Ο θρησκευτικος Διονύσιος Σολωμός

Loading...


Σαν σήμερα γεννήθηκε ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός

του Κώστα Παπαδημητρίου

Ο Διονύσιος Σολωμός ήταν σωστός Έλληνας καί αληθινός Ορθόδοξος Χριστιανός. Δύο αγάπες σ' όλη του τήν ζωή κατέκλυζαν τήν καρδιά του: Η Ελλάδα καί η Χριστιανική Ορθόδοξη θρησκεία. Τούτη η μελέτη αναφέρεται στήν δεύτερη.
Στήν ψυχοσύνθεσή του, από τά γεννοφάσκια του σχεδόν, φύτρωσε η θρησκευτικότητά του. Τά θρησκευτικά του βιώματα εξάλλου από τήν παιδική του ηλικία ήταν έντονα. Έζησε τό πνεύμα τής θρησκευτικότητας τών απλοϊκών ανθρώπων κοντά στούς γονείς του. Ο πατέρας του Νικόλαος τόν αγαπούσε πολύ, όπως καί τόν αδελφό του Δημήτριο καί τακτικά έλεγε γι' αυτά τά παιδιά του: "Αναθράφηκαν στίς αγκάλες μου καί σφόδρα τ' αγαπώ, ώσπερ νά ήταν λεγκτίτιμα κατά τούς νόμους τής Εκκλησίας" (Σολωμού Άπαντα, Προλεγόμενα Μαρίνου Σιγούρου, σελ. 15)

Αλλά καί η συμμετοχή τού μικρού Διονύσιου στήν λατρευτική ζωή τής Εκκλησίας άφησαν ανεξίτηλα στοιχεία της καί σημάδεψαν τόν κατοπινό χαρακτήρα του. Στήν προσωπικότητά του συνέβαλαν βέβαια καί οι θρησκευόμενοι δάσκαλοί του, Αντώνιος Μαρτελάος καί ο Ιταλός αββάς Santo Rossi. "Σπούδαζε τήν Αγία Γραφή καί, όπως βεβαιώνει ένας από τούς ύστερα δασκάλους του, απάγγελνε παθητικά τούς Ψαλμούς τού Δαβίδ, τούς Θρήνους τού Ιερεμία καί τό μεγάλο ποίημα τού Ιώβ" (Κ. Παλαμά-Γ. Ψυχάρη: "Γύρω στό Σολωμό" σελ. 13). Αυτοί όλοι ενστάλαξαν τήν ευσέβεια στήν ψυχή τού μικρού Σολωμού καί έτσι η προσωπικότητά του βρέθηκε εμποτισμένη από τό θρησκευτικό στοιχείο.
Γαλουχημένος από μιά τέτοια θρησκευτική παιδεία, αγάπησε αργότερα καί μελετούσε τά βιβλία τού Μ. Βασιλείου, τού Ι. Χρυσοστόμου καί τού Γρηγορίου τού Θεολόγου, έτσι πού αργότερα η θύραθεν παιδεία δέν βρήκε ανοιχτή πόρτα νά τού αλώση τήν συνείδηση.
Ύστερα από μιά τέτοια παιδεία καί ζωή προέκυψε ο αληθινός Χριστιανός ποιητής, ο λειτουργός, πού μέσα του ένιωθε τόν Θεό. Αυτό τό θρησκευτικό συναίσθημα κράτησε σ' όλη του τήν ζωή. Έχοντας "πάντα ανοιχτά τά μάτια τής ψυχής του ("Πόρφυρας") καί γνωρίζοντας πώς ο άνθρωπος "είναι λιγόζωος σ' αυτήν εδώ τή χτίση, τήν κατοικιά", πού έπλασε ο Πλάστης ("Εις Μοναχήν"), αγωνίζεται νά βρίσκεται διαρκώς σέ πνευματική κίνηση καί υπαρξιακή ανησυχία πού σχετίζεται μέ τήν ύπαρξη τού Θεού.

Στό ποίημά του "Η θρησκεία" θά πή:
"Ποιά είναι αυτή πού αισθάνομαι νά μού εγγίζει
τήν καρδιά καί νά μού αναγαλλιάζει όλες τίς αισθήσεις,
Είν' η Θρησκεία, πού μέσ' τόν Ωκεανό
τής ζωής, έρχεται τή θνητή καρδιά ν' ανυψώσει"
(Κ. Καιροφύλα, Σολωμού ανέκδοτα έργα, σελ. 123)

Τό κάθε τί γιά τόν Σολωμό ξεκινά από τόν Θεό καί στόν Θεό επιστρέφει. Δέν συμφωνεί μέ τόν Διαφωτισμό πού βλέπει τά πάντα γνωσιολογικά καί αρνείται τόν Ορθολογισμό, όταν είναι άθεος. Τόν Πλάτωνα καί τήν αρχαία Φιλοσοφία δέν τά αρνείται, δέν μένει όμως εγκλωβισμένος σέ αυτά. Απλά τούς υποτάσσει στόν θείο λόγο. Στόν "Διάλογο" ο Σοφολογιώτατος λέει: "Μή μελετήσεις κανέναν, γιατί ο Πλάτων αξίζει γιά όλους (τούς σοφούς) πού ζούν καί θά γεννηθούν". Καί ο ποιητής θά απαντήση: "Δίκαιη κρίση, αλλά η Προφητεία τήν υπερβαίνει". Στήν Προφητεία εντάσσει τόν Χριστό, τούς Προφήτες καί όλους τούς αγίους τής Χριστιανοσύνης.

