Η Γερόντισσα Μαρία της Γκατσίνα

Loading...


Τριάντα περίπου μίλια μακρυά από την Πετρούπολι βρίσκεται η κωμόπολις Γκατσίνα, φημισμένη για τους κήπους της, τα πάρκα και τα μέγαρά της. Εκεί ζούσε πριν από την επανάστασι του 1917 μία μοναχή, η Μαρία, που ήταν γνω­στή όχι μόνο στους κατοίκους της Γκατσίνα, αλλά ακόμη και σε πολλούς κατοίκους της Πετρουπόλεως.

Η επανάστασις βρήκε την γερόντισσα Μα­ρία στο κρεββάτι του πόνου. Κατ’ αρχάς υπέ­φερε από εγκεφαλίτιδα —φλεγμονή του εγκε­φάλου. Αργότερα την βρήκε η νόσος του Πάρκινσον —όλο της το σώμα ήταν ακίνητο, το πρόσωπο της αναιμικό σαν μάσκα· μπο­ρούσε να μιλήση μόνο με μισάνοικτο το στό­μα, ανάμεσα από τα δόντια, προφέροντας τις λέξεις αργά και μονότονα. Ήταν εντελώς α­νήμπορη, χρειαζόταν πάντα βοήθεια και προ­σεκτική φροντίδα.

Συνήθως αυτή η αρρώστεια, καθώς εξελίσ­σεται, προκαλεί έντονες ψυχολογικές αλλα­γές —οξυθυμία, μια κουραστική επιμονή στην επανάληψι στερεοτύπων ερωτήσεων, ένα δι­ογκωμένο εγωισμό και εγωκεντρισμό, εκδη­λώσεις άνοιας και τα όμοια— με αποτέλεσμα οι ασθενείς αυτοί να τελειώνουν τη ζωή τους σε ψυχιατρεία. Αλλά η Γερόντισσα Μαρία, αν και είχε πλήρη φυσική αδυναμία, όχι μόνο δεν παρουσίαζε φυσική κατάρρευσι, αλλά έ­δειξε εντελώς ασυνήθιστα στοιχεία προσωπικότητος και χαρακτήρος, που δεν παρατη­ρούνται σε τέτοιους ασθενείς, όπως άκρα πραότητα, ταπείνωσι, υποταγή, αυτοσυγκέντρωσι, αποφυγή κάθε απαιτήσεως. Αφοσιώ­θηκε στην αδειάλειπτη προσευχή, υποφέρον­τας την δύσκολη κατάστασί της χωρίς τον ε­λάχιστο γογγυσμό.

Σαν ανταμοιβή για την ταπείνωσι και την υπομονή της, ο Κύριος της έδωσε το χάρισμα της παρηγοριάς των θλιβομένων. Εντελώς ξένοι και άγνωστοι άνθρωποι που υπέφεραν από λύπες, πόνο, κατάθλιψι ή αποθάρρυνσι, άρχισαν να την επισκέπτωνται και να συζη­τούν μαζί της. Και όποιος ερχόταν σ’ αυτήν έφευγε παρηγορημένος, ένοιωθε ότι ο πόνος του απάλυνε, οι λύπες του καθησύχαζαν, οι φόβοι του ειρήνευαν, η κατάθλιψις και η αποθάρρυνσις φυγαδεύονταν. Τα νέα για την α­συνήθιστη αυτή μοναχή βαθμιαία απλώθηκαν πολύ μακρύτερα από την περιοχή της πόλεως Γκατσίνα

Η γερόντισσα ζούσε σε ένα μικρό ξύλινο σπίτι στα περίχωρα της πόλεως, όταν την επι­σκέφθηκα τον Μάρτιο του 1927. Καθώς περί­μενα να με δεχθή, εξέταζα τις αναρίθμητες φωτογραφίες στον χώρο αναμονής και πρό­σεξα δύο: του Μητροπολίτου Πετρουπόλεως Βενιαμίν του Νεομάρτυρος και του Μητροπο­λίτου Ιωσήφ, ο οποίος λίγο αργότερα έγινε ηγέτης της κινήσεως των Ιωσηφιτών[1].

