν μπορούν όμως οι άνθρωποι, εάν θέλουν να ανήκουν στην Εκκλησία, να απαιτούν να προσαρμόζουν τους ιερούς κανόνες στα μέτρα τους για να εισάγονται σε αυτή με το πνεύμα του κόσμου που έχουν, αλλά ακριβώς αντίστροφα, αυτοί οι ίδιοι οφείλουν να αλλάζουν τον τρόπο της ζωής τους, ώστε να τον προσαρμόσουν στην νέα προοπτική που τους παρέχει η Εκκλησία, και να γίνουν φορείς της χάρης της. Γι΄ αυτό το σκοπό έχουν γραφτεί οι ιεροί κανόνες θεοφώτιστα από τους Αγίους Πατέρες, όχι ως κάτι εποχιακό και πρόσκαιρο, αλλά διαχρονικό και μόνιμο, όπου η οδός για να επιτύχουμε αυτόν το σκοπό και να αποτελούμε γνήσια τέκνα της είναι να απομακρυνθούμε από τον κόσμο πνευματικά και να αποταχθούμε το κοσμικό πνεύμα του. Γι΄ αυτό ας θυμόμαστε τα Κυριακά λόγια της Αγίας Γραφής που βροντοφωνάζουν να μας αφυπνίσουν, ώστε να ζητούμε σταθερά τα του Θεού μέσα σε αυτούς τους χαλεπούς και πονηρούς καιρούς σήμερα: «Φινεές υιός Ελεάζαρ υιού Ααρών του ιερέως κατέπαυσε τον θυμόν μου από υιών Ισραήλ εν τω ζηλώσαί μου τον ζήλον εν αυτοίς».

Διαβάστε εδώ:  Σπάρτη: Εξύβρισαν Ιερέα που αρνήθηκε να κοινωνήσει ζευγάρι με πολιτικό γάμο

Μετάφραση των Βιβλικών Χωρίων
«Ο ισραηλιτικός λαός στρατοπέδευσε στην περιοχή Σαττείν. Εκεί όμως μολύνθηκε, διότι κυλίστηκε στην πορνεία με τις θυγατέρες των Μωαβιτών. «, Αρ. 25,1.
«Οι Μωαβίτες προσεκάλεσαν τους Ισραηλίτες στις θυσίες των ειδώλων τους. Και οι Ισραηλίτες προσήλθαν και έφαγαν από τις θυσίες τις ειδωλολατρικές και προσκύνησαν τα είδωλα των Μωαβιτών. «, Αρ. 25,2.
«Έτσι δε ο Ισραηλιτικός λαός έλαβε μέρος στις ειδωλολατρικές τελετές το Βεελφεγώρ. Ο Κύριος οργίστηκε και εθύμωσε εναντίον του ισραηλιτικού λαού για την παρανομία αυτήν. «, Αρ. 25,3.
«Είπε δε προς τον Μωυσή· “πάρε όλους τους παραστρατήσαντας αρχηγούς του λαού και εν πλήρη ημέρα τιμώρησέ τους παραδειγματικώς ενώπιον όλων και έτσι θα παύσει η οργή μου από τον ισραηλιτικό λαό”.», Αρ. 25,4.
«Εις την εντολή του Θεού υπακούων ο Μωυσής είπε προς τους Ισραηλίτες· “ο καθένας σας να φονεύσει τον συγγενή του, ο οποίος συμμετείχε στις ειδωλαλατρικές τελετές του Βεελφεγώρ”. Και οι Ισραηλίτες υπήκουσαν. «, Αρ. 25,5.
«Αλλά αίφνης ένας Ισραηλίτης ελθών οδήγησε τον αδελφόν του προς μία γυναίκα Μαδιανίτιν, για να αμαρτήσει ενώπιον του Μωυσέως και ενώπιον όλου του πλήθους των Ισραηλιτών, όταν αυτοί συντετριμμένοι για τις αμαρτίες του λαού έκλαιγαν πλησίον στην θύραν της Σκηνής του Μαρτυρίου. «, Αρ. 25,6.
«Ο Φινεές, υιός του Ελεάζαρ, υιού του αρχιερέως Ααρών, όταν είδε την αναισχυντίαν αυτήν, ηγέρθηκε εκ μέσου του ισραηλιτικού λαού, πήρε στο χέρι του λόγχην ακιδωτήν, «, Αρ. 25,7.
» εισήλθεν στην σκηνήν πίσω από τον Ισραηλίτην αυτόν στον κοιτώνα του, διεπέρασε με την λόγχην και τους δύο, τον Ισραηλίτην και την γυναίκα διά της μήτρας της. Αμέσως δε έπαυσεν η εκ μέρους του Θεού τιμωρία των Ισραηλιτών.», Αρ. 25,8.
«Ο αριθμός εκείνων, οι οποίοι φονεύθηκαν κατά την πληγήν αυτήν, έφθασε τις είκοσι τέσσαρις χιλιάδες.», Αρ. 25,9.
«Μίλησε ο Κυριος προς τον Μωυσή και είπε·», Αρ. 25,10.

