Περί πλούτου και πλεονεξίας

Loading...


Ο απ. Παύλος έγραψε στον Τιμόθεο κάτι που συμπυκνώνει την σκέψη πολλών όσων έχουν διατυπωθεί σχετικά με το θέμα του πλούτου και της πλεονεξίας, τόσο στον φιλοσοφικό όσο και στον θεολογικό λόγο· «εστίν δε πορισμός μέγας η ευσέβεια μετά αυταρκείας» (Ά Τιμοθέου, 6:6).

Δηλαδή, είναι μεγάλος πλούτος όταν ο άνθρωπος είναι ευσεβής και αρκείται σε όσα έχει. Αυτό είναι το κλειδί και η βάση των όλων συλλογισμών· η αυτάρκεια. Δεν κατακρίνεται ο πλούτος αυτός καθ’ αυτός, αλλά το δόσιμο του ανθρώπου στο να πλουτίσει άπληστα, που κατά κανόνα γίνεται σε βάρος του κοινωνικού συνόλου. Πολλά αποσπάσματα θα ήταν δυνατόν να παρατεθούν, αλλά για να μην γίνει το άρθρο υπερβολικά μεγάλο, έχουν επιλεγεί ορισμένα από αυτά και ενδεικτικά. Ας τα μελετήσουμε και ας σκεφτούμε πάνω σε αυτά, ειδικά στην σημερινή δύσκολη κατάσταση που περνά η πατρίδα μας. Είναι επίκαιρα όσο ποτέ άλλοτε.

Επιλέξαμε δύο σχετικά και χαρακτηριστικά αποσπάσματα από ομιλίες του ιερού Χρυσοστόμου. Το πρώτο, είναι από την 80η ομιλία του στο «Κατά Ιωάννη» Ευαγγέλιο, όπου ο ιερός πατέρας αναφέρεται στις πρόσθετες ανάγκες που επιβάλλουμε οι ίδιοι στον εαυτό μας, και πόσο αυτό μας καθιστά δούλους:

«Γιατί λοιπόν με τη θέλησή μας μεγαλώνουμε την αθλιότητα εις τον εαυτό μας; Διότι πες μου, εάν ήταν δυνατό να κατοικείς χωρίς στέγη και τοίχους χωρίς να βλάπτεσαι καθόλου, δεν θα προτιμούσες περισσότερο αυτό; Για ποιο λόγο λοιπόν επεκτείνεις τα γνωρίσματα της ασθένειας; Δεν μακαρίζουμε για αυτό τον Αδάμ, επειδή δεν είχε ανάγκη από τίποτε, ούτε από οικήματα, ούτε από ενδύματα; Ναι λέει· αλλά τώρα είμαστε υπό το κράτος της ανάγκης. Γιατί λοιπόν αυξάνουμε την ανάγκη;

Διότι, εάν πολλοί περικόπτουν πολλά από τα αναγκαία (εννοώ τους δούλους, τα οικήματα και τα χρήματα), ποια δικαιολογία θα μπορούσαμε να έχουμε, υπερβαίνοντες την ανάγκη; Με όσο περισσότερα περιβάλλεσαι, τόσο περισσότερο δουλικός γίνεσαι· διότι όσο περισσότερα χρειάζεσαι, τόσο περισσότερο μειώνεις την ελευθερία σου· καθ’ όσον η μεν πλήρης ελευθερία συνίσταται εις το να μην έχουμε καμία ανάγκη, ενώ εκείνη που ακολουθεί αυτήν συνίσταται στο να έχουμε την ανάγκη ολίγων πραγμάτων, την οποία έχουν οι άγγελοι προ πάντων και οι μιμητές αυτών, όμως το να το κατορθώσουν αυτό άνθρωποι που μένουν μέσα στο θνητό σώμα σκέψου πόσο μεγάλο έπαινο έχει αυτό το πράγμα. Αυτό έλεγε και ο Παύλος γράφων προς τους Κορινθίους· ‘’Εγώ δε υμών φείδομαι’’, και ‘’ίνα μη θλίψιν τη σαρκί έξωσιν οι τοιούτοι’’. Για αυτό ονομάζονται χρήματα, για να τα χρησιμοποιούμε όπου χρειάζονται, όχι για να τα φυλάσσουμε και να τα κρύπτουμε μέσα στην γη· διότι αυτό δεν δείχνει ότι τα αποκτήσαμε, αλλά ότι αυτά απέκτησαν ημάς· καθ’ όσο εάν πρόκειται αυτό να σκεπτόμαστε, πως αυτά να τα κάνουμε πολλά και όχι να τα απολαύσουμε στα αναγκαία πράγματα, ανετράπη η τάξη, και εκείνα κατέκτησαν ημάς και όχι εμείς εκείνα.

