Ένας βουδιστής ιερέας καλείται από το Χριστό στην Ορθοδοξία

Loading...


Αφήγηση του Nilus Stryker

Η ιστορία του Nilus είναι μία από τις πολλές που έχω ακούσει τα τελευταία χρόνια. Πρόκειται για ένα φαινόμενο της εποχής μας. Τον Nilus τον γνώριζα από την καιρό που ήταν Βουδιστής. Εγώ πάλευα να αφομοιώσω τις ίδιες διδασκαλίες κάτω από τον ίδιο δάσκαλο. Δεν έφτασα εκεί που έφτασε ο Nilus, διότι όταν ο δάσκαλος μου είπε πως η περαιτέρω πρόοδος απαιτούσε την διακοπή κάθε άλλης πνευματικής αναζήτησης, η συνείδησή μου ξύπνησε και μου απαγόρευσε να το κάνω, καθώς επίσης με κατεύθυνε πίσω στον Χριστό και την Ορθόδοξη Εκκλησία. Ο κοινός παρανομαστής σε όλες αυτές τις ιστορίες φαίνεται να είναι πως αν ένας άνθρωπος έχει ήδη βιώσει κάποια ουσιώδη επαφή με το Ευαγγέλιο του Χριστού, τότε η πνευματική του πρόοδος θα εμποδιστεί σε κάποιο σημείο, ώσπου το άτομο αυτό να επιστρέψει στον Χριστό.

Υπήρξα Βουδιστής επί δέκα χρόνια. «Χειροτονήθηκα» μετά από επτά χρόνια μελέτης με τον δάσκαλό μου σε μια μικρή οικογενειακή γραμμή του Nyingma του Vajarayana (Θιβετιανού) Βουδισμού. Είχα ένα Πνευματικό Δάσκαλο στην γραμμή αυτή τον οποίον αγαπούσα και συνεχίζω να αγαπώ. Ήταν, και συνεχίζει να είναι, παράδειγμα καλοσύνης στη ζωή μου. Χάρη στην δική του καθοδήγηση, άρχισα να βλέπω τον κόσμο πιο καθαρά και μεγαλόψυχα. «Χειροτονήθηκα» Ngakpa της γραμμής Nyingma. Το Ngakpa είναι ταντρική «χειροτονία» (ιεροσύνη) η οποία αν και έχει όρκους (damsig), αυτοί δεν προϋποθέτουν παρθενία ή αποχή από κρέας και αλκοόλ.

Οι sangha μας δεν ήσαν αρνητές του σώματος, μόνο ακολουθούσαν την βασική μάθηση του tantra και dzogchen: και τα δύο αυτά βασίζονται στην μεταμόρφωση και όχι στην άρνηση του σώματος, καθώς και στις αιφνίδιες στιγμές ενόρασης οι οποίες τρεμοπαίζουν σε διάρκεια και ένταση και οδηγούν σε rigpa (κατάσταση νοός και αντίληψης που βασίζεται στην χαλάρωση που μας εισάγει στην φυσική κατάσταση διαφώτισης). Οι στιγμές εκείνες εγείρονταν δια της ενεργούς επέμβασης του δασκάλου μας, ή δια της ικανότητάς μας να μπαίνουμε «χαλαρά» μέσα στην υφή και την ποιότητα της εμπειρίας του «είναι» και του «μη-είναι» που ήταν το αποτέλεσμα των πρακτικών που είχαμε μάθει. Με το πέρασμα του χρόνου, οι στιγμές αυτές εξελίσσονται σε μια θεώρηση του κόσμου με όλο και περισσότερη καλοσύνη, ευγνωμοσύνη και συμπόνοια. Ο δάσκαλός μου συνήθιζε να λέει πως ο Βουδισμός είναι κατά 99% μέθοδος και 1% αλήθεια. Στον Βουδισμό, οι πρακτικές χρησιμοποιούνται για να αναπτυχθεί η διαύγεια και μια αίσθηση επαγρύπνησης που σε βοηθούν να διακρίνεις μια πραγματικότητα που δεν είναι διαστρεβλωμένη από νευρωτικά μυαλά και τις συνήθειες εξ αντιδράσεως.

Ήμασταν μια μη-λειτουργική γραμμή, εφαρμόζαμε μόνο την «καθιστική σιωπή» και τραγούδια γιόγκικα, προσευχές-mantra, και επιλεγμένες ψυχο-πνευματικές φυσικές ασκήσεις στον πυρήνα της πρακτικής μας. Πήγαινα σε προσκυνήματα σε ιερούς τόπους του Νεπάλ και συμμετείχα σε απομονώσεις με τον δάσκαλό μου και τις αδελφές και αδέλφια «vajra» από την Αμερική και την Ουαλία. Τα απομονωτήρια αυτά – είτε συνεργαζόμενα είτε μεμονωμένα – έδιναν πολύ μεγάλο νόημα στη ζωή μου. Και μπορώ να πω με απόλυτη βεβαιότητα πως βίωσα κάποια «ανοίγματα» απόψεως, διευρύνσεις προοπτικής και εμπειρίες που αποδίδω στον δάσκαλό μου και τις πρακτικές που μου δόθηκαν.