Ο Μητροπολίτης Ιωσήφ είχε γράψει πάνω στην φωτογραφία του μια συγκινητική αφιέρωσι στην γερόντισσα Μαρία, αντιγράφοντας ένα εκτενές απόσπασμα από το έργο του Εν αγκάλαις του Πατρός, ενώ ο Μητροπολίτης Βενι­αμίν είχε γράψει τα εξής: «Στην πολυσέβαστη και πολύπαθη γερόντισσα Μαρία, η οποία μα­ζί με πολλούς άλλους θλιβομένους παρηγό­ρησε και μένα τον αμαρτωλό…»

Είχα την ευτυχία να παρευρεθώ στις θαυμα­στές εκδηλώσεις των θλιβομένων ψυχών μετά την θεραπεία τους. Ένας νεαρός, ο οποίος εί­χε απογοητευθή μετά την σύλληψι και εξορία του πνευματικού του πατρός, έφυγε από την γερόντισσα με ένα ολόχαρο χαμόγελο, με την απόφασι να εισέλθη στον ιερό κλήρο ως διάκονος. Μία νέα η οποία προηγουμένως ή­ταν θλιμμένη, τώρα έλαμπε από χαρά και απο­φάσισε να γίνη μοναχή. Ένας ηλικιωμένος, που υπέφερε πολύ λόγω του θανάτου του γιου του, έφυγε από τη γερόντισσα ενισχυμέ­νος και ενθαρρυμένος. Μία ηλικιωμένη γυ­ναίκα που είχε έρθει με δάκρυα, έφυγε ήρεμη και ενισχυμένη.

Όταν με κάλεσε κοντά της, της είπα ότι με έπιανε μια τρομερή κατάθλιψις, η οποία κάπο­τε διαρκούσε μερικές βδομάδες και δεν μπο­ρούσα να απαλλαγώ απ’ αυτήν με τίποτε. «Η κατάθλιψις είναι ένας πνευματικός σταυρός», μου είπε, «που στέλνεται για να βοηθήση αυ­τόν που μετανοεί αλλά δεν ξέρει πώς να μετανοήση πραγματικά, δηλαδή μετά την μετάνοια πέφτει ξανά στις προηγούμενες αμαρτίες… Και έτσι μόνο δύο τρόποι υπάρχουν για να γιατρευτή η ψυχή από αυτή την ασθένεια, η ο­ποία μερικές φορές είναι πολύ οδυνηρή. Ο άνθρωπος πρέπει η να μάθη να μετανοή πρα­γματικά και να έχη καρπούς μετανοίας ή να σηκώση αυτόν τον πνευματικό σταυρό —την κατάθλιψι— με ταπείνωσι, πραότητα, υπομονή και μεγάλη ευγνωμοσύνη προς τον Κύριο, με τον λογισμό ότι την αποδοχή αυτού του σταυ­ρού την λογαριάζει ο Κύριος σαν καρπό μετα­νοίας…

Και πάνω απ’ όλα, είναι πολύ παρήγο­ρο το να αναγνωρίζη κανείς ότι αυτή η κατά­θλιψις είναι ένας ανεπίγνωστος καρπός μετα­νοίας, μία ασυνείδητη αυτοτιμωρία, που οφείλεται στην έλλειψι των απαραιτήτων καρπών της μετανοίας…! Με αυτόν τον λογισμό μπο­ρεί ο άνθρωπος να φθάση στην μετάνοια και τότε η κατάθλιψις σβήνει βαθμιαία και εμφα­νίζονται οι αληθινοί καρποί της μετανοίας…» Ακούγοντας αυτά τα λόγια, ένοιωσα σαν κά­ποιος να έκανε μια πραγματική εγχείρησι στην ψυχή μου και μου αφήρεσε ένα πνευμα­τικό όγκο… Έφυγα από κει άλλος άνθρω­πος.