Ας απαλλαγούμε λοιπόν από αυτήν την φοβερή δουλεία, και ας γίνουμε κάποτε ελεύθεροι. Γιατί επινοούμε για τους εαυτούς μας άπειρους και διαφόρων ειδών δεσμούς; Δεν σου αρκεί ο δεσμός της φύσεως και η ανάγκη της ζωής και το πλήθος των απείρων πραγμάτων, αλλά πλέκεις και άλλα δίκτυα για τον εαυτό σου και δένεις με αυτά τα πόδια σου; Και πότε θα σκεφτείς και θα φροντίσεις για τον ουρανό και θα μπορέσεις να ανέβεις προς το ύψος εκείνο; Πρέπει λοιπόν να θελήσει κανείς, να θελήσει να κόψει αυτά τα σχοινιά για να μπορέσει να φροντίσει για την ουράνια πόλη· τόσα πολλά άλλα εμπόδια υπάρχουν, που για να τα νικήσουμε όλα πρέπει να αρκούμεθα στα λίγα [..]».

(Έργα αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, ΕΠΕ 14, σελ. 569)

Το δεύτερο είναι από την 87η ομιλία, πάλι στο «Κατά Ιωάννη» Ευαγγέλιο, όπου αναφέρεται στο πάθος της πλεονεξίας:

«Εκείνος που αγαπά τα χρήματα δεν θα μπορέσει ποτέ να χρησιμοποιήσει αυτά, αλλά θα είναι δούλος και φύλακας, και όχι κύριος· διότι φροντίζοντας πάντοτε να τα κάνει περισσότερα, δεν θα θελήσει να ξοδεύει αυτά για τίποτε, θα καταστρέψει τον εαυτό του και θα καταστεί πτωχότερος από όλους τους φτωχούς, καθ’ όσον με κανένα τρόπο δεν σταματά την επιθυμία του. Και βέβαια τα χρήματα έγιναν όχι για να τα φυλάξουμε, αλλά για να τα χρησιμοποιούμε· εάν όμως πρόκειται να τα φυλάσσουμε για άλλους, τι θα μπορούσε να υπάρξει αθλιότερο από εμάς, οι οποίοι καταβάλλουμε κάθε φροντίδα για να τα συγκεντρώσουμε και να τα κλείσουμε μέσα στην οικεία μας και να αποκλείσουμε την κοινή χρήση;».

(Έργα αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, ΕΠΕ 14, σελ. 737)

Tο επόμενο απόσπασμα, είναι από την επιστολή του αγίου Ισίδωρου του Πηλουσιώτη, και δείχνει την αβεβαιότητα του πλούτου και ότι είναι παγίδα να στηρίζεται κανείς σε αυτόν:

«Υπερηφανεύεσαι για την ομορφιά και τον πλούτο, όπως φαίνεται, και περιφρονείς τους άλλους που δεν τα έχουν, ξεχνώντας ότι είσαι στολισμένος με χόρτα που γρήγορα μαραίνονται. Συγκεντρώνεις επίσης τα χρήματα σαν το νερό, που σαν αυτό τρέχουν από άλλους σε άλλους, και πάλι αναβλύζουν σε άλλους. Ή λοιπόν πρόσεχε στα αναξιόπιστα αυτά αποκτήματα σαν σε σκιά, καπνό και άνεμο, ή γνώριζε ότι στηρίζεις την πεποίθησή σου πάνω σε σκιά και καπνό και ανέμους».