Ένα απόγευμα στα τέλη Ιανουαρίου του 1999, πήγα στον βωμό μου για την τακτική ημερήσια πρακτική μου. Συνήθιζα να αρχίζω με ένα γιόγκικο τραγούδι, έλεγα την προσευχή mantra, και μετά έκανα καθιστική σιωπή. Άναψα τα κεριά στον βωμό μου, και αφού τελείωσα το τραγούδι και την προσευχή μου, προχώρησα στην άσκηση σιωπής. Δεν μπορώ να πω πόση ώρα ακριβώς καθόμουν έτσι, όταν άκουσα ολοκάθαρα την φωνή μου να ξεστομίζει, με δικά μου λόγια, «Μου λείπει ο Ιησούς».

Το είπα μεγαλόφωνα. Έμοιαζε σαν να βγήκε μέσω εμού, και όχι σαν να το πρόφερα εγώ ο ίδιος, όμως δεν επρόκειτο για έξωθεν φωνές. Ήταν ξεκάθαρο πως εγώ το είπα. Όταν είπα «Μου λείπει ο Ιησούς» αισθάνθηκα να γεμίζω με μια λαχτάρα. Δεν ξέρω πως αλλιώς να το ονομάσω. Άλγος. Πονούσα μέσα μου. Αισθανόμουν αυτόν τον απόλυτο νόστο και δεν το πίστευα. Προσπάθησα να συγκεντρώσω την προσοχή μου και την επαγρύπνηση, για να συνεχίσω τον διαλογισμό μου. Συχνά, κατά την διάρκεια του διαλογισμού, τυχαίνουν κάποιες ασυνήθιστες διαισθήσεις, οσφρήσεις, οπτικές απάτες, ίσως και ηχητικές: πρόκειται για ψυχο-πνευματικές ανωμαλίες που μας αποπροσανατολίζουν κατά την διάρκεια των σκέψεών μας και που εκπαιδευόμαστε να τις παρατηρούμε αποστασιοποιημένοι.

Οι σκέψεις έρχονται και πάνε μεν, αλλά η μέθοδος που εφάρμοζα επιδίωκε να μην προσκολλάται σε οποιαδήποτε σκέψη που θα με οδηγούσε σε μια εσωτερική αφήγηση ή ιστορία… Έτσι, έκανα μια απόπειρα να θεωρήσω αυτή την εμπειρία σαν ένα nvam (εμπειρία διαλογισμού) και να μην της δώσω και πολύ σημασία. Δεν κατάφερα όμως να ξανασυγκεντρωθώ, ούτε να χαλαρώσω. Σηκώθηκα από τη θέση μου. Σκέφθηκα πως μάλλον πρόκειται για προβολές από στιγμιότυπα της παιδικής μου ηλικίας. Παιδιάστικα πράγματα μανούλας-πατερούλη, και αγάπης που δεν χόρτασα ενώ την επιζητούσα σαν παιδί… Ναι, σίγουρα θα είχε σχέση με την Χριστιανοσύνη των παιδικών μου χρόνων… Αν και οι γονείς μου ήταν νομιναλιστές Χριστιανοί, είχα ανατραφεί ως Πρεσβυτεριανός λόγω της κοντινής απόστασης της εκκλησίας από το σπίτι μας. Οι γονείς μου πάντως δεν ήταν από αυτούς τους φανατικούς και επικριτικούς Χριστιανούς.

Τερμάτισα την άσκησή μου και πήγα στην κουζίνα, όπου άρχισα να πλένω τα πιάτα. Έκανα και μερικές δουλειές του σπιτιού και δεν το σκεφτόμουν ιδιαίτερα, με εξαίρεση την συνεχιζόμενη αίσθηση πόνου που δεν έλεγε να ελαττωθεί. Στάθηκε αδύνατο να αποτινάξω την εμπειρία, όσο επίμονα και αν το προσπαθούσα. Συνέχιζα να έχω μέσα μου εκείνον τον τρομερό πόνο που δεν μπορούσα να αγνοήσω, ούτε να εξηγήσω. Δεν το ανέφερα στην σύζυγό μου, όμως, ούτε μπορούσα να σταματήσω να το σκέπτομαι, ούτε να βρω ανακούφιση από το άλγος και τον πόνο.

Περάσαμε μια συνηθισμένη βραδιά, είδαμε λίγη τηλεόραση, κουβεντιάσαμε, και μετά πήγα στο ατελιέ μου να ζωγραφίσω. Είμαι ζωγράφος, και το ατελιέ μου επικοινωνεί με την αγροικία μας, και πολλές φορές κοιμάμαι εκεί όταν ζωγραφίζω μέχρι αργά. Ύστερα από μερικές άκαρπες προσπάθειες πάνω σε ένα καμβά που είχα αρχίσει, πήγα για ύπνο.

