Γνωρίζουμε τι είναι η Θεία Χάρις;

Loading...


Είναι η δύναμη εκείνη που προέρχεται από το Θεό, δια της οποίας ο αμαρτωλός άνθρωπος μπορεί να οικειοποιηθεί το λυτρωτικό έργο του Χριστού και να πετύχει τη σωτηρία του.

Χρειάζεται όμως προσοχή. Λέγοντας θεία χάρη, δεν εννοούμε μια δύναμη αόριστη και απροσδιόριστη που δεν είναι στην ουσία του Θεού, αλλά δημιουργείται από το Θεό για να βοηθήσει τον άνθρωπο να σωθεί. Τέτοια αντίληψη δεν είναι σωστή.

Το κτιστό δεν μπορεί να βοηθήσει δραστικά τον άνθρωπο να σωθεί, αλλά το άκτιστο, ο άκτιστος Θεός. Η θεία χάρη ανήκει ουσιαστικά στη φύση του Θεού. Ταυτίζεται με τη θεία ενέργεια, περί της οποίας μιλήσαμε στα προηγούμενα. Είναι ο ίδιος ο Θεός ο εκφραζόμενος στις θείες του ενέργειες »εν τοίς εκτός», αποκαλυπτόμενος στον κόσμο και σώζοντας τον άνθρωπο από την αμαρτία.

Τι φρονεί περί χάριτος η Ρωμαϊκή Εκκλησία;

Διαφωνεί ριζικά με την ορθόδοξη αντίληψη. Δεν μπορεί να δεχτεί τη θεία χάρη ως κάτι εγκείμενο ουσιωδώς στη φύση του Θεού, γιατί κάτι τέτοιο θα κατέλυε την απλότητα της ουσίας του Θεού, επιφέροντας σύνθεση σε αυτή. Κατ’ αυτήν, η χάρη είναι μέγεθος κτιστό, το οποίο δημιουργείται για να επιτευχθούν μέσω αυτού οι σκοποί της σωτηρίας. Γύρω από το ζήτημα αυτό διεξήχθησαν σφοδροί αγώνες μεταξύ της Ορθόδοξης Ανατολής και της Λατινικής Δύσεως. Τις αντιλήψεις αυτές καταδίκασε συνοδικώς η Ορθόδοξη Εκκλησία τον ιδ” αιώνα.

Το ζήτημα βέβαια της συνθέσεως της απλής φύσεως του Θεού, πού εκ πρώτης όψεως φαίνεται να δημιουργεί η παραδοχή της άκτιστης χάριτος, είναι αρκετά σοβαρό. Όμως δεν αληθεύουν οι ισχυρισμοί της λατινικής θεολογίας. Οι άκτιστες θείες ενέργειες (η άκτιστη χάρη) είναι διακρίσεις θεοπρεπείς στη θεότητα, που δεν μοιάζουν με τις διακρίσεις των φυσικών πραγμάτων. Όπως και οι θείες υποστάσεις διακρίνουν τον Τριαδικό Θεό εκφράζοντας τον αϊδιο τρόπο της υπάρξεώς του χωρίς ωστόσο να συνθέτουν την υπερβατική ουσία του, έτσι και στις θείες ενέργειες διακρίνεται η θεότητα, χωρίς να χάσει την απόλυτη απλότητά της. Φυσικά αυτά τα πράγματα δεν είναι εύκολο να τα κατανοήσουμε.

Μπορεί ο άνθρωπος από μόνος του να σωθεί;

Όχι. Καταφατικά στο ερώτημα απάντησε στην αρχαιότητα ο μοναχός Πελάγιος. Σύμφωνα με τις αντιλήψεις του, η πτώση του ανθρώπου στην αμαρτία άφησε ανέπαφη την ανθρώπινη φύση, δεν την κατέστρεψε. Έτσι ο άνθρωπος, διατηρώντας τις λογικές και ηθικές δυνάμεις του, έχει τη δυνατότητα να στραφεί ελεύθερα στο αγαθό, να διαπράξει την αρετή και να σωθεί, χωρίς να έχει ανάγκη της χάριτος του Θεού.

