Περί Προσωπολατρείας

Loading...


Γράφει: Μ.Σ. Εκπ/κός 

Προσωπολατρεία! Ο Πνευματικός είναι όργανο  για να μας οδηγήσει στον Νυμφίο Χριστό και όχι ο Νυμφίος Χριστός!

Ένα μεγάλο λάθος στο οποίο πέφτουν πολλοί Χριστιανοί (κυρίως γυναίκες λόγω πλουσιώτερου συναισθηματικού κόσμου, αλλά και άντρες κυρίως για τα»πρωτεία» στα διακονήματα), είναι να αγωνίζονται να αρέσουν στον Πνευματικό σαν άνθρωπο και όχι στον Χριστό και Θεό!

Έτσι, η προσωπολατρεία ύπουλα εισβάλλει στην καρδιά τους, δίνοντας ένα μεγάλο κομμάτι υπαρξιακού της χώρου στο πρόσωπο του Πνευματικού (ένα είδος αρρωστημένης αγάπης) και δεν φθάνουν να αγαπήσουν πραγματικά, ανυπόκριτα και ολοκληρωτικά ποτέ τον Χριστό!
Ενδέχεται μάλιστα κάποιοι Πνευματικοί να τρέφουν μία τέτοια κατάσταση, είτε άθελά τους γιατί δεν την διέκριναν εγκαίρως ή καθόλου (κακώς βέβαια, αλλά άνθρωποι είναι κι αυτοί), είτε γιατί πέφτουν σε κενοδοξία και φιλαρέσκεια (μη γένοιτο). Καί βέβαια τέτοιες καταστάσεις, δημιουργούν πρόσφορο έδαφος για ανώφελες ή επιζήμιες αντιζηλείες και ανταγωνισμούς μέσα σε κοινόβια, αδελφότητες και ανάμεσα σε πνευματικά αδέλφια, για διαβάλματα, κατηγορείες, συκοφαντίες, ψέμματα κι άλλα εμετικά, που εισχωρούν ακόμη και μέσα στα εξομολογητήρια, προκειμένου να επηρρέασουν γνώμες και συναισθήματα Πνευματικών, ώστε να «κατακτηθεί» υστερόβουλα η αγάπη τους! Αυτός ο αποπροσανατολισμός όμως, από το το Πρόσωπο του Χριστού κι από την ανόθευτη πνευματική αγάπη και την αλήθεια, διαλύει κάθε πνευματικό κόπο απ’ όποιον κι αν προέρχεται και χαροποιεί ιδιαίτερως τον διάβολο, τον πατέρα του μίσους και όχι της αγάπης, του ψεύδους και όχι της αλήθειας και της διάσπασης και όχι της ενότητας. «Εκ του καρπού το δένδρον γιγνώσκεται» (Ματθ. ιβ’ 33)…