Εκείνη τη νύχτα, στις τρεις μετά τα μεσάνυχτα, ξύπνησα από μια «παρουσία» μέσα στο δωμάτιό μου. Ήταν ο Νόστος. Δεν ξέρω πώς αλλιώς να το αποκαλέσω. Ένοιωσα μια «παρουσία νόστου» μέσα στο δωμάτιο. Ανησύχησα, μήπως κάποιος είχε μπει κρυφά μέσα στο σπίτι. Βγήκα από το κρεβάτι και έλεγξα όλα τα δωμάτια του σπιτιού. Δεν υπήρχε κανένας άλλος (εκτός από την σύζυγό μου) μέσα στο σπίτι, και αυτή κοιμόταν βαθειά. Αποφάσισα – μιας και ξαγρύπνησα – να κάνω καμία άσκηση, έτσι πήγα στον βωμό μου στο ατελιέ μου. Έκανα διαλογισμό για περίπου τριάντα-σαράντα πέντε λεπτά και επέστρεψα στο κρεβάτι μου. Το επόμενο πρωί έλεγξα αν όλες οι πόρτες ήταν κλειδωμένες, και κάπως διστακτικά έριξα μια ματιά σε όλο το σπίτι, μήπως και βρω κάτι που να εξηγούσε εκείνη την «παρουσία». Κατοικίδια δεν έχουμε, οπότε, ρώτησα την Νταϊάν αν είχε σηκωθεί την νύχτα για κάποιον λόγο. Κοιμόταν συνεχώς.

Με ρώτησε αν συμβαίνει κάτι. Της είπα πως είχα σηκωθεί μέσα στη νύχτα, και πως δεν μπόρεσε να με πάρει ο ύπνος για κάμποση ώρα. Δίστασα να της πω οτιδήποτε περί της αίσθησης μιας «παρουσίας». Δεν ήθελα να την τρομάξω, και ούτε ήθελα να με περάσει για τρελό. Την επόμενη νύχτα πάλι μου «φώναξε» να ξυπνήσω. Δεν μπορώ να σας πω ακριβώς πώς αισθανόμουν, μόνο πως υπήρχε αυτή η «παρουσία» μέσα στο δωμάτιο. Δεν ήταν φώτα, δεν ήταν παραισθήσεις, δεν ήταν θόρυβοι, δεν ήταν φανφάρες, δεν ήταν τίποτε σχιζοφρενικό (απ’ όσα μπόρεσα να καταλάβω), όμως ήταν σίγουρα η αίσθηση πως κάποια παρουσία με καλούσε να ξυπνήσω. Μπορώ να το περιγράψω μόνο σαν «παρουσία Νόστου». Πονούσα μέσα μου, και νοσταλγούσα κάτι που δεν μπορούσα να περιγράψω… Ένοιωθα εκατομμύρια μίλια μακριά από την εστία μου.

Οφείλω να επισημάνω πως η ζωή μου ήταν αρκετά ευτυχισμένη. Η σύζυγός μου (ηλικίας εικοσιπέντε) και εγώ είμαστε ερωτευμένοι. Είμαστε και οι δύο ζωγράφοι, και κάναμε καλές δουλειές στον τομέα αυτό. Είχαμε μια μικρή αγροικία σε μια μικρή παραθαλάσσια πόλη της Βορείου Καλιφόρνιας, κοντά στο Σαν Φρανσίσκο που αγαπούσαμε. Είχα ένα υπέροχο πνευματικό δάσκαλο και είχα πάρει όρκους και ήμουν αφοσιωμένος στην Βουδιστική Γραμμή και στο μονοπάτι του. Και ήμουν αρκετά υγιής, για άντρα πενήντα-κάτι ετών και χοντρό. Γενικά, όλα ήταν ΟΚ. Καμία μεγάλη κρίση. Τίποτα που να συσχετιζόταν με την εμπειρία που περνούσα, ή την απίστευτη αίσθηση νόστου που ένοιωθα. Σαν να ήμουν ερωτευμένος, χωρίς να γνωρίζω με ποιόν ή με τι. Σαν να ήμουν έφηβος ερωτευμένος. Δεν μπορούσα να σταματήσω αυτόν τον πόνο, τον νόστο, το μπέρδεμα. Όλα ξεκίνησαν, όταν πρωτοείπα «Μου λείπει ο Ιησούς», όμως δεν παραδεχόμουν πως αυτό ήταν πράγματι η πηγή αυτού του πόνου. Πρέπει να ήταν κάτι άλλο. Αλλά δεν ήξερα τι. Είχα προσπαθήσει να το ξεμπερδέψω λογικά, κάνοντας ένα νοερό ευρετήριο πιθανών πηγών, κινήτρων, γεγονότων, που θα μπορούσαν να είχαν γεννήσει αυτόν τον νόστο. Είχα κολλήσει. Κανένα από αυτά που ήταν στην λίστα δεν έμοιαζε να εξηγεί την εμπειρία αυτού του νόστου, πολλώ μάλλον την αίσθηση της παρουσίας κάποιου μέσα στο δωμάτιό μου την νύχτα.

Επί μία εβδομάδα, με καλούσε να ξυπνήσω στις τρεις μετά τα μεσάνυχτα. Άρχισα να τρομάζω λιγάκι. Δεν διέθετα καμία εξήγηση για αυτά που συνέβαιναν, και καμία απολύτως ιδέα για το πώς να το χειριστώ. Παραδέχθηκα πως ήταν κάτι πέραν όλων όσων είχα βιώσει, και ήλπιζα πως θα με βοηθούσε ο δάσκαλός μου να καταλάβω και να αντιμετωπίσω τις εμπειρίες μου. Αν κάποιος θα μπορούσε να ξέρει τι ήταν αυτό που μου συνέβαινε, θα ήταν αυτός. Τελικά, επικοινώνησα με τον δάσκαλό μου στην Ουαλία και του αφηγήθηκα ολόκληρη την σειρά των εμπειριών μου. Μου έδωσε το όνομα μίας θεότητας του Θιβέτ που μπορούσα να επικαλεσθώ, καθώς και μια προσευχή-mantra που συσχετιζόταν με εκείνο το «Ον της Επαγρύπνησης» (το sangha μας χρησιμοποιεί τον όρο «Ον της Επαγρύπνησης» εν αντιθέσει με τον παραδοσιακό όρο «θεότητα»). Μου είπε πως αν συνέχιζαν οι εμπειρίες, να κάνω την άσκησή μου και να απαγγείλω την προσευχή-mantra που μου είχε δώσει.

Εκείνο το βράδυ με ξύπνησε πάλι η αίσθηση μιας «παρουσίας». Πήγα στον βωμό μου και άναψα τα κεριά. Εκάθησα σε σιωπηλό διαλογισμό για λίγο, πριν αρχίσω να λέω την προσευχή-mantra και να καλώ την Βουδιστική θεότητα που μου είχαν υποδείξει να χρησιμοποιήσω. Η μεσιτεία του ήταν ισχυρότατη. Επικράτησε μια βαθειά σιγή, και ένοιωσα μια ηρεμία και γαλήνη που διαπερνούσαν –μου φάνηκε– το δωμάτιό μου. Κάλεσα το όνομα της θεότητας όπως μου είχε υποδείξει ο Ρινποτσε (τιμητικός τίτλος για δάσκαλο Vajrayana που στην κυριολεξία σημαίνει Πολύτιμο Πετράδι). Προς μεγάλη μου έκπληξη, άκουσα μια φωνή να λέει «Εγώ δεν είμαι αυτό». Δεν μπορώ να σας πω από πού ερχόταν η φωνή αυτή. Μου φάνηκε σαν την δική μου φωνή, παρ’ ότι δεν θυμάμαι να ξεστόμισα εγώ εκείνες τις λέξεις. Δεν μπορώ να σας πω με ακρίβεια αν η φωνή αυτή ήταν εσωτερική ή εξωτερική, πάντως ήταν μια φωνή που είπε καθαρά και χαρακτηριστικά «ΕΓΩ ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΑΥΤΟ».

Ταράχθηκα συθέμελα. Καθόμουν αποσβολωμένος και αμίλητος. Σηκώθηκα και βγήκα έξω από το σπίτι. Πρέπει να ήταν τρεις και μισή τα ξημερώματα, και ένα χλωμό φεγγάρι μόλις που διακρινόταν πάνω από τον ωκεανό. Κάθισα στο κατώφλι του σπιτιού μας και άρχισα να κλαίω. Ο πόνος και ο νόστος μέσα μου δεν είχαν μειωθεί. Μάλλον είχαν φουντώσει περισσότερο. Είχα φτάσει στα όρια της τρέλας. Ήμουν σίγουρος πως κάτι συνέβαινε. Μόνο που δεν ήξερα τι. Έκλαψα με την καρδιά μου. Με λυγμούς. Τελικά, σήκωσα το κεφάλι και ρώτησα:«Ποιος είσαι;»

Μόλις ξεστόμισα εκείνες τις λέξεις, συνέβη κάτι το απίστευτο. Προσπαθήστε να καταλάβετε, πως δεν διαθέτω καμία αίσθηση του πρέποντος σε όσα περιγράφω. Δεν κατέχω καν τον τρόπο να εξηγήσω πώς ή γιατί συνέβη αυτό που συνέβη. Είμαι ο πλέον βλάκας. Δεν έχω καν το δικαίωμα να προσπαθήσω να εξηγήσω τι έγινε, ούτε και να προσπαθήσω να πω ότι εγώ – κατ’ οιονδήποτε τρόπο – κατανοώ ή αξίζω αυτό που έγινε. Πάντως, μόλις πρόφερα εκείνες τις λέξεις, γέμισα με ένα απαλό Φως. Ξέρω, είναι δύσκολο να κατανοηθεί, αλλά εγώ πράγματι γέμισα από αυτό το Φως. Δεν ήταν «ορατό» με την συνηθισμένη έννοια. Ήταν μια φωτεινότητα που με γέμιζε. Δεν μπορώ να περιγράψω εκείνο το Φως, ούτε να περιγράψω πώς ένα φως μπορεί να κουβαλάει μια «γνώση», πάντως εγώ ήξερα πως ένα Φως είχε διεισδύσει μέσα μου, και μάλιστα με γνώριζε προσωπικά. Ξέρω πως αυτό ακούγεται απίστευτο, αλλά συνέβη. Το Φως όχι απλώς με γνώριζε εμένα, τον Nilus, τον αψίθυμο γερο-παράξενο, που όλα τα είχε θαλασσώσει, αλλά με αγαπούσε κιόλας – με αγαπούσε πραγματικά.

Συγχωρήστε μου το παράτολμο θράσος, αλλά πρόκειται για αυτό ακριβώς που αισθανόμουν. Δεν έχω τον τρόπο να σας εξηγήσω πώς ήμουν σίγουρος γι’ αυτό, μόνο ότι ήμουν. Δεν ήξερα πώς να το ονομάσω. Ένοιωθα άβολα, όταν προσπαθούσα να πω «Θεός» ή «Χριστός», όμως ένοιωθα πως ετούτο έπρεπε να είχε σχέση με τον Θεό και τον Χριστό-Λόγο. Μόνο που δεν μπόρεσα να πείσω τον εαυτό μου να το ξεστομίσει. Μου φαινόταν υπερβολικά αδύνατο να το κάνω: ήταν τόσο γεμάτο από όσα είχα απορρίψει στην Χριστιανοσύνη (την Προτεσταντική Χριστιανοσύνη των παιδικών μου χρόνων). Μου ήταν αδύνατον να προφέρω αυτές τις λέξεις, παρ’ ότι αισθανόμουν πως είχε αποκοπεί μέσα μου ένα κομματάκι του Θεού, και πως αυτό το κομμάτι ήταν Αγάπη. Ένοιωθα την παρουσία της Αγάπης. Ένοιωθα μια Θεία Αγάπη. Ένοιωθα μια Αγάπη που ήρθε σε μένα προσωπικά, λες και είχε φωνάξει το δικό μου όνομα την στιγμή που με διαπερνούσε. Και όμως… λες και ήταν πάντοτε μέσα μου, χωρίς εγώ να το ξέρω. Σαν να διείσδυσε και να ανέβλυσε μέσα μου ταυτόχρονα. Ξέρω πως είναι δύσκολο να το φαντασθεί κανείς, αλλά δεν έχω άλλα λόγια που να μπορώ να επιστρατεύσω για να αποπειραθώ να το εξηγήσω αυτό το πράγμα. Αν υπήρχε κάποιος τρόπος για να σας τα πω όλα αυτά με περισσότερη σαφήνεια, θα το έκανα.

Έπεσα στα γόνατα και μετά τεντώθηκα πρηνής στο έδαφος. Δεν μπορώ να πω πόση ώρα έμεινα έτσι, πάντως κάποια στιγμή αργότερα ανακάθισα, πάνω στα σκαλοπάτια, και πάλι έκλαψα. Δεν έχω τρόπο να εξηγήσω τι ακριβώς ένοιωθα. Ίσως να είναι λάθος να το λέω, αλλά είχα νοιώσει τα λόγια να με εγκαταλείπουν καθώς διείσδυε το Φως, και αισθάνθηκα μια «γνώση» μέσα μου, η οποία φαινόταν να γεννιέται με την Αγάπη. Ήξερα πως ο Θεός με αγαπούσε, και όμως, δεν μπορούσα να πω την λέξη «Θεός». Ήξερα πως με καλούσε ο Χριστός, όμως δεν μπορούσα να πω την λέξη «Χριστός».

Μέσα από τον Βουδισμό μου, είχα φτάσει σε κάποιες συνειδητοποιήσεις, κάποιες μικρές αναλαμπές κατανόησης της «Μεγάλης Εικόνας», δια του δασκάλου μου και των πρακτικών μου, αλλά τίποτε δεν θύμιζε ετούτο εδώ. Έλαμπα μέσα μου, από Αγάπη και μια «γνώση» για το Φως. Δεν ήταν μια πραγματική λάμψη – ορατή ή απτή – πάντως ένοιωθα πως έλαμπα μέσα μου. Δεν μπορούσα να διακρίνω αν ο Θεός λαχταρούσε για μένα ή εγώ για τον Θεό. Ήταν σχεδόν σαν να συναντηθήκαμε από κοινού μέσα σ’ αυτή την Λαχτάρα. Για πρώτη φορά, ο Νόστος – η Λαχτάρα – έμοιαζε να είναι η εμπειρία της παρουσίας του Θεού και η σχέση μου μαζί Του. Στον Βουδισμό συχνά μιλούσαμε για την εύρεση της παρουσίας της αντίληψής μας μέσα σε ένα περιστατικό ζωής. Στο tantra της γιόγκα, όσα βιώνουμε μας προσφέρουν την δυνατότητα να βιώσουμε τον φωτισμό εκείνη την στιγμή. Οι πρακτικές μας συχνά βασίζονταν στην εύρεση της παρουσίας μιας αντίληψης μέσα στο συναίσθημα ή τις συνθήκες ζωής που βιώναμε. Φαίνεται πως εγώ εντόπισα την παρουσία της αντίληψής μου, την στιγμή της λαχτάρας για (και από) τον Θεό, ως Φως και Αγάπη.

Για πρώτη φορά στη ζωή μου, υπήρχε μια Θεία Αγάπη, μια Αγάπη που γνώριζε το όνομά μου. Δεν ξέρω πόση ώρα καθόμουν στα σκαλοπάτια. Ο ουρανός φάνηκε να ξημερώνει, αλλά δεν θυμάμαι πότε μπήκα στο σπίτι. Σίγουρα αποκοιμήθηκα κάποια στιγμή, αλλά δεν θυμάμαι ακριβώς πότε έγινε αυτό, παρ’ ότι -όταν ξύπνησα- διαπίστωσα πως ακόμα φορούσα τα ρούχα μου.

Το επόμενο πρωί όταν διηγήθηκα στην σύζυγό μου τα όσα συνέβησαν, της είπα πως «Ένα Φως Που Δεν Είναι Φως και Που Γνωρίζει Το Όνομά Μου» είχε διεισδύσει μέσα μου. Δεν ήξερα πώς αλλιώς να το αποκαλέσω. Περιέγραψα την εμπειρία, αλλά και πάλι δεν κατόρθωσα να προφέρω την λέξη «Θεός», ούτε να χρησιμοποιήσω το όνομα «Χριστός». Το ονόμασα «Ένα Φως Που Δεν Είναι Φως και Που Γνωρίζει Το Όνομά Μου»

Φυσικά, η σύζυγός μου – σαν τυπική Καλιφορνέζα – με ρώτησε αν ήμουν «φτιαγμένος». Γελάσαμε και οι δυο. Είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που αυτό ανήκε στις επιλογές μας (το κάπνισμα οιουδήποτε είδους ήταν απαγορευμένο στο sangha μας), όμως μου έδωσε την προσοχή της και εγώ της έδωσα όλες τις λεπτομέρειες. Ήξερα ήδη, σε εκείνη την φάση, πως όλα είχαν αλλάξει. Κατά κάποιον τρόπο, η Αγάπη είχε μπει στην εικόνα, και η ζωή όπως την ήξερα γκρεμιζόταν γύρω μου. Ο δάσκαλός μου ήταν αθεϊστής, και ο Βουδισμός που είχα διδαχθεί δεν πρότεινε επ’ ουδενί την ιδέα ενός Θεού-Δημιουργού, ούτε μιας θεότητας που να είναι πηγή Αγάπης. Μιλούσαμε για συμπόνοια και σοφία, καλοσύνη και αντίληψη, αλλά σπανίως αναφερόταν η λέξη Αγάπη, και σίγουρα όχι σε συνάφεια με Θεϊκή Αγάπη. Η σύζυγός μου είχε τρομοκρατηθεί. Το καταλάβαινα. Όσο και να το καλαμπουρίζαμε το θέμα, το αντιλαμβανόταν πως όλα είναι «στον αέρα». Δεν γνώριζε πού θα με οδηγούσε αυτό. Είχαν σταθεροποιηθεί αρκετά, όλα τα πράγματα της ζωής μας. Εκείνο το βράδυ, όλα ταρακουνήθηκαν ως τον πυρήνα τους, και η σύζυγός μου το διαισθάνθηκε.

Όταν Το Φως Που Δεν Είναι Φως και Που Γνωρίζει Το Όνομά Μου με διαπότισε με τον εαυτό του, γνώρισα πράγματα που δεν μπορούσα να εξηγήσω. Βίωσα μια προσωπική Αγάπη από μια Πηγή που ήταν πέρα από κάθε τι που είχα βιώσει μέχρι τότε. Ήταν υπέροχη και ταυτόχρονα τρομερή. Γιατί όμως δεν μπορούσα να χρησιμοποιήσω τη λέξη Θεός ή Χριστός; Τι ήταν αυτό που με κρατούσε; Η σκέψη πως θα μπορούσε να ήταν οιοσδήποτε εκ των δύο, μου έφερνε ισχυρό ρίγος, και όμως, για πρώτη φορά, φαινόταν πως ήταν δυνατόν. Ήταν δυνατόν, να είναι του Θεού η Αγάπη αυτή. Ήταν δυνατόν, αυτή να ήταν μια εμπειρία του Χριστού. Κατά κάποιον τρόπο, μπορεί να φταίω και εγώ ο ίδιος που το έβλεπα σαν κάτι ‘ρετρό’, αν το ομολογούσα. Δεν ήταν δα επιθυμία μου να γίνω Χριστιανός. Εγώ κριτικάριζα τους Χριστιανούς ως υποκριτές και βλάκες, χρόνια τώρα. Σαν Βουδιστής, ήμουν κατά τι πιο συγκρατημένος και ευγενικός σ’ αυτά, αλλά πάντως δεν είχα κανένα σκοπό να γίνω Χριστιανός, ούτε είχα καμία επιθυμία να εξερευνήσω αυτό το μονοπάτι. Ποτέ δεν κατάφερα να απαλλαγώ από την ιδέα ύπαρξης ενός Θεού, παρ’ ότι ο Ρινποτσε μου έλεγε πως θα έπρεπε να καταπιαστώ με την ιδέα του Θεού, συσχετίζοντάς την όμως με την μομφή. Μεμφόμουν τον Θεό για πολλά πράγματα στη ζωή μου. Μου έλεγε ο Ρινποτσε πως, για να ωριμάσω πνευματικά, θα έπρεπε να εγκαταλείψω την θεωρία της μομφής. Είχε δίκιο.

Ένας κόσμος ανοιγόταν, και ένας άλλος αποσυρόταν. Οι όρκοι που είχα πάρει γενόμενος ένας Ngakpa, ήταν δια βίου όρκοι. Η υποχρέωση που είχα αναλάβει εθεωρείτο «υποχρέωση πολλαπλών ζωών» στον δάσκαλό μου και στην γραμμή μου. Και να που τώρα βρέθηκα αντιμέτωπος με το γεγονός πως υπάρχει ένας Δημιουργός της Αγάπης, μια Πηγή Αγάπης και ένα Πνεύμα Αγάπης, που δεν μπορούσε ο Βουδισμός μου να εξηγήσει, και το οποίο γεγονός -λόγω της εμπειρίας που βίωσα- δεν μπορούσα να αρνηθώ. Πάλευα μέσα μου, για το τι έπρεπε να κάνω. Δεν είχα κανένα πλαίσιο που θα μπορούσε να με βοηθήσει να ξεμπερδέψω αυτή την εμπειρία. Ο αθεϊσμός του δασκάλου μου έμοιαζε να αποκλείει την δυνατότητα να μου δείξει κατανόηση για την πραγματικότητα που μόλις ζωντάνεψε μέσα στη ζωή μου. Είχα υποστεί μια εμπειρία η οποία μάλλον γύρισε τα μέσα έξω στον Βουδισμό μου. Η δομή της πρακτικής μας, και η καθοδήγηση του δασκάλου μου, φάνταζαν περιορισμένα, και –οφείλω να ομολογήσω- ατελή. Ήμουν σίγουρος πως ο δάσκαλός μου έκανε λάθος για τον Θεό. Τι να έκανα όμως;

Ο Παντελεήμων-David Walker είναι ο βελονιστής μου, και μέλος της Ορθοδόξου Εκκλησίας στην Αμερική (σ.μ: Orthodox Church in America -OCA- πρόκειται για κανονική αυτόνομη Εκκλησία που υπάγεται στο Πατριαρχείο της Ρωσίας). Συζητούσαμε επί μήνες περί Βουδισμού και Χριστιανοσύνης, όσο καιρό μου έκανε θεραπεία. Την επόμενη εβδομάδα, είχα ραντεβού μαζί του. Αφού χαιρετηθήκαμε, μου είπε: «έχω ένα βιβλίο για σένα, που πιστεύω θα απολαύσεις». Ήταν το:Χριστός: το Αιώνιο Τάο, του Ιερομονάχου Δαμασκηνού (σ.μ.: βιβλίο βασισμένο στις σημειώσεις του π. Σεραφείμ Ρόουζ). Εκείνο το βράδυ, βυθίστηκα στο βιβλίο αυτό. Δεν έχω ιδέα πότε πήγαινα για ύπνο, αλλά το διάβαζα μέρες ολόκληρες, και μου έδωσε μια βάση για το ξεμπέρδεμα της εμπειρίας που βίωνα, σε σχέση με Το Φως Που Δεν Είναι Φως και Που Γνωρίζει Το Όνομά Μου.

Γνώριζα πως υπήρχε μια Πηγή Αγάπης και μια Ενέργεια Αγάπης, όμως δίσταζα να το αποκαλέσω «Άγιο Πνεύμα». Είχα αφήσει πολύ πίσω μου την Χριστιανοσύνη των παιδικών μου χρόνων. Οι λέξεις αυτές συνέχιζαν να σκαλώνουν στο λαρύγγι μου.

Ο David μου πρότεινε να προσπαθήσω να πάω σε μια Ορθόδοξη εκκλησία και ανέφερε ένα Ορθόδοξο Χριστιανικό Ναό της Αμερικής το Σαν Φρανσίσκο. Όμως, αυτό φάνταζε πολύ αλλόκοτο, και πολύ μεγάλη δέσμευση προς μια θρησκεία που είχα προ πολλού παρατήσει. Επιζητούσα κάτι που δεν στηριζόταν σε κάποιο ιδρυματικό πλαίσιο. Το τελευταίο πράγμα που επιθυμούσα, ήταν να μπλέξω με μια εκκλησία. Στο κάτω-κάτω, ήμουν Βουδιστής. Γιατί παρασυρόμουν προς μια άλλη θρησκεία, και ειδικά τον Χριστιανισμό; Είχα δεσμευθεί στον δάσκαλό μου και στην γραμμή μου. Δεν θα έπρεπε να εξερευνώ σε τέτοιο προχωρημένο στάδιο μια οποιαδήποτε άλλη μορφή λατρείας. Έλα όμως, που ο Βουδισμός μου δεν άγγιζε ούτε αναγνώριζε τις εμπειρίες που μόλις βίωσα, σε σχέση με το Θείο. Γνώριζα -με την ίδια βεβαιότητα που γνώριζα οτιδήποτε άλλο- πως η εμπειρία που βίωσα του Φωτός Που Δεν Είναι Φως και Που Γνωρίζει Το Όνομά Μου ήταν πραγματική και αληθινή. Ο δάσκαλός μου έλεγε πως δεν υπάρχει Θεός, και εγώ βίωσα την Θεία Αγάπη προσωπικά.

Αντιστεκόμουν στην ιδέα της εκκλησίας, όμως, η Ορθοδοξία διέθετε μια αρχαία παράδοση προσήλωσης, και μια μέθοδο για την εμβάθυνση και την διαπλάτυνση της προσωπικής αίσθησης της μεταμορφώσεως του εαυτού σε σχέση με το Θείο. Το βιβλίο του πατρός Δαμασκηνού με έκανε δεκτικό, τουλάχιστον στην δυνατότητα της εξερεύνησης (χωρίς δέσμευση) μιας Χριστιανικής παράδοσης που ήταν πολύ πέρα από οποιαδήποτε Χριστιανική παράδοση που είχα ακούσει ποτέ. Τηλεφώνησα στον Καθεδρικό Ναό Αγίας Τριάδος (ένας Ορθόδοξος Χριστιανικός Ναός της Αμερικής στο Σαν Φρανσίσκο.) Το τηλέφωνο το σήκωσε ένας άνδρας, και τον ρώτησα αν οι ακολουθίες τελούνται στα Αγγλικά. Μου απάντησε με μια βαριά, Ρωσική προφορά: «σε σπαστά μόνο». Έσκασα στα γέλια. Με καταγοήτεψε το ανέκφραστο στυλ του χιούμορ του. Σημείωσα τις ώρες των Λειτουργιών και τον ευχαρίστησα.

Κυριακή, επτά Φεβρουαρίου. Ξύπνησα, ντύθηκα, και είπα στη γυναίκα μου πως θα πήγαινα να βρω μια εκκλησία. Σοκαρίστηκε.

«Τι είπες;» μου φώναξε.

«Ξέρω. Ξέρω. Μη ρωτάς. Θα επιστρέψω σε λίγο.»

Έβρεχε καταρρακτωδώς, και οι δρόμοι ήταν σχετικά άδειοι. Οδήγησα μέχρι την πόλη του Σαν Φρανσίσκο και μου ήρθε στο νου μια αχνή εικόνα μιας Ρωσικής εκκλησίας με γαλάζιους τρούλους στην άλλη άκρη της πόλης. Στο ευρετήριο, ο Καθεδρικός Ναός είχε διεύθυνση την οδό Γκρην, και είχα την εντύπωση πως πήγαινα στην σωστή κατεύθυνση. Κάποια στιγμή, εντόπισα τον τρούλο και τον σταυρό… Ποτέ δεν βρίσκεις χώρο για στάθμευση στην συνοικία εκείνη, έτσι, καθώς πλησίαζα, είπα μέσα μου: «αν καταφέρω να σταθμεύσω, θα σταματήσω. Αν όχι, θα πάω στα χάμπουργκερ.» Την στιγμή που το είπα, κάποιος έβαζε όπισθεν και έφευγε από ένα χώρο απέναντι από την εκκλησία… «Εντάξει, εντάξει. θα πάω».

Μπήκα μέσα στην εκκλησία την 7η Φεβρουαρίου 1999. Δεν το ήξερα εκείνη την ημέρα, αλλά ήταν η Κυριακή του Ασώτου.