Αμαρτια- προσευχη- μετανοια

Η θεοκεντρικότητα τού Σολωμού επεκτείνεται σέ όλες τίς διαστάσεις καί τά προβλήματα τής ζωής. Ο Θεός γι' αυτόν είναι πανταχού παρών, είναι Πατέρας, είναι προστάτης καί βοηθός τού ανθρώπου σέ όλες τίς δύσκολες στιγμές του.
Στό ποίημά του "Λάμπρος" καί στό κεφάλαιο "Τό όνειρο τής Μαρίας" η γυναίκα αυτή αβοήθητη, χωρίς τόν άντρα της κοντά της, θαλασσοδέρνεται καί κινδυνεύει νά πνιγή. Η μόνη της ελπίδα ο Θεός.

Ο Σολωμός βάζει στό στόμα της τούς παρακάτω στίχους του:
"Μού φαίνεται πώς πάω καί ταξιδεύω
στήν ερμιά τού πελάγου εις τ' όνειρό μου'
Μέ τό κύμα, μέ τούς ανέμους παλεύω
μοναχή, καί δέν είσαι στό πλευρό μου. (ο άνδρας της)
Δέ βλέπω μέ τό μάτι όσο γυρεύω
πάρεξ τόν ουρανό στόν κίνδυνό μου'
Τόνε τηράω, βόηθα, τού λέω, δέν έχω
πανί, τιμόνι, καί τό πέλαο τρέχω".
Υπάρχει όμως καί η αμαρτία. Δυνατοί στοχασμοί περικυκλώνουν τόν νού τού ανθρώπου καί τού μιλάνε μέ λόγια ήμερα, γλυκά καί δελεαστικά. Γι' αυτό φωνάζει: "Πάντα ανοιχτά, πάντ' άγρυπνα τά μάτια τής ψυχής μου, μήποτε υπνώσω εις θάνατον" καί στόν ευαγγελικό στίχο: "Αγρυπνείτε ούν εν παντί καιρώ δεόμενοι" (Λουκά 21, 36)
Σάν κύμα ανεμπόδιστο χτυπά η αμαρτία τό κεφάλι καί τό στήθος τού ανθρώπου. "Όχι" φωνάζει ο Σολωμός, "ούτε τό κύμα, ούτε κανένα δυνατό θεριό δέν μπορεί ν' αγγίξει τό χρυσό καρπό τής ψυχής. Αμάλαγη κι αθάνατη πέφτει στόν κόρφο τού Θεού πού τήν έπλασε" (Λίνου Πολίτη: "Σολωμού "Ιταλικά ποιήματα". Ν. Εστία, τεύχος 62, 1957, σελ. 119-120)
Έχει μέσα του ο άνθρωπος ένα κομμάτι απ' τόν Παράδεισο, μιά δύναμη γιά αντίδραση στούς πειρασμούς.

Ο Σολωμός θά πή:
"Η Κόλαση πάντ' άγρυπνη σού στήθηκε τριγύρω.
Αλλά δέν έχει δύναμη πάρεξ μακριά καί πέρα.
Μακριά απ' τήν Παράδεισο, κι εσύ σ'εσέ' χεις μέρος.
Μέσα στά στήθια σου τ' ακούς, καλέ, νά λαχταρίζει;
Νιός κόσμος όμορφος παντού χαράς καί καλωσύνης".
Εννοεί πώς μέσα στόν άνθρωπο είναι η εικόνα τού Θεού , τού Πλάστη.
Μά καί μετά τήν αμαρτία, ο Πλάστης δέν παύει νά κρατά ανοιχτές αγκάλες προσμένοντας τό απολωλός πρόβατο νά επιστρέψη κοντά του συγχωρώντας του τό πέσιμο.

Ο Σολωμός στό ποίημά του "Στή βρύση τού Νταβιά" επηρεασμένος από τήν παραβολή τού Ασώτου Υιού γράφει:
"Γάργαρο είν' τό νερό καί τό μουρμούρισμα πού αφήνει,
Σάς κράζει νά ξεδιψάσετε, ώ διψασμένοι.
Σείς, πού νά χορτάσετε τά γεροβελανίδια
είχατε συνηθίσει στά βρώμικα τραπέζια σας
ελάτε στό νερό νά καθαρισθείτε' κι η αγνότη στήν ψυχή σας ν' απλωθεί.
Κοιτάτε, ανοίχτηκε κάθε εμπόδιο καί καμιά φράχτη
δέν αντισκόβει τό βήμα. Εμπρός ελάτε,
όσο δέ σκοτεινιάζει ακόμα η δύση"
(Κ. Καιροφύλα: "Σολωμού ανέκδοτα έργα" σελ. 135.)