Οι αντιλήψεις αυτές του Πελαγίου είναι εσφαλμένες. Ο άνθρωπος, λόγω της βλάβης της πνευματικής του φύσεως (του «κατ” εικόνα»), όχι μόνο δεν μπορεί ν” ανορθωθεί μόνος στο επίπεδο της πνευματικής ζωής, αλλά και ανορθωθείς έχει απόλυτη ανάγκη της χάριτος του Θεού για να προκόψει στο αγαθό και να σωθεί.

Η Αγία Γραφή μας ομιλεί σχετικά· «Ουδείς δύναται ελθείν προς με, εάν μη ο Πατήρ ο πέμψας με ελκύση αυτόν». «Εάν μη τις γεννηθή εξ ύδατος και Πνεύματος, ου δύναται εισελθείν εις την βασιλείαν του Θεού». «Ο Θεός εστιν ο ενεργών εν ημίν και το θέλειν και το ενεργείν υπέρ της ευδοκίας». Άλλωστε η χάρη του Θεού είναι αναγκαία για ν” απαλειφθεί από τον άνθρωπο η κατάρα του προπατορικού αμαρτήματος. Αν η παρουσία της θείας χάριτος δεν ήταν απόλυτα αναγκαία για τη σωτηρία του ανθρώπου αλλά μόνο σχετικά (εν τη εννοία της απλής ενδυναμώσεως των φυσικών του δυνάμεων), τότε το λυτρωτικό έργο του Χριστού σχετικοποιείται, αποβάλλοντας τον απόλυτα υπερφυσικό χαρακτήρα του.

Τις αιρετικές αντιλήψεις του Πελαγίου η Εκκλησία καταδίκασε στη σύνοδο της Καρθαγένης.

Μπορεί ο φυσικός άνθρωπος να καταστήσει εαυτόν δικαιούχο της θείας χάριτος;

Όχι. Η αντίθετη άποψη φθείρει τον υπερφυσικό χαρακτήρα της απολυτρώσεως, την οποία κατεβάζει στο επίπεδο των φυσικών αγαθών που είναι ομόλογα προς τη φύση των ανθρώπων. Ο όποιος αγαθός και ενάρετος άνθρωπος δεν μπορεί να αξιώσει από το Θεό τη σωτηρία του, η οποία είναι χάρισμα, δώρο ελεύθερο της αγάπης του Θεού. Η σωτηρία δεν είναι μισθός για την όποια αξιοσύνη του ανθρώπου. Φυσικά ο άνθρωπος που κάνει το ηθικό καλό με τις λογικές και πνευματικές δυνάμεις που διατηρούνται στην πεσμένη φύση του, μπορεί να προπαρασκευάσει τον εαυτό του και να δεχτεί ευκολότερα τη σωτηρία παρά ένας άλλος που ζει στην κακουργία της αμαρτίας και στα πάθη του.

Με αυτή την έννοια πρέπει να εκλάβουμε το χωρίο Πράξ. 10,34· «επί αληθείας καταλαμβάνομαι, ότι ουκ εστί προσωπολήπτης ο Θεός, αλλά εν παντί έθνει ο φοβούμενος αυτόν και εργαζόμενος δικαιοσύνην δεκτός αυτώ εστι».

Ο εθνικός Κορνήλιος δεν έλαβε τη σωτηρία σαν αμοιβή της αρετής και της χρηστής συμπεριφοράς του. Ήταν απλά παρασκευασμένος με την αγαθή θέληση και τη διαγωγή του, πράγμα που δεν παρέβλεψε η πρόνοια του Θεού, όπως δεν παραβλέπει και κάθε άλλο χρηστό άνθρωπο, τον οποίο στην κατάλληλη ώρα θα καλέσει σε σωτηρία.