(Έργα αγίου Ισίδωρου του Πηλουσιώτη, ΕΠΕ 1, σελ. 267)

Συνεχίζουμε με δύο αποσπάσματα από τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης. Το πρώτο, είναι από τον 4ο λόγο του αγίου στο βιβλίο του «Εκκλησιαστή»:

«Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι αποκτούν επί πλέον, όσοι αγαπούν τα χρήματα, όχι μια μνα ή μια δραχμή ή ένα τάλαντο, αλλά ότι τα πάντα γι’ αυτούς μεταβάλλονται σε χρυσάφι. Η ζωή με αυτά τι επί πλέον θα προσφέρει για την ευδαιμονία; Εάν βλέπει στο καθετί το χρυσάφι, που τώρα το βλέπει σε μικρή έκταση και ποσότητα, με αυτή την απόκτηση τι θα συμβεί με τα αγαθά της ψυχής και για τις υλικές επιδιώξεις; Άραγε υπάρχει κάποια ελπίδα, ότι όποιος ζει με αυτόν τον τρόπο μέσα σε τόσο χρυσάφι, θα γίνει σοφός, ευφυής, ανήσυχος ερευνητής, έμπειρος, φίλος στον Θεό, εγκρατής, καθαρός, απαθής, ελεύθερος και άσχετος προς κάθε πράγμα που παρασύρει προς το κακό; Αλλά, αν αυτό δεν γίνεται, μήπως εμφανισθεί δυνατός και εύθυμος κατά το σώμα, και παρατείνει τη ζωή του σε πολλές εκατοντάδες χρόνια, αγέραστος, χωρίς ασθένειες, ευτυχισμένος κατέχοντας όλα, όσα επιδιώκονται γύρω από την εν σαρκί ζωή;».

(«Λόγοι εις τον Εκκλησιαστή», μετάφραση αρχ. Π. Μπρούσαλη, σελ. 121).

Το δεύτερο απόσπασμα, είναι από τον 1ο λόγο στον ίδιο έργο:

«Και αν κάποιος, κυριευθεί από την πλεονεξία, και σαν άλλη θάλασσα, επεκτείνει την υπερβολική επιθυμία για τα κέρδη, που τρέχουν, μέσα σε αυτήν από παντού με τρόπο άπληστο, αυτός, βλέποντας προς την πραγματική θάλασσα, ας θεραπεύσει το πάθος του. Γιατί, όπως εκείνη δεν ξεπερνάει το όριό της, μολονότι δέχεται αμέτρητες ποσότητες υδάτων, που εισρέουν σ’ αυτήν, αλλά παραμένει στο ίδιο σημείο, σαν να μην έχει προστεθεί σ’ αυτήν καμία νέα ποσότητα νερού, κατά τον ίδιο τρόπο και ο άνθρωπος, όταν παραμένει στα όριά του, απολαμβάνοντας τα αγαθά, τα οποία αποκτά, δεν μπορεί να συναυξάνει μαζί με τον πλούτο των αγαθών και τη λαιμαργία της απόλαυσης. Αλλά ενώ δεν σταματά η εισροή των αγαθών μέσα του, διατηρεί στα μέτρα της την επιθυμία της απόλαυσης.

Εφόσον, λοιπόν, δεν μπορεί η απόλαυση να ξεπεράσει τα φυσικά της όρια, για ποιο λόγο να επιδιώκουμε τις επί πλέον αυξήσεις των εσόδων, τη στιγμή που ποτέ δεν προσφέρουμε από το πλεόνασμα, το οποίο προκύπτει από τα νεότερα κέρδη, προκειμένου να ελεήσουμε τους άλλους; [..] Αυτό είναι ο ανθρώπινος βίος. Άμμος η φιλοδοξία, άμμος η εξουσία, άμμος ο πλούτος, άμμος το καθετί που απολαμβάνουν σωματικά οι άνθρωποι με κόπο. Μέσα σε αυτά τα ανύπαρκτα ματαιοπονούν τώρα οι μικρόψυχοι και υποβάλλονται σε πολλούς κόπους για το καθένα από αυτά, και μόνο όταν εγκαταλείψουν το χώρο της άμμου, εννοώ την σωματική ζωή, τότε θα καταλάβουν καλά τη ματαιότητα της εδώ διαμονής.