Γύρω στο 1930 η γερόντισσα Μαρία συνε­λήφθη. Κατηγορήθηκε για αντιεπαναστατική προπαγάνδα και για συμμετοχή σε αντιεπα­ναστατική οργάνωσι, σύμφωνα με τις παρα­γράφους 10 και 11 του άρθρου 58 του Σοβιε­τικού Ποινικού Κώδικα. Ο αδελφός της επί­σης συνελήφθη. Η «οργάνωσις» απετελείτο μόνο από δύο μέλη! Και η «προπαγάνδα» εναντίον του Κομμουνισμού ήταν το χάρισμα της παρηγοριάς των θλιβομένων! Όσοι παρευρέθηκαν κατά την σύλληψι, περιγρά­φουν μια φρικτή εικόνα χλευασμού και εγκληματικής βιαιοπραγίας εναντίον μιας ήρεμης, πολύπαθης ανάπηρης, η οποία ήταν παράλυτη και εντελώς ανίκανη για κάθε κίνησι. Το «πολιτικο-θρησκευτικό έγκλημα» της γερόντισσας, έγινε βαρύτερο με την άρνησί της να αναγνωρίση τον μητροπολίτη Σέργιο και την διαβόητη Διακήρυξί του τού 1927, με την οποία οδήγησε σε σχίσμα την Ρωσική Εκκλησία

Η φτωχή, πολύπαθη ανάπηρη σύρθηκε από τα χέρια, που τα είχαν στρίψει πίσω από την πλάτη της, πάνω στο πάτωμα και στο έδα­φος, από το κρεββάτι της μέχρι την κλούβα από δύο άνδρες της Τσε-Κα[2]. Σήκωσαν μετέ­ωρο το πολύπαθο παράλυτο σώμα της, το πέταξαν μέσα στην κλούβα και αμέσως απομακρύνθηκαν. Τον αδελφό της τον πήραν με ένα άλλο αυτοκίνητο, το μαύρο κοράκι —μία μαύρη λιμουζίνα που χρησιμοποιούσαν ειδικά για την μεταφορά των θυμάτων που συλλαμβάνονταν στο πηχτό σκοτάδι της νύκτας, όπως το περιγράφει ο Σολζενίτσιν στον πρώτο τόμο του έργου του Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ.

Όσοι εσέβοντο και τιμούσαν την γερόν­τισσα Μαρία, την ευσπλαχνίσθηκαν και άρχι­σαν να της φέρνουν απέρριτα δέματα στην φυλακή. Για ένα μήνα τα εδέχοντο. Κάποια μέρα, εντελώς ξαφνικά, δεν δέχθηκαν τα δέ­ματα και είπαν ξερά: «Πέθανε στο νοσοκο­μείο». (Τέτοιους ανήμπορους ασθενείς συνή­θως τους σκότωναν). Το σώμα της δεν το πα­ρέδωσαν ποτέ[3].

Ο αδελφός της, ένας ασθενικός, μικροκα­μωμένος, πραγματικά ευγενής άνθρωπος, ο οποίος είχε αναλάβει να την περιποιήται με αυ­τοθυσία και να υποδέχεται τους επισκέπτες, μετά από ανακρίσεις εννέα μηνών, καταδικά­στηκε σε πενταετή φυλάκισι σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως της Σιβηρίας.

[1] Τον Ιούλιο του 1927, οι κομμουνιστές ανάγκασαν τον μητροπολίτη Σέργιο του Νίζνι-Νόβγκοροντ, τον μετέπειτα τοποτηρητή του Πατριαρχικού θρόνου της Μόσχας, να απευθύνη την διαβόητη Διακήρυξι εμπι­στοσύνης της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς την Σοβιετική Κυβέρνησι! Πολλοί ευσυνείδητοι χριστιανοί δεν δέχθηκαν την Διακήρυξι και αποσχίσθηκαν, ακολουθώντας τον μητροπολίτη Ιωσήφ -μετέπειτα Πε­τρουπόλεως-και γι’ αυτό ωνομάσθηκαν Ιωσηφίται.

[2] Τσε-Κα: παλαιότερη ονομασία της Σοβιετικής Μυστικής Αστυνομίας.

[3] Κοιμήθηκε στις 26 Ιανουαρίου 1930.

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ
ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔΟΣΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΟΥ
ΤΕΥΧΟΣ 12-13