Ο φυσικός άνθρωπος μπορεί μόνος του να αρχίσει τη σωτηρία του;

Όχι. Την έναρξη της σωτηρίας του ανθρώπου μόνο η θεία χάρη μπορεί να ενεργήσει. Η χάρη αυτή καλείται προκαταρκτική. Η διδασκαλία κατά την οποία οάνθρωπος μπορεί πρώτος να αρχίσει το έργο της σωτηρίας του και κατόπιν να έλθει η χάρη του Θεού να αποτελειώσει την αρξάμενη διαδικασία της σωτηρίας, είναι διδασκαλία ημιπελαγιανική, λανθασμένη και απόβλητη. Βεβαίως ΄όπως είδαμε και στο προηγούμενο ερώτημα” μετά την πτώση υπελείφθησαν δυνάμεις λογικές και ηθικές, βάσει των οποίων ο άνθρωπος δύναται να πράξει το «ηθικόν καλόν» και να ελκύσει ευχερέστερα τη λυτρωτική χάρη του Θεού, παρά εκείνος που ζει στη νάρκωση της αμαρτίας, όπως μαρτυρεί η περίπτωση του Κορνηλίου και διαπιστώνει η μαρτυρία της ιστορίας κατά την οποία πολλοί εκ των Πλατωνικών εδέχθησαν τη σωτηρία, ενώ εκ των Επικουρείων (υλιστών φιλοσόφων) κανείς. Τα παραδείγματα όμως αυτά δεν σημαίνουν ότι οι φυσικές δυνάμεις του ανθρώπου αποτελούν τη γέφυρα δια της οποίας ο άνθρωπος μπορεί να μεταπηδήσει στο κράτος της χάριτος και να καλύψει το χάσμα το διαχωρίζον την πεσμένη φύση από το Θεό. Τα ημιπελαγιανικά διδάγματα αλλοιώνουν τη φύση του Θεού, ο οποίος παύει να είναι ο ιατρός ο θεραπεύων τον ημιθανή και τραυματισμένο άνθρωπο, αλλά ο οφειλέτης πού οφείλει να ανταμείψει την αρετή του ανθρώπου, τη δε σωτηρία κατεβάζουν στο επίπεδο των φυσικών αγαθών, τά οποία μπορεί να πετύχει από μόνος του ο άνθρωπος.

Δύναται ο άνθρωπος να απορρίψει τη χάρη του Θεού;

Βεβαίως μπορεί στη βάση που είναι ον ελεύθερο και αυτεξούσιο. Έτσι και ο Αδάμ στον παράδεισο, παρόλο πού η φύση του ήταν αγαθή και καθαρή από το σπέρμα της αμαρτίας, εντούτοις, επειδή ως εικόνα του Θεού είχε το αυθαίρετο και αυτεξούσιο, απομακρύνθηκε από το Θεό, καταπατήσας τη χρηστότητα και το θέλημά του. Επίσης ο αναγεννημένος από τη χάρη του Θεού στο βάπτισμα, παρόλο πού έχει καταστραφεί μέσα του το σώμα της αμαρτίας, ακριβώς επειδή διασώζει την ελευθερία του μπορεί να απομακρυνθεί από τη θεία ευλογία και να περιέλθει υπό το κράτος της κατάρας και του θανάτου. Έτσι έπλασε ο Θεός τον άνθρωπο να θέλει ελεύθερα και ενσυνείδητα το αγαθό, να κινείται ελεύθερα στο χώρο του, να λέγει ναι ή όχι στο άγιο θέλημά του, να εκλέγει μεταξύ ζωής και θανάτου και ν” αυτοδιορίζεται στην εξέλιξη και τον προορισμό του.

Η χάρη του Θεού είναι δώρο καθολικό. Χορηγείται σε όλους ανεξαίρετα τους ανθρώπους αποσκοπώντας στη σωτηρία τους. Δεν αποστέλλεται επιλεκτικά σε λίγους, σ” εκείνους που είναι προορισμένοι να σωθούν από το Θεό. Ο Θεός «θέλει πάντας ανθρώπους σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν». Κι όμως όλοι δεν σώζονται. Για να γίνει αυτό πρέπει να θέλει και ο άνθρωπος να δουλέψει ελεύθερα και να συμβάλει στη σωτηρία του. Αλλιώτικα η κλήση της χάριτος μένει ανενέργητη.

