Πολιτικός γάμος και Χριστιανική κηδεία συμβιβάζονται;

Loading...


Ο πολιτικός γάμος είναι εκούσια εκκλησιαστική αποκοπή και άρα δεν είναι επιλογή κάποιου πού θέλει να ζει συνειδητά κατά Χριστόν

Αυτές τις ημέρες προσπαθώ να συγκεντρώσω κάποιες σκέψεις και να απαντήσω σε κάποιους προβληματισμούς με αφορμή μία ανάρτηση πού κυκλοφορεί στο διαδίκτυο, σχετικά με την επιστολή διαμαρτυρίας πολίτη κατά επισκόπου επαρχιακής μητρόπολης πού απαγόρευσε κηδεία σε τελέσαντα πολιτικό γάμο.

Ως συνήθως η κοινή γνώμη και μάλιστα από χριστιανούς ορθοδόξους, επιστράτευσε προβληματισμούς ρηχού και μοντέρνου ανθρωπισμού, πού προδίδουν επιπόλαια ανάλυση του θέματος και παντελή άγνοια, κατά την γνώμη μου, της ορθόδοξης προοπτικής, άγνοια πού οφείλεται στην επιδερμική και πάντα συναισθηματική σχέση πού έχουν οι νεοέλληνες με την πίστη, την θρησκεία και την Εκκλησία.

Κατ’ αρχάς δεν θα μπω στην διαδικασία να αντιπαρατεθώ στον συγγράψαντα την διαμαρτυρία. Μάλιστα θεωρώ λογικότατο κατά τα κοσμικά κριτήρια, ένας άνθρωπος πού πρόσφατα βίωσε το πένθος και την απόρριψη, να φορτιστεί με αγανάκτηση και να οδηγηθεί στην ακραία υπερβολή εκφράσεων.

Πόσο λογικά όμως είναι τα επιχειρήματα του, τα επιχειρήματα όσων συντάχτηκαν και ταυτίστηκαν με αυτόν στον διαδίκτυο, κατά τα ορθόδοξα κριτήρια; Για την ευκολία μας, ας εξετάσουμε κάποιες από τις προκύψασες ενστάσεις και τα επιχειρήματα ένα καθένα, για να αναχθούμε στην ουσία του θέματος:

1. Η κηδεία έχει παραμυθητικό χαρακτήρα και δεν είναι μυστήριο. Επίσης η εκκλησία κηδεύει φονιάδες, δικτάτορες και τοκογλύφους όχι όμως και τελέσαντες πολιτικό γάμο.

Η κηδεία μεν μπορεί να μην είναι ένα από τα επτά μυστήρια πού η σχολαστική θεολογία αποδίδει στην ορθόδοξη μυστηριολογία, ωστόσο όμως είναι μια ιερολογία, ένα εκκλησιαστικό γεγονός μυστηριακού χαρακτήρα. Συγκεκριμμένα έχει τον χαρακτήρα της πανηγυρικής εξόδου και προπομπής του ορθοδόξου χριστιανού πού άθλησε για τον Χριστό, όπως υποδηλώνεται στην ιδιαίτερη τιμή του λειψάνου και την νεκρώσιμη ακολουθία. Επίσης, έχει και ισχυρό διδακτικό χαρακτήρα για τους ζώντες, αφού τονίζει την πραγματικότητα της ματαιότητας, της κρίσης και του αναπόφευκτου θανάτου. Τέλος έχει και προσευχητικό σκοπό για την ανάπαυση του κεκοιμημένου. Δεν είναι λοιπόν παρηγορητικού χαρακτήρα η κηδεία και δεν γίνεται για τους συγγενείς. Αυτός ο δυτικός αγαπισμός μας έχει εξουθενώσει σαν πνεύματα. Η Αλήθεια δεν στηρίζεται στο συναίσθημα. Ξεκινάμε με το δόγμα στην πίστη μας στην Ανάσταση του Χριστού και στην κοινή ανάσταση και δεν εμμένουμε στις ανθρώπινες παρηγοριές. Ο ιερέας δεν είναι ο μάγος πού θα εξορκίσει το κακό με την παρουσία του και με τον κομψό επικήδειο και με λόγια παρηγοριάς. Είναι αυτός πού θα προπέμψει το παιδί του στην χώρα των Ζώντων, εμπνέοντας την πίστη στην ανάσταση. Ανθρώπινα τα λόγια παρηγοριάς και απαραίτητα. Η εκκλησία μάλιστα έχει και ειδική ευχή προς τους πενθούντες. Ωστόσο, ο ρόλος του ιερέα δεν είναι αυτός της συμπαθούς μοιρολογίστρας.

