Γιατί λέμε «Οχι» στην Ευθανασία;

Loading...


του συνεργάτη του ΒΗΜΑΤΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ Δημητρίου Π. Λυκούδη, Θεολόγου – Φιλόλογου, Υπ. Δρα Παν/μίου Αθηνών

Θα προσπαθήσω με σύντομο τρόπο να καταδείξω την άρνηση και αποστασιοποίηση της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας και, ειδικότερα, όλων ημών των χριστιανών απέναντι στο φλέγον και, πραγματικά, οδυνηρό θέμα της ευθανασίας.

Από θεολογικής επόψεως, ο Μόνος Ζωοδότης είναι ο Πανάγιος Τριαδικός Θεός. Άρα, κάθε απόπειρα δική μας να αφαιρέσουμε με οποιοδήποτε τρόπο, ελεγχόμενο ή μη, την ανθρώπινη ζωή, στην ουσία, αντιβαίνει στο Πανάγιο Θέλημά Του, μια και ο άνθρωπος, εμμέσως πλην σαφώς, Τόν αντικαθιστά επί της γης και, επαγωγικά, αντικαθιστά και τη Θεία Του Βούληση με την ανθρὠπινη, καθώς η δεύτερη αφαιρεί και αποδεκατίζει, μάλλον δε, απολύτως διαγράφει την πρώτη! Με άλλα λόγια, «έξω ο Θεός» βροντοφωνάζουμε!

Εξ επόψεως ιατρικής και δικαστικής δικαιοδοσίας δεν θα επεκταθώ, καθώς υπάρχουν άλλοι πλέον αρμόδιοι από την ουτιδανότητά μου. Με θάρρος όμως διαβάζω, πολλές δε φορές και με απόλυτη ανακούφιση ότι το σύνολο του ιατρικού κόσμου, εκτός βέβαια ολίγων εξαιρέσεων που πάντοτε θα υπάρχουν, στην ουσία, αποφαίνεται αρνητικά στην απόφαση κάποιου ασθενούς να προβεί στην επενέργεια της ευθανασίας με οποιονδήποτε τρόπο.

Εξ επόψεως Ποιμαντικής Ψυχολογίας, Χριστιανικής Αγωγής, Ψυχολογίας της Θρησκείας και δη της Κοινωνιολογίας, η ευθανασία στην πράξη υποβιβάζει την ιδιαιτερότητα του ανθρωπίνου προσώπου σε μια νοθευμένη ατομικότητα, ούτε καν δηλαδή ατομικότητα, που αδιαφορεί για την εύρυθμη κοινωνική συνοχή και αποδεσμεύει το άτομο από την ευρύτερη έννοια του «Σώματος» του Χριστού και την Αγία μας Εκκλησία. Άραγε, τι θα μπορούσαμε να πούμε σε όλους εκείνους και εκείνες τις ψυχές που επαγρυπνούν και, με ουκ ολίγες δυσκολίες και ασθένειες, εξακολουθούν και «σηκώνουν» τον Σταυρό τους και νυχθημερόν αγωνίζονται; Η «κοινωνική σύμπνοια» κοινωνιολογικά, η «συνοδοιπορία και η συμμετοχή στον πόνο του άλλου» θεολογικά εμπνέονται και δεν επιβάλλονται, διεγείρουν τις ψυχές επι παν έργον αγαθόν και δεν επιτάσσονται.

Βέβαια, ας το τονίσω στο τέλος: εκφράζω τον απόλυτο σεβασμό, αποδέχομαι εξ ολοκλήρου την απόφαση απο οιονδήποτε να επιλέξει το τέλος της επι γης βιωτής του, πλην όμως, δε συμφωνώ, δεν το ενστερνίζομαι, δεν το επικροτώ, δεν το εγκολπώνομαι. Ο Πανάγιος Θεός, Πρώτος Εκείνος σέβεται την ελευθερία κάθε προσώπου και τις επιλογές του και κατ΄ επέκταση, αν επιθυμούμε να είμεθα ορθόπρακτα χριστιανοί δεν έχουμε παρά και εμείς να το σεβαστούμε. Άλλωστε, παρά την όποια δύσκολη κατάσταση του ασθενούς (και εδώ δεν ισχύει η φράση της λαϊκής θυμοσοφίας ότι «έξω απο το χορό ξέρει κανείς πολλά τραγούδια»), πιστεύουμε, αν βέβαια πιστεύουμε, στην πρόσκαιρη παραμονή μας στον παρόντα βίο. «Ξενοδοχούμεθα»(Ι.Χρυσόστομος) στην παρούσα ζωή, πρόσκαιροι και εφήμεροι είμεθα εδώ και, επομένως, αγωνιζόμεθα μέχρι τέλους, ει δυνατόν, τον «αγώνα τον καλόν», τον αγώνα της Πίστεως.

Η ευθανασία λοιπόν (η οποία σημασιολογικά κοστίζει πέραν των 10.000 ευρώ, καθώς και έπονται περίπου 2.500 για την τελική καύση του νεκρού), στην ουσία, αποτελεί άρνηση του Ζωοδότου Χριστού και σύμπραξη μετά της χορείας των δαιμόνων. Καθείς λοιπόν, «εις τα εφ΄ω ετάχθη».

ΥΓ. Στις ως άνω σημειώσεις, οι οποίες περιλαμβάνονται στη σειρά των αναρτήσεών μου υπό τον τίτλο «Λειτουργικές και Νομοκανονικές Απορίες», δεν κάμνω αναφορά στην παιδαγωγική σημασία εξ επόψεως ορθοδόξου θεολογίας της ασθένειας γενικότερα, καθώς οι ως άνω τοποθετήσεις διακρίνονται για την αμεσότητα και συντομία τους και δεν τρέφουν την ελπίδα της συμπερίληψής τους στον τομέα της αρθρογραφίας μου.