Γιατί η απόλαυση μένει πίσω μαζί με την υλική ζωή, ενώ δεν παίρνουν μαζί τους τίποτα άλλο εκτός από τη συνείδηση μόνο. [..] ακόμη και αν επιτύχει κάτι από τα πιο σπουδαία σε τούτη τη ζωή, θα κατηγορήσει αυτήν εδώ στην οποία έζησε, επειδή θα θεωρήσει ανάξιο το παρελθόν σε σύγκριση με αυτό που θα συναντήσει. Πολύ περισσότερο όμως θα θρηνήσει τότε, αν έχει προσκολληθεί με πάθος στα υλικά, και συναντήσει τα ανέλπιστα και διδαχτεί εμπειρικά πόσο ήταν ανωφελές γι’ αυτήν οι προσπάθειες που κατέβαλε στη ζωή».

(«Λόγοι εις τον Εκκλησιαστή», μετάφραση αρχ. Π. Μπρούσαλη, σελ. 37- 39).

Τα επόμενα αποσπάσματα μας, είναι από λόγους του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου.

Από τον λόγο «Περί φιλοπτωχίας», όπου ο άγιος εντοπίζει τις αιτίες των κοινωνικών αναταραχών στην άδικη κατανομή του πλούτου:

«Οι άνθρωποι, αφότου έσκαψαν και έβγαλαν από την γη το χρυσάφι, το ασήμι και τους πολύτιμους διαφανείς λίθους, και αφού κατασκεύασαν μαλακά και περιττά ενδύματα και ό,τι άλλο παρόμοιο πράγμα, το οποίο αποτελεί αφορμή του πολέμου και των επαναστάσεων, και της εγκαθιδρύσεως της τυραννίας, αποκτούν έπειτα παράλογη υπεροψία εξ αιτίας της ανοησίας τους και αποκλείουν την ελεημοσύνη από τους δυστυχείς συνανθρώπους τους και δεν θέλουν ούτε με αυτά που γι’ αυτούς είναι περιττά να βοηθήσουν να αποκτήσουν οι άλλοι τα αναγκαία (ώ της απαιδευσίας! ώ της σκαιότητος!), χωρίς να ενθυμούνται, αν όχι τίποτα άλλο, ότι η πτωχεία και ο πλούτος, η ελευθερία, όπως την ονομάζουμε, η δουλεία και τα παρόμοια, εμφανίστηκαν στο γένος των ανθρώπων αργότερα σαν αρρώστιες που έρχονται από κοινού μαζί με την κακία, και τα οποία είναι δικά της επινοήματα.

Δεν έγιναν τα πράγματα έτσι από την αρχή, λέει, αλλά εκείνος ο οποίος έπλασε τον άνθρωπο εξ αρχής, τον άφησε ελεύθερο και αυτεξούσιο και πλούσιο μέσα στον παράδεισο της τρυφής, συγκρατούμενο μόνο από τον νόμο της εντολής, επειδή αυτό το πράγμα ήθελε να χαρίσει και στο υπόλοιπο γένος των ανθρώπων δια του πρώτου ανθρώπου. Ελευθερία και πλούτος ήταν τότε μόνο η τήρηση της εντολής. Πραγματική πτωχεία και δουλεία η παράβασή της».

(Έργα αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, ΕΠΕ 5, σελ. 291).

Από τον λόγο «Εις τον εξισωτή Ιουλιανόν»:

«Ας μιμηθούμε την αγαθότητα του Κυρίου, ο οποίος κάνει να ανατέλλει ο ήλιος πάνω σε καλούς και πονηρούς, και ποτίζει επίσης με την βροχή του τους πάντες. Ας μη δεχθούμε να πλουτίζουμε με την πτωχεία των άλλων (ας μη απομακρυνθούμε τόσο πολύ από την θεία ισότητα), ούτε να αναμίξουμε τον πλούτο μας με δάκρυα άλλων, τα οποία ως σκωρία και ως σκόρος θα τον καταφάγουν, ή ο οποίος, όπως λέει η Γραφή, θα φύγει ως εμετός. Όμως θα είμαστε πιο άπληστοι από όσο πρέπει; Υπάρχει τρόπος να δείξουμε αγαθή πλεονεξία. Ας δώσουμε κάτι μικρό κατά την παρούσα ζωή, για να πλουτίσουμε στην μέλλουσα».