Αυτή η τιμή της πανηγυρικής κηδείας αποδίδεται σε όλους τους βαπτισμένους ορθόδοξους χριστιανούς, ανεξαρτήτως θέσεως και ηθικής ποιότητας. Με λίγα λόγια όλοι προπέμπονται σαν άγιοι και δεδοξασμένα μέλη της Εκκλησίας. Από την άλλη είναι σίγουρο πώς όλοι είναι αμαρτωλοί και κανείς αναμάρτητος. Ωστόσο, η Εκκλησία λειτουργώντας σαν μητέρα επιφυλάσσει σε όλα τα μέλη της την αυτή πανηγυρική τιμή. Ας τονίσουμε την λέξη μέλη της και την απουσία ηθικών κριτηρίων. Ο τελέσας πολιτικό γάμο θέτει τον εαυτό του εκτός Εκκλησίας. Παραδέχεται δημόσια πώς δεν τον καλύπτει η ιερολογία του ορθόδοξου γάμου και δεν τον αφορά και για τα μάτια του κόσμου επισφραγίζει την εξωγαμική του σχέση με κάποιο κοσμικό συμβόλαιο, υποκατάστατη σφραγίδα του μυστηρίου, έγκριση από την πολιτεία και τον κοινωνικό περίγυρο. Δεν διακρίνει δηλαδή, με καθαρά μικροαστικό πνεύμα, την ευλογία του Θεού από την συναίνεση της κοινωνίας. Με λίγα λόγια εξισώνει την κοινωνική αποδοχή με την εκκλησιαστική του συνείδηση και συμμετοχή. Εξουθενώνει το μυστήριο της Εκκλησίας στην πράξη. Δεν είναι λοιπόν ηθικά τα κριτήρια πού τον κρατούν εκτός κηδείας αλλά εκκλησιολογικά. Αν δεν κάνεις ορθόδοξο γάμο δεν χρειάζεσαι και ορθόδοξη κηδεία. Σε τί ενήθλησες και τί ομολόγησες για να αξίζεις αυτήν την τιμή;

2. Ο πολιτικός γάμος είναι επιλογή ορθοδόξου και μάλιστα όταν υπάρχουν κανονικά κωλύματα.

Ο πολιτικός γάμος είναι εκούσια εκκλησιαστική αποκοπή και άρα δεν είναι επιλογή κάποιου πού θέλει να ζει συνειδητά κατά Χριστόν και να σφραγίζει κάθε πράξη του βίου του εκκλησιαστικά και μυστηριακά. Φυσικά είναι επιλογή του καθενός και μάλιστα σκανδαλωδώς υποστηρίζω πώς οι περισσότεροι πού προσέρχονται στον ορθόδοξο γάμο θα έπρεπε σεβόμενοι τον εαυτό τους και την Εκκλησία να επέλεγαν άλλη λύση. Δυστυχώς, έχει πάρει το ιερό μυστήριο του Γάμου φολκλορικές διαστάσεις πού φτάνουν έως βλασφημίας. Απείρως λοιπόν τιμιότερο θα ήταν για πολλούς η επιλογή του πολιτικού γάμου.

Από αυτήν την οπτική είμαι ένθερμος υποστηρικτής του. Ειδικά στην σχέση μας ή στην απουσία σχέσης μας με τον Θεό πρέπει να είμαστε και τίμιοι και άρα ελεύθεροι. Όπως τον ορθόδοξο γάμο διαδέχεται κάποτε η κηδεία κατά τα χριστιανικά πρότυπα, έτσι και στον πολιτικό γάμο είναι επίσης επιλογή και η πολιτική κηδεία, η οποία δεν είναι σπάνια στις μέρες μας. Και αφού παραμυθητικό χαρακτήρα δεν έχει η ορθόδοξη κηδεία δεν υπάρχει κανένας λόγος κάποιος πού δεν επέλεξε τον ορθόδοξο γάμο να κηδεύεται ορθόδοξα. Επίσης, σε μια εποχή πού γίνεται τόσος ευρύς λόγος για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις ελευθερίες δεν είναι υποκριτικό να κηδεύουμε ορθόδοξα κάποιον πού δεν επέλεξε τον Χριστό όσο ζούσε; Δεν κάνουμε κατάχρηση των προσωπικών του ελευθεριών τάχα, έστω και αν δεν του κάνουμε κακό αλλά μάλλον καλό; Περί των κανονικών κωλυμάτων πού οδηγούν σαν λύση στον πολιτικό γάμο, νομίζω πώς δεν πρέπει να εμφορούμαστε με δικανικό πνεύμα.

