Πε­ρι της Χάριτος του Αγ. Πνεύματος. Τι είναι και πως ενεργεί

Loading...


Αγ.Σι­λου­α­νού του Α­θω­νι­τη

Δεν έφε­ρα τι­πο­τε μα­ζι μου στο Μο­να­στή­ρι, ε­κτος α­πο τις α­μαρ­τι­ες μου, και δεν ξε­ρω για­τι ο Κύ­ρι­ος μου ε­δω­σε, ε­νω ή­μουν α­κο­μη νε­α­ρος υ­πο­τα­κτι­κος, το­ση χα­ρη του Α­γι­ου Πνεύ­μα­τος, που γε­μι­σαν α­πο χα­ρη η ψυ­χή και το σώ­μα μου. Κι η­ταν η χά­ρη ο­μοι­α με τη χα­ρη των μαρ­τυ­ρων και το σω­μα μου δι­ψού­σε να πα­θει για τον Χρι­στο.
Δεν ε­ζη­του­σα ε­γω α­πο τον Κύ­ρι­ο Πνεύ­μα Α­γι­ο. Δεν ή­ξε­ρα πως υ­παρ­χει Πνεύ­μα Α­γι­ο, πως ερ­χε­ται στην ψυ­χη και πως ε­νερ­γεί στην ψυ­χη. Τω­ρα ο­μως χαί­ρο­μαι να γρα­ψω γι’; αυ­το.

Ω Πνεύ­μα Α­γι­ο, πο­σο Σε α­γα­πα η ψυ­χη!
Ει­ναι α­δυ­να­το να σε πε­ρι­γρα­ψω, αλ­λα η ψυ­χη γνω­ρι­ζει τον ερ­χο­μο Σου και Συ δι­νεις ει­ρη­νη στο νού και γλυ­κυ­τη­τα στην καρ­διά.
Ο Κυ­ρι­ος ει­πε: «Μα­θε­τε απ’ ε­μου την πρα­ο­τη­τα και την τα­πεί­νω­σιν και ευ­ρη­σε­τε α­να­παυ­σιν εις τας ψυ­χας υ­μων». Αυ­το το λε­γει ο Κυ­ρι­ος για το Α­γι­ο Πνεύ­μα. Μο­να­χα στο Α­γι­ο Πνεύ­μα βρι­σκει η ψυ­χη την τε­λει­α α­να­παυ­ση.
Κα­λο­τυ­χοι ε­μείς οι ορ­θο­δο­ξοι Χρι­στια­νοί, για­τι μας α­γα­πα πο­λυ ο Κυ­ρι­ος και μας δι­νει τη χα­ρη του Α­γι­ου Πνεύ­μα­τος. Καί με το Α­γι­ο Πνεύ­μα βλε­που­με τη δο­ξα του Κυ­ρι­ου. Γιά να φυ­λα­με ο­μως τη χα­ρη, ο­φεί­λου­με ν’; α­γα­που­με τους ε­χθρούς και σ’; ο­λες τις στε­νο­χω­ριες μας να ευ­χα­ρι­στού­με το Θε­ο.

Ο αν­θρω­πος, πριν δε­χθεί τη χα­ρη, ζεί και νο­μι­ζει πως ο­λα στην ψυ­χη του πα­νε κα­λα. Ο­ταν ο­μως τον ε­πι­σκε­φθεί η χα­ρη και μεί­νει με­σα του, βλε­πει τε­λεί­ως δι­α­φο­ρε­τι­κα τον ε­αυ­το του. Κι ο­ταν με­τα στε­ρη­θεί πα­λι τη χα­ρη, το­τε μο­νο κα­τα­λα­βαί­νει σε ποιά α­θλι­α κα­τα­στα­ση βρι­σκε­ται.
Ε­τσι, κι α­κο­μη πε­ρισ­σο­τε­ρο, υ­πο­φε­ρει και πο­νεί η ψυ­χη που ε­χα­σε τη χα­ρη του Α­γι­ου Πνεύ­μα­τος και σερ­νε­ται στη σκλα­βιά των κα­κων λο­γι­σμων.  