“Ο Φινεές, ο υιός του Ελεάζαρ, υιού του αρχιερέως Ααρών, κατέπαυσε τον θυμόν μου εναντίον των Ισραηλιτών, διότι με ζήλον ιερό και αγανάκτησιν ιερά φόνευσε τους ενόχους και έτσι δεν κατέστρεψα τους Ισραηλίτες επάνω στην ιεράν αγανάκτησίν μου. «, Αρ. 25,11.
«Για την θεάρεστον αυτήν διαγωγήν του, είπα· ιδού εγώ ο Θεός συνάπτω με αυτόν ένα συμβόλαιον ιδιαιτέρας ειρήνης. «, Αρ. 25,12.
«Υπόσχομαι να δώσω σε αυτόν και στους απογόνους του, έπειτα από αυτόν, παντοτεινή την ιερωσύνη, ένεκα του γεγονότος, ότι έδειξε ζήλον υπέρ εμού του Θεού του και εξιλέωσε απέναντί μου τους Ισραηλίτες από τις αμαρτίες τους.”, Αρ. 25,13.
«Το δε όνομα του Ισραηλίτου, ο οποίος θανατώθηκε μαζί με την Μαδιανίτιδα ήταν Ζαμβρί, παιδί του Σαλώ, ο οποίος ήταν άρχων από την φυλή του Συμεών. «, Αρ. 25,14.
«Το δε όνομα της φονευθείσης γυναικός, της Μαδιανίτιδος, ήταν Χασβί. Αυτή ήταν θυγατέρα του Σούρ, του άρχοντος στο έθνος Ομμώθ, το οποίον ήταν φυλή των Μαδιανιτών. «, Αρ. 25,15.
«Μίλησεν ο Κύριος προς τον Μωυσή και είπε· “μίλησε προς τους Ισραηλίτες και είπε σε αυτούς. «, Αρ. 25,16.
«Να θεωρείτε πάντοτε εχθρούς τους Μαδιανίτες. Κτυπήσατέ τους», Αρ. 25,17.
«διότι είναι δόλιοι εχθροί σας, όπως φάνηκε εκ της δολιότητος που έδειξαν εναντίον σας στη Φογώρ και διά της Χασβί, της θυγατρός του άρχοντος των Μαδιανιτών, της αδελφής τους, η οποία φονεύθηκε κατά την ημέραν που τιμωρούνταν οι Ισραηλίτες για το ανοσιούργημα, το οποίον διέπραξαν στην πόλιν Φογώρ. «, Αρ. 25,18.
«Εξήλθον αυτοί και πολέμησαν εναντίον των Μαδιανιτών, όπως είχε διατάξει ο Κύριος τον Μωυσή, κατενίκησαν αυτούς και εξόντωσαν κάθε αρσενικόν αυτών.», Αρ. 31,7.

«Πήραν δε ως αιχμαλώτους τις γυναίκες των Μαδιανιτών, τα παιδιά τους «, Αρ. 31,9.
«Ο Μωυσής, όταν είδε και γυναίκες Μαδιανίτας αιχμαλώτους, οργίστηκε εναντίον των χιλιάρχων και των εκατοντάρχων, οι οποίοι επανέρχονταν από την πολεμικήν αυτήν επιχείρηση, «, Αρ. 31,14.
«και είπεν σε αυτούς· “διατί συνελάβατε αιχμαλώτους και τις φέρατε ζωντανές εδώ; «, Αρ. 31,15.
«Δεν έπρεπε αυτές να ζήσουν, διότι αυτές ήταν η αιτία, σύμφωνα με την συμβουλήν του Βαλαάμ, να αποστατήσουν οι Ισραηλίτες από τον Θεό, να καταφρονήσουν τις εντολές του Κυρίου, να λατρεύσουν το είδωλον Φογώρ, και έτσι να αποσταλεί εκ μέρους του Κυρίου μεγάλη τιμωρία στον ισραηλιτικό λαό. «, Αρ. 31,16.
«Τώρα λοιπόν φονεύσατε όλους γενικώς τους αρρένες και κάθε γυναίκα, η οποία έχει έλθει σε συνάφειαν με άνδρα. «, Αρ. 31,17.
«Όλες δε τις άλλες γυναίκες, τις παρθένους, αι οποίαι δεν ήλθον σε συνάφειαν με άνδρα τινά, κρατήσατέ τις αιχμαλώτους. «, Αρ. 31,18.