Οι Ιεροί Κανόνες δεν ερμηνεύονται. Ή εφαρμόζονται απόλυτα ή μένουν ανενεργοί κατ’ οικονομίαν. Επίσης, ο ορθόδοξος γάμος πού ακολουθεί κάποιον πολιτικό δεν είναι κατ’ ανάγκην «κουκούλωμα», αλλά μπορεί να είναι και αποτέλεσμα μιας γνήσιας μετάνοιας και δοκιμασμένης μεταστροφής. Άλλωστε πόσα και πόσα άλλα κωλύματα σε σοβαρότερα θέματα παραθεωρούμε εν ονόματι της χριστιανικής μας ανοχής και αγάπης; Πρακτικά, παρατηρείται το φαινόμενο νέοι και απληροφόρητοι άνθρωποι να περνάνε πρώτα από το δημαρχείο και μετά από την Εκκλησία, μόνο και μόνο επειδή το επιτάσσει ένας ελεεινός συρμός και μετά ειλικρινώς αναρωτιούνται γιατί μπήκαν εξ αρχής στην διαδικασία του πολιτικού γάμου.

3. Η Εκκλησία δεν μπορεί να στέλνει στην Κόλαση κανέναν, μόνος Κριτής είναι ο Θεός και οφείλουμε να προσευχόμαστε για όλους.

Η άρνηση κηδείας δεν προδικάζει την κατάληξη του κεκοιμημένου, δεν προλαμβάνει την κρίση του Θεού, δεν στερεί από κανέναν το δικαίωμα και την υποχρέωση να προσεύχεται για την ανάπαυση της ψυχής του εκλιπόντος. Αντίθετα, προβάλλει σε όλους συμπαθέστερο τον νεκρό, γιατί τον ταπεινώνει έναντι των ανθρώπων και αυτή η ταπείνωση προκαλεί την θερμότερη ευσπλαχνία και τους οικτιρμούς του Θεού. Να σημειωθεί πώς πολλοί άγιοι επεδίωκαν να μείνουν άταφοι ή να ταπεινωθεί ο νεκρός τους για να βρουν έλεος με αυτήν την εξουθένωση τους απέναντι στον Θεό των συντετριμμένων και τεταπεινωμένων πνευμάτων! Τέλος, κανένας μα κανένας χριστιανός της σήμερον δεν είναι πιο εύσπλαχνος από τους αγίους Πατέρες πού μας παρέδωσαν τον Νόμο του Θεού. Ας αφήσουμε λοιπόν τους επιπόλαιους αγαπισμούς πού όζουν σεντιμενταλισμό μετρίας υποστάθμης.

4. Οι παπάδες κάνουν κατάχρηση εξουσίας.

Οι παπάδες δεν έπεσαν από τον ουρανό, δεν είναι δικαστές ή νομοθέτες, δεν είναι εδώ για να εξουσιάσουν αλλά για να διακονήσουν. Υπόκεινται στον νόμο του Θεού και στις συνοδικές δηλαδή στις οικουμενικής και καθολικής αποδοχής εκκλησιαστικές αποφάσεις και είναι υποχρεωμένοι να τις εφαρμόζουν. Επίσης, κανένας ιερέας δεν είναι δούλος ανθρώπινου θελήματος, αλλά μόνον θεϊκού. Δούλος Θεού. Επομένως, δεν πρόκειται για κατάχρηση καμίας εξουσίας, αλλά υπακοής στην εκκλησιαστική εμπειρία.

5. Οι παπάδες βλέπουν στον πολιτικό γάμο απώλεια κέρδους και «πελατών» και για αυτό εκδικούνται στην κηδεία.