(Έργα αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, ΕΠΕ 5, σελ. 413).

Συνεχίζουμε με τον άγιο Ιερώνυμο, ο οποίος στην επιστολή του «Προς τον Νεπωτιανό» (επιστολή 52), γράφει:

«Τώρα όμως, που ο Κύριος πτώχευσε για μας, και αφιέρωσε τον Οίκο Του στην πτωχεία του ‘’οίκου’’ Του, εμείς οφείλουμε να στρέφουμε τη σκέψη μας γύρω από τον Σταυρό Του, και τα πλούτη, να τα έχουμε σαν λάσπη. Επιτρέπεται εμείς, να θαυμάζουμε εκείνο, που ο Χριστός το ονομάζει μαμμωνά της αδικίας; Επιτρέπεται εμείς, να εκτιμάμε και να αγαπάμε εκείνο για το οποίο ο Πέτρος το διακηρύσσει ξεκάθαρα, ότι δεν φρόντισε ποτέ να αποκτήσει;».

(«Βάλε γερό θεμέλιο», Ι. Μητρόπολη Νικοπόλεως, σελ. 61).

Και στο δεύτερο απόσπασμα, ο άγιος αναφέρεται πιο συγκεκριμένα σε εκείνους τους εκκλησιαστικούς που διαχειρίζονται τις δωρεές και τις συνεισφορές υπέρ των φτωχών, στο ότι οφείλουν να είναι άριστοι οικονόμοι χωρίς να εκμεταλλεύονται καταστάσεις ικανοποιώντας την νόσο της πλεονεξίας:

«Το να σε παρακαλούν να παίρνεις χρήματα για φτωχούς και πεινασμένους, είναι κάτι που πρέπει κανείς, και να το προσέχει, και να το φοβάται. Αλλά το να υπεξαιρεί κανείς από τα χρήματα αυτά κάτι, είναι ξεκάθαρο έγκλημα, είναι σε ασπλαχνία κάτι το χειρότερο από την κάθε είδους ληστεία [..] άριστος οικονόμος είναι εκείνος, που για τον εαυτό του δεν κρατάει τίποτα».

(«Βάλε γερό θεμέλιο», Ι. Μητρόπολη Νικοπόλεως, σελ. 79- 80).

Τελειώνοντας, αυτή την φορά παραθέτουμε αποσπάσματα από την αρχαία ελληνική φιλοσοφική γραμματεία, και πιο συγκεκριμένα από το έργο που αποδίδεται στον Πλάτωνα «Ερυξίας ή Περί πλούτου». Αν και το έργο αυτό δεν θεωρείται γνήσιο του μεγάλου φιλοσόφου μας, ωστόσο απηχούν μερικές από τις αντιλήψεις του σε αυτό.

«Ο νεαρός ρώτησε τον Πρόδικο σε ποια περίπτωση πίστευε ότι είναι κακό το να είναι κανείς πλούσιος και σε ποια περίπτωση καλό. Αυτός απάντησε όπως και συ πριν από λίγο. Είναι καλό για τους τέλειους ανθρώπους, για κείνους που γνωρίζουν που πρέπει να ξοδεύουν τα χρήματά τους, και κακό για κείνους που δεν ξέρουν».

(«Περί πλούτου», Εκδόσεις Ενάλιος, σελ. 43)

«Όλες οι επιθυμίες δεν είναι τίποτε άλλο παρά ανάγκες για κάποια πράγματα. Οι άνθρωποι, λοιπόν, που γεύονται τα περισσότερα αγαθά, βρίσκονται σε πιο άσχημη κατάσταση από αυτούς που δοκιμάζουν τα λιγότερα. Σίγουρα. Κι εγώ θα τους θεωρούσα πάρα πολύ δυστυχισμένους. Γιατί όσο περισσότερες επιθυμίες έχουν τόσο πιο δυστυχισμένοι είναι».

(«Περί πλούτου», Εκδόσεις Ενάλιος, σελ. 85)



Ετικέτες