Βαθιές καί θανατερές πληγές επιφέρει η αμαρτία στόν άνθρωπο. Θεραπεύονται όμως μέ τήν δύναμη τής μετάνοιας. Γράφει σχετικά ο Σολωμός: " Ανοίγεται επί τέλους η καρδιά μου στά γεμάτα αγάπη λόγια τού Χριστού, πού η αμαρτία τόν τρυπάει σάν λόγχη….Καί γλυκά καί μέ περίσσια τρυφεράδα μού παραπονιέται καί μού λέει: Μά γιατί, τέκνο μου, γιατί μέ πληγώνεις κι άλλη μιά φορά; Κι ύστερα, μέ βαρύ τό βλέμμα, από συμπόνια μού ξεσκεπάζει τίς πληγές….Θά μπορέσουμε τάχα νά ξεπλύνουμε τίς τόσες ανομίες πού μάς καίνε;" (Λ. Πολίτη, Σολωμού Άπαντα: Ιταλικά ποιήματα, Παράρτημα, σελ. 42).
Έχει ο Χριστιανός όπλο νά αμύνεται κατά τών πειρασμών. Καί είναι ισχυρό καί αποτελεσματικό. Καί δέν είναι άλλο από τήν προσευχή. Ο ίδιος τακτικά προσφεύγει σ' αυτήν.
Στό ποίημά του "Η γυναίκα τής Ζάκυνθος" κεφ. 1 ταυτίζεται, άν δέν είναι ο ίδιος, μέ τόν Διονύσιο Ιερομόναχο "εγκάτοικο στό ξωκκλήσι τού Αγίου Λύπιου" γράφει: "….Καί εστάθηκα σιωπηλή γιά νά' βρω τί νά τούς πώ γιά νά φύγουνε, (όσους τυραννούσαν τήν κακιά γυναίκα τής Ζάκυνθος). Παιδιά, ακούστε τά λόγια τού Διονύσιου τού Ιερομόναχου. Εγώ γιά νά πάω νά κάμω δέηση καί σάς αφήνω εδώ….Καί ύψωσα τά χέρια μου καί τά μάτια μου κατά τόν ουρανό γιά νά κάμω δέηση μέ όλη τή θερμότητα τής ψυχής…Καί εθυμήθηκα ένα ποίημα…τό οποίο αγκαλά καί μαθημένος στήν ποίηση τής Θείας Γραφής δέν τό βρίσκω τόσο κακό, καί εβάλθηκα καί τό είπα από μέσα μου…Αλήθεια, μά τήν Παναγία, άκουσ' εδώ μά τόν Άη Νικόλα, αλήθεια μά τόν Άη Σπυρίδωνα, αλήθεια μά τά Άχραντα μυστήρια τού Θεού..καθώς είναι αληθινά καί ενεργητικά στόν φαινόμενο καί τόν αόρατο κόσμο τά τρία προσώπατα τής Αγίας Τριάδος…"(Δ. Σολωμού "Άπαντα", σελ. 468 κ.ε)
Δέν είναι μόνον πιστός Χριστιανός ο Σολωμός, μά καί θερμός ελληνολάτρης. Πονεί γιά τήν κατάντια τής σκλαβωμένης πατρίδας μας καί πιστεύει στήν θεϊκή βοήθεια γιά τό ξεσκλάβωμά της. Στόν επικήδειο λόγο του στόν θάνατο τού Φώσκολου προσθέτει:
"Κάμε μου τή χάρη νά εισακούσεις μιά παράκληση πού όλοι σ' αυτό τό Ιερό, νέοι καί γέροι, φτωχοί καί πλούσιοι, συγγενείς καί λαός, λόγιοι καί αγράμματοι, ιδιώτες καί αρχές, λαϊκοί καί κληρικοί, όλοι, μ' αδιάκοπα νεύματα, μέ χέρια καί μέ κεφάλια, βλέπω νά μού βάζουν στά χείλη:
Ώ, αθάνατο πνεύμα στήν αγάπη πού είχες γιά όλα τά έξοχα πράγματα, σίμωσε στό θρόνο τού Παντοδύναμου, ρίξου μέ τά χείλη πάνω στό υποπόδιο τών ποδιών Του' κι άν ο νόμος τού Παραδείσου δέν εμποδίζει τό κλάμα, παρακάλεσέ Τον μέ δάκρυα καί θρήνους, νά στείλει στή γειτονική πατρίδα τή Λευτεριά" (Δ. Σολωμού "Άπαντα" σελ. 528)
Καί άλλη φορά πάλι τόν καιρό τών σεισμών στήν Ζάκυνθο, Δεκέμβριο καί Γενάρη τού 1820 καί 1821 αντίστοιχα, απηύθυνε θερμή δέηση στόν Άγιο Διονύσιο. Έλεγε καί τούτα:
"Ώ, Άγιε Διονύσιε, ψυχή αγνή καί θεία,
πού σέ κρατεί περήφανα τής Ευσπλαχνίας ο θρόνος,
τούτο