Είναι ξεκάθαρο πώς βιώνουμε πολλές φορές σκανδαλιστικές συμπεριφορές εμπορευματοποίησης της πίστης και των μυστηρίων. Ωστόσο, αυτές οι ιερατικές συμπεριφορές δεν είναι ανεξάρτητες από την ηθική και πνευματική παρακμή σύνολης της κοινωνίας των ανθρώπων. Πρέπει να πάψουμε να τα φιλτράρουμε και να τα κρίνουμε όλα με οικονομιστικά και οικονομικά κριτήρια. Εκτός του ότι οι ιερείς τον πορισμό τους τον έχουν από το θυσιαστήριο νομίμως και όχι καταχρηστικά, όπως θέλει ο πουριτανικός μύθος του «παστοραλικού λειτουργήματος», πού ευδοκιμεί στους αφελείς πλατωνίζοντες χριστιανούς, κατά πλειοψηφίαν εμπνέονται από υψηλά ιδανικά και αίσθημα ευθύνης και δεν είναι τα λαμόγια πού ο τύπος και η κοινωνία αρέσκονται να παρουσιάζουν, υπερπροβάλλοντας τις θλιβερές εξαιρέσεις. Ο ποιμένας σαν καλός γιατρός και πνευματικός οφείλει να επισημάνει και να καταγγείλει την απάτη του εξωεκκλησιαστικού «γάμου» για να προφυλάξει το ποίμνιο, αν το ποίμνιο βέβαια εξακολουθεί να ενδιαφέρεται για μιαν ορθόδοξη ζωή. Δεν απαγορεύει τίποτα και σε κανέναν αλλά έχει καθήκον να δείχνει την οδό. Αν θέλεις να ζεις σαν χριστιανός θα πας από δω. Κατά κει είναι ο γκρεμός.

Σχετικά με το θέμα της «εκδικήσεως» είναι αδύνατο σε έναν άνθρωπο πού βιώνει όπως είπαμε το πένθος και την απόρριψη να σκεφτεί καθαρά και να δει σε ποιο τραγικό δίλημμα βρίσκεται ο επίσκοπος πού καλείται να διαχειριστεί ένα τέτοιο σοβαρό θέμα. Όλα τα κρίνει μέσα από τους φακούς της αγανάκτησης και της πίκρας. Κανένας όμως δεν έχει την διάθεση να εκδικηθεί κανέναν. Είπαμε και παραπάνω πώς ο ιερέας υπόκειται σε βαρύ νόμο για τον οποίο ο ίδιος θα κριθεί και θα δώσει λόγο.

6. Η Εκκλησία διώχνει κόσμο με αυτήν την συμπεριφορά.

Δυστυχώς, στις μέρες μας θέλουμε μια Εκκλησία «αλα καρτ». Να μας αποκρύβει την αλήθεια, να μας χρυσώνει το χάπι, να μας κάνει κάθε είδους εξυπηρετήσεις, να τελεί ακολουθίες και μυστήρια κατά παραγγελία ως θρησκευτικό σούπερ μάρκετ ή να δίνει παντοειδή πιστοποιητικά σαν ληξιαρχείο. Η Εκκλησία όπως δεν είναι κλαμπ καθαρών δεν είναι όμως και κλαμπ ευσεβών πελατών με απαιτήσεις. Στην Εκκλησία ερχόμαστε για να μεταμορφωθούμε και όχι με την εγωιστική απαίτηση να την μεταμορφώσουμε. Να αλλοιωθούμε και όχι να αλλοιώσουμε. Είναι το κριτήριο μας και δεν είμαστε το κριτήριο της. Κανενός είδους ιεραποστολής ή εντυπωσιασμός δεν πρέπει να θυσιάζει την υψηλή αλήθεια. Όπου σκοπιμότητα και ψέμα. Όπου τρικ και συμβιβασμός.

Όποιος προχωρά σε πολιτικό γάμο θα πρέπει να γνωρίζει από πριν τις θέσεις της Εκκλησίας, οι οποίες είναι και δημοσιευμένες και παγκοίνως γνωστές και να μην αγανακτεί την εσχάτη κρίσιμη στιγμή σαν να κατέβηκε από άλλον πλανήτη. Η Εκκλησία δεν έχει απολογητική ευθύνη στο ζήτημα αυτό. Η θέση της είναι από πριν αποσαφηνισμένη.

Πολλές φορές εγκαταλείποντας την Εκκλησία ή αδειάζοντας τους ναούς, πολύ απλά εγκαταλίπουμε έναν χώρο και έναν τόπο πού δεν ικανοποιεί την δική μας εικόνα και τις δικές μας προοπτικές πού είχαμε από πριν για αυτόν. Στην Εκκλησία μπαίνουμε άδειοι από θέλημα και προκαταλήψεις.

Ο Χριστός κενώνεται αλλά δεν αδειάζει, δίνεται αλλά δεν ελλατούται. Ο αφανισμός είναι κατάληξη πού αφορά μόνον εμάς τους ανθρώπους!

π. Παντελεήμονος Kρούσκου