Ο­ποιος δεν γνω­ρι­ζει τη χα­ρη, δεν την ε­πι­ζη­τεί. Οι αν­θρω­ποι προ­σκολ­λη­θη­καν στη γη, και πολ­λοί δεν ξε­ρουν πως τι­πο­τα το γη­ι­νο δεν μπο­ρεί να συγ­κρι­θεί με τη γλυ­κυ­τη­τα του Α­γι­ου Πνεύ­μα­τος.
Η μα­να, ο­ταν πε­θα­νει, α­φη­νει τα παι­διά ορ­φα­να. Ο Κυ­ρι­ος ο­μως δεν μας α­φη­σε ορ­φα­νούς, αλ­λα μας ε­δω­σε τον Πα­ρα­κλη­το, το Πνεύ­μα το Α­γι­ο (Ι­ω­αν. Ιδ’; 16-18), και Αυ­το μας εμ­πνε­ει ν’; α­γα­που­με τον Θε­ο και να Τον πο­θού­με α­τε­λειω­τα.
Ω, πο­σο βα­ρει­α στε­νο­χω­ρι­ε­ται η ψυ­χη ο­ταν χα­σει την α­γα­πη και την παρ­ρη­σι­α προς τον Θε­ο! Με πο­νο καρ­διάς το­τε πα­ρα­κα­λεί: «Πο­τε θα Σε δω πα­λι, Κυ­ρι­ε, και θα γευ­θω την ει­ρη­νη και την α­γα­πη Σου;»
Για­τι θλι­βε­σαι, ψυ­χη μου, και χυ­νεις δα­κρυ­α; Μην τυ­χον λη­σμο­νη­σες τι σου ε­χα­ρι­σε ο Κυ­ρι­ος, πα­ρο­λο που α­ξι­ζες κα­θε τι­μω­ρι­α;
Ο­χι, δεν ε­λη­σμο­νη­σα το με­γα ε­λε­ος που ε­σκορ­πι­σε σε με­να ο Κυ­ρι­ος και θυ­μα­μαι τη χα­ρη του Α­γι­ου Πνεύ­μα­τος και την α­γα­πη του Κυ­ρι­ου.
Για­τι, λοι­πον, δα­κρυ­ζεις, ψυ­χη, α­φού γνω­ρι­ζεις το α­πε­ρι­γρα­πτο ε­λε­ος του Κυ­ρι­ου; Τι αλ­λο πε­ρισ­σο­τε­ρο θε­λεις α­πο τον Δε­σπο­τη;
Η ψυ­χη μου θε­λει να μην στε­ρη­θεί πο­τε τη χα­ρη του Κυ­ρι­ου. Η γλυ­κυ­τη­τα της χα­ρης συ­ρει α­κα­τα­παυ­στα την ψυ­χη μου προς την α­γα­πη του Πλα­στη μου.
Ο­ταν ε­λατ­τω­νε­ται στην ψυ­χη η χα­ρη, το­τε πα­λι αρ­χι­ζει αυ­τη να α­να­ζη­τα το ε­λε­ος του Κυ­ρι­ου. Η ψυ­χη τα­ρα­ζε­ται α­πο την τυ­ραν­νι­α των κα­κων λο­γι­σμων και κα­τα­φεύ­γει στον Κυ­ρι­ο, στον Πλα­στουρ­γο της, και πα­ρα­κα­λεί να της δω­σει πνεύ­μα τα­πει­νω­σε­ως, για να μη την εγ­κα­τα­λεί­πει η χα­ρη της α­δι­α­λει­πτης α­γα­πης του Ου­ρα­νι­ου Πα­τε­ρα.
Ο Κυ­ρι­ος α­πο­συ­ρει τη χα­ρη Του α­πο την ψυ­χη και ε­τσι, με το ε­λε­ος και τη σο­φι­α Του, ο­δη­γεί στην τα­πεί­νω­ση την ψυ­χη, για την ο­ποί­α α­πλω­σε με α­γω­νι­α τα χε­ρια Του στον Σταυ­ρο.

Πε­ρι­με­νει ο­μως να δεί­ξει η ψυ­χη την προ­αι­ρε­ση της στον α­γω­να κα­τα των ε­χθρών, μο­νη ο­μως η ψυ­χη δεν ε­χει δυ­να­μεις για να νι­κη­σει. Γι’; αυ­το ζη­τω με δα­κρυ­α α­πο τον Κυ­ρι­ο: «Κυ­ρι­ε, Συ βλε­πεις πο­σο α­σθε­νι­κι­α ει­ναι η ψυ­χη μου, ο­ταν στε­ρη­θεί τη χα­ρη Σου. Συ, το Φως και ο Πα­τε­ρας μας, δω­σε μας τον α­γι­ο φο­βο Σου, για να Σε α­γα­που­με ο­πως Σε τρε­μουν και Σε α­γα­πούν τα Χε­ρου­βείμ».
Ο αν­θρω­πος αφ’ ε­αυ­του του ει­ναι α­νι­κα­νος να τη­ρη­σει τις εν­το­λες του Θε­ου και γι’; αυ­το ε­λε­χθη: «Αι­τεί­ται και δο­θη­σε­ται». Καί αν δεν πα­ρα­κα­λού­με, βα­σα­νι­ζου­με μο­νοι μας τον ε­αυ­το μας και χα­νου­με τη χα­ρη του Α­γι­ου Πνεύ­μα­τος. Καί η ψυ­χη χω­ρις τη χα­ρη τα­ρα­ζε­ται για πολ­λα πραγ­μα­τα, για­τι δεν εν­νο­ει το θε­λη­μα του Θε­ου.
Γιά να ε­χει τη χα­ρη, πρε­πει να ει­ναι εγ­κρα­της σε ο­λα ο αν­θρω­πος: στις κι­νη­σεις, στην ο­μι­λι­α, στην ο­ρα­ση, στους λο­γι­σμούς, στην τρο­φη. Γιά κα­θε ει­δους εγ­κρα­τει­α βο­η­θα­ει η με­λε­τη του λο­γου του Θε­ου, ο­πως λε­ει η Γρα­φη: «ουκ επ’; αρ­τω μο­νω ζη­σε­ται ο αν­θρω­πος, αλλ’; ε­πι παν­τι ρη­μα­τι εκ­πο­ρευ­ο­με­νω δι­α στο­μα­τος Θε­ου».
Κα­λο­τυ­χος ο­ποιος δεν ε­χα­σε τη χα­ρη του Θε­ου, αλ­λα α­νε­βαί­νει α­πο δυ­να­μη σε δυ­να­μη. Ε­γω ο­μως ε­χα­σα τη χα­ρη, αλ­λα ο Κυ­ρι­ος με σπλα­χνι­στη­κε και μου ε­δω­σε να γευ­θω α­κο­μη με­γα­λυ­τε­ρη χα­ρη μο­νο κα­τα το ε­λε­ος Του.