Ὁ Κύριος εἶπε: «υἱέ μου δός μοι σήν καρδίαν» καί ἡ πρώτη ἐντολή λέει: «ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεό σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου…». Ὁ Θεός μᾶς ζητᾶ ὁλόκληρη τήν καρδιά μας καί ἐξ’ ὁλοκλήρου τήν ἀγάπη μας, ὄχι κατακερματισμένα κομμάτια μιᾶς «σπασμένης σέ θρύψαλα» καρδιᾶς, μοιρασμένα ἀπό δῶ κι ἀπό κεῖ σέ διάφορα πρόσωπα καί πράγματα! Μέχρι πότε θά δίνουμε τά περισσεύματα ( δηλαδή τά ψίχουλα ) στόν Κύριο σάν τούς κύνες τῆς παραβολῆς πού ζητιανεύουν τροφή κάτω ἀπό τά πλούσια τραπέζια; Ἐμεῖς εἴμαστε οἱ κύνες πού ἀδιαλείπτως πρέπει νά ζητιανεύουμε τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ καί νά Τοῦ δώσουμε ἀκόμη καί τήν ζωή μας!
Ὅλα αὐτά ἄς μήν παρεξηγηθοῦν σᾶς παρακαλῶ, δέν σημαίνει πώς δέν θά ἀγαπᾶμε τούς συνανθρώπους μας κι ὅλα τά κτίσματα καί βέβαια τόν ἀγαπητό μας Πνευματικό. Ἀντίθετα, τό ν’ ἀγαπᾶμε ὁλοκληρωτικά τόν Θεό, μᾶς ὁδηγεῖ καί μᾶς διασφαλίζει στό νά ἀγαπᾶμε μέ ὑγιῆ τρόπο τούς πάντες. Καί ὁ Κύριος μᾶς λέγει πῶς θά γίνουμε «ἀγαπῶντες Αύτόν»: «ὁ ἔχων τὰς ἐντολάς μου καὶ τηρῶν αὐτάς, ἐκεῖνός ἐστιν ὁ ἀγαπῶν με·…». (Ἰωάν. 14, 21). Ἐπομένως, ὅποιος τηρεῖ τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ καί Πατρός μας, θά ἀγαπᾶ ὄχι μόνον Αὐτόν μέ τόν σωστό τρόπο, ἀλλά καί ὅλα τά παιδιά Του, διότι οἱ ἴδιες ἐντολές ἰσχύουν γιά ὅλους μας ἰσότιμα καί δίκαια.
Ἐπίσης στήν πρώτη ἐντολή τοῦ Θεοῦ, ρητά ἀναφέρεται: «ἐγώ εἰμί Κύριος ὁ Θεός σου, ὅστις ἐξήγαγόν σε ἐκ γῆς Αἰγύπτου, ἐξ οἴκου δουλείας. οὐκ ἔσονταί σοι θεοί ἕτεροι πλήν ἐμοῦ.
οὐ ποιήσεις σεαυτῷ εἴδωλον, οὐδέ παντός ὁμοίωμα, ὅσα ἐν τῷ οὐρανῷ ἄνω καί ὅσα ἐν τῇ γῇ κάτω καί ὅσα ἐν τοῖς ὕδασιν ὑποκάτω τῆς γῆς. οὐ προσκυνήσεις αὐτοῖς, οὐδέ μή λατρεύσεις αὐτοῖς· ἐγώ γάρ εἰμί Κύριος ὁ Θεός σου, Θεός ζηλωτής, ἀποδιδούς ἁμαρτίας πατέρων ἐπί τέκνα, ἕως τρίτης καί τετάρτης γενεᾶς τοῖς μισούσί με καί ποιῶν ἔλεος εἰς χιλιάδας τοῖς ἀγαπῶσι με καί τοῖς φυλάσσουσι τά προστάγματά μου» (Ἔξοδος, Παλαιά Διαθήκη).
Τά εἴδωλα καί τά ὁμοιώματα, δέν φτιάχνονται μόνο ἀπό ξύλο, πηλό, μέτα
λλο ἤ ὁποιοδήποτε ἄλλο ὑλικό. Φτιάχνονται καί ἀπό τήν ἀνθρώπινη φαντασία στό νοῦ καί μποροῦν ὕπουλα καί κρυφά νά λατρεύονται στό θυσιαστήριο τῆς καρδιᾶς ἀντί τοῦ Θεοῦ! Ὁμοιώματα, εἴδωλα καί εἰκόνες πραγμάτων καί προσώπων, μποροῦν νά ἔχουν ἀντικαταστήσει μέσα στό κέντρο τῆς ὑπάρξεώς μας τόν Θεό κι ἐκεῖ, νά διαπράττεται «πνευματική μοιχεία». Νά πῶς γινόμαστε εἰδωλολάτρες ἐσωτερικά, ἐνῶ ἐξωτερικά μπορεῖ νά ἐμφανιζόμαστε ὡς εὐλαβεῖς καί ὑπάκοοι Χριστιανοί (κληρικοί καί λαϊκοί). Ὅσον ἀφορᾶ εἰδικότερα τήν ἀγάπη πρός τόν Πνευματικό, ἄν τήν δοῦμε νά σταματᾶ στό πρόσωπό του καί νά μήν ἀνεβαίνει πρός τόν Θεό, ὀφείλουμε ἄμεσα καί ἄκρως ἐπισταμένως νά τό ψάξουμε!