Μόνο εκεί πού υπάρχει η ελεύθερη συγκατάθεση, μπορεί να σώσει η χάρη τον αμαρτωλό άνθρωπο. «Εννοούμεν δε την χρήσιν του αυτεξουσίου ούτως, ώστε της θείας και φωτιστικής χάριτος, ήν προκαταρκτικήν προσαγορεύομεν, οίον φώς τοίς εν σκότει, παρά της θείας αγαθότητος πάσι χορηγουμένης τοίς βουλομένοις υπείξαι ταύτη ΄και γάρ ου τους μη θέλοντας, αλλά τους θέλοντας ωφελεί” και συγκατατεθήναι εν οίς εκείνη εντέλλεται προς σωτηρίαν ούσιν αναγκαιοτάτοις, δωρείσθαι επομένως και ειδικήν χάριν».

Τι φρονούν περί ενέργειας της χάριτος οι Διαμαρτυρόμενοι;

Η περί ενέργειας της χάριτος διδασκαλία των Διαμαρτυρομένων δεν είναι πάντα συνεπής. Η ασυνέπεια οφείλεται στην προσπάθειά τους να εξηγήσουν ασάφειες, δυσκολίες και διλήμματα και να τα προσαρμόσουν στη θεμελιώδη περί χάριτος αντίληψη αυτών.

Η βασική περί χάριτος διδασκαλία του Προτεσταντισμού είναι ομόλογη προς τα περί πτώσεως του ανθρώπου διδάγματα του συστήματός τους, από τά οποία και απορρέει. Κατά τη βασική προτεσταντική αρχή, ο άνθρωπος με την πτώση του στην αμαρτία νεκρώθηκε πνευματικά. Έχασε τα δώρα της αρχέγονης δικαιοσύνης, η δε θεία εικόνα πού υπάρχει στη φύση του καταστράφηκε ολοσχερώς. Έτσι μένει νεκρός και ακίνητος προς τα πνευματικά. Δεν μπορεί να συνεργήσει με τη χάρη του Θεού για τη σωτηρία του. Όλα εξαρτώνται από τη σωστική ενέργεια της θείας χάριτος.

Το ωμό αυτό δόγμα τους προσπαθούν να το στηρίξουν σε χωρία της Γραφής·
Ρωμ. 9,16· «Άρα ούν ου του θέλοντος ουδέ του τρέχοντος, αλλά του ελεούντος Θεού». Πράξ. 13,48· «Και επίστευσαν όσοι ήσαν τεταγμένοι εις ζωήν αιώνιον». Εφεσ. 2,8.9· «Τή γάρ χάριτί εστε σεσωσμένοι δια της πίστεως· και τούτο ουκ εξ υμών, Θεού το δώρον».
Τα χωρία όμως αυτά δεν είναι σαφή. Λέγουν μεν ότι η σωτηρία προέρχεται από το Θεό, χωρίς όμως να αποσαφηνίζουν αν η σωτήρια ενέργεια του Θεού είναι απόλυτη, ή άν σ” αυτήν μπορεί να συνεργήσει και ο ελεύθερος άνθρωπος. Το ζήτημα πρέπει να μελετηθεί με την εξέταση άλλων σαφέστερων χωρίων της Γραφής, σε ορισμένα από τά οποία γίνεται σαφής λόγος περί αντιστάσεως του ανθρώπου στην ενέργεια του Θεού· Ματθ. 23,37. Πράξ. 7,51. Αποκ. 3,20, ο δε Παύλος τονίζει τη συνέργεια του ανθρώπου στο έργο της σωτηρίας· «Συνεργούντες δε και παρακαλούμεν μη εις κενόν την χάριν του Θεού δέξασθαι ημάς».

Από την άλλη, σε περίπτωση πού ο άνθρωπος είναι αναίσθητος προς τα πνευματικά, δεν θα είχαν κανένα νόημα οι πολυειδείς παραινέσεις της Γραφής να επιδιώκει (ο άνθρωπος) το αγαθό και την αρετή και η απειλή τιμωρίας και αιώνιων βασάνων για τους αμαρτωλούς.