Χω­ρις τη χα­ρη του Θε­ου ει­μα­στε ο­μοι­οι με τα ζω­α, αλ­λα με τη χα­ρη ο αν­θρω­πος ει­ναι με­γας κον­τα στον Θε­ο.
Οι αν­θρω­ποι ε­κτι­μούν υ­περ­βο­λι­κα τις γη­ι­νες ε­πι­στη­μες η τη γνω­ρι­μι­α με κα­ποιον ε­πι­γει­ο βα­σι­λιά, και χαί­ρον­ται ο­ταν κα­νουν πα­ρε­α μα­ζι του -;αλ­λα α­λη­θι­να με­γα­λο ει­ναι μο­νο το να γνω­ρι­ζου­με με το Α­γι­ο Πνεύ­μα τον Κυ­ρι­ο και το θε­λη­μα Του.  

Με το Πνεύ­μα το Α­γι­ο ε­γνω­ρι­σε η ψυ­χη μου τον Κυ­ρι­ο και γι’; αυ­το ει­ναι ευ­κο­λοι και ευ­χα­ρι­στο για με­να να Τον σκε­φτο­μαι, Αυ­τον και τα ερ­γα Του. Χω­ρις ο­μως το Α­γι­ο Πνεύ­μα, η ψυ­χη πα­ρα­με­νει σαν νε­κρη, ε­στω κι αν ε­μα­θε ο­λο τον κο­σμο.
Αν ή­ξε­ραν οι αν­θρω­ποι τι ει­ναι η πνευ­μα­τι­κη ε­πι­στη­μη, θα εγ­κα­τε­λει­παν τις γη­ι­νες ε­πι­στη­μες και τε­χνες και θα ζη­του­σαν μο­νο τον Κυ­ρι­ο. Το θεί­ο καλ­λος Τού αιχ­μα­λω­τι­ζει την ψυ­χη και αυ­τη πο­θεί να πα­ρα­με­νει αι­ω­νι­α μα­ζι Του, και δεν ζη­τα, τι­πο­τα αλ­λο και θε­ω­ρεί ο­λα τα βα­σι­λει­α της γης σαν συν­νε­φα που πε­ρι­φε­ρον­ται στον ου­ρα­νο.
Ο Κυ­ρι­ος ει­πε: «Ε­γω εν τω Πα­τρι και ο Πα­τηρ εν ε­μοί ε­στι» και «υ­μείς εν ε­μοί κα­γω εν υ­μιν» (Ι­ω­αν. ιδ΄10, 20).
Πο­σο με­γα­λο ε­λε­ος! Ο Κυ­ρι­ος θε­λει να βρι­σκο­μα­στε κον­τα σ’; Αυ­τον και στον Πα­τε­ρα, και η ψυ­χη μας αι­σθα­νε­ται πως ο Κυ­ρι­ος ει­ναι κον­τα μας.
Αλ­λα τι ε­χου­με κα­νει, Κυ­ρι­ε, για Σε­να η σε τι Σε ευ­χα­ρι­στο­η­σα­με, ω­στε να θε­λεις να ει­σαι με­σα μας και ε­μείς κον­τα Σου; Ε­μείς Σε σταυ­ρω­σα­με με τις α­μαρ­τι­ες μας και Συ θε­λεις να ει­μα­στε μα­ζι Σου; Ω, πο­σο με­γα­λο ε­λε­ος ε­δει­ξες σ’; ε­με­να! Σ’; ε­με­να, που μου α­ξι­ζει ο α­δης και τα βα­σα­να του,
Ε­συ δι­νεις τη χα­ρη του Α­γι­ου Πνεύ­μα­τος.
Κι αν ε­δω­σες σ’ ε­με τον α­μαρ­τω­λο τη χα­ρη να Σε γνω­ρι­σω με το Α­γι­ο Πνεύ­μα, το­τε Σε ι­κε­τεύ­ω, Κυ­ρι­ε, να δω­σεις να Σε γνω­ρι­σει ο­λος ο κο­σμος.
 



Ετικέτες