Ἡ προσωπολατρεία ἐν κατακλείδει, ἰσοῦται μέ εἰδωλολατρεία! Εἶναι κατάφορη καταπάτηση τῆς πρώτης ἐντολῆς. Προκαλεῖ ἐπικίνδυνα γιά τήν ψυχή μας τήν ὑγιῆ ζηλοτυπία τοῦ Κυρίου, τήν γεμάτη ἀπό φλογερώτατο θεῖο ἔρωτα γιά τά τέκνα του. Προκαλεῖ τήν δική Του ἄπειρη ἀγάπη πρός ἐμᾶς, αύτήν πού τόν ἔκανε νά ταπεινωθεῖ καί μᾶς δώσει τήν ἀνθρώπινη ζωή Του καί Αὐτόν τόν ἴδιον καί Θεόν μαζί μέ ὅλα τά ἄπειρα ἀγαθά Του, προσκαίρως καί αἰωνίως καί σ’ αὐτήν τήν ζωή καί στήν ἄλλη! Ἐφόσον διαπιστωθεῖ προσωπολατρεία, πρέπει νά παύσει ἄμεσα, ἄν ἐπιθυμοῦμε φιλότιμα καί εἰλικρινά νά ἀγαπήσουμε τόν Κύριο καί νά ἔχουμε ἐλπίδα σωτηρίας!Ὁ Χριστός εἶναι ὁ Νυμφίος τῆς κάθε ψυχῆς. Σέ Αὐτόν ἀρμόζει νά θρονιάσει καί νά ἀναπαυθεῖ στήν παστάδα της καί νά μᾶς ἐλεεῖ αἰώνια ἀπό κεῖ.
Δυστυχῶς, ὅλοι εἴμαστε τρεπτοί καί πρός τά κρείττονα, ἀλλά καί πρός τά χείρωνα καί κινδυνεύουμε ἀνά πᾶσα στιγμή ἀπό τά πάθη μας. Θέλει μεγάλη προσοχή. Ὁ Θεός νά μᾶς ἐλεήσει καί νᾶ μᾶς φωτίσει πρός τό εὐάρεστον θέλημά Του.
Καλύτερα ὅμως, νά διαβάσουμε τί λέει ὁ ἅγιος Γέροντας Παΐσιος:
Ένας πνευματικός άνθρωπος, όταν θέλη νά βοηθήση κάποιον, προσπαθεί νά τόν σύνδεση μέ τόν Χριστό καί όχι νά τόν δέση μέ τόν εαυτό του. Στήν συνέχεια χαίρεται, όταν καταφέρη νά τόν σύνδεση μέ τόν Χριστό, καί ό άλλος αγωνίζεται προσβλέποντας στόν Χριστό. Τότε καί ό ένας καί ό άλλος έχει τόν μισθό του καί τά πράγματα πάνε κανονικά. Όταν όμως ό άνθρωπος αγωνίζεται καί κοιτάζη πώς νά ευχαρίστηση αυτόν πού προσπαθεί νά τόν σύνδεση μέ τόν Χριστό, άν δηλαδή μιά ενέργεια του θά στενοχωρήση ή θά χαροποίηση εκείνον, καί δέν κοιτάζη πώς ό Χριστός βλέπει αυτήν τήν ενέργεια του, τότε ούτε τόν άνθρωπο πού τόν βοηθάει ευχαριστεί, ούτε τόν Χριστό, άλλά ούτε ό ίδιος ωφελείται, γιατί δέν δέχεται θεϊκή βοήθεια. Δηλαδή ούτε ό Χριστός ούτε ό πνευματικός χαίρεται γι’ αυτό τό όποιο κάνει, άλλά ούτε ό ίδιος βοηθιέται, γιά νά ξεπεράση μιά δυσκολία. Ας υποθέσουμε ότι ψάλλει μιά αδελφή καί σκέφτεται: Άραγε ψάλλω καλά; Θά χαρή ή Γερόντισσα;. Έ, αυτή δέν βοηθιέται. Ένώ, άν ψάλλη γιά τόν Χριστό, τά πράγματα πάνε κανονικά καί καλά θά ψάλη καί τήν Γερόντισσα θά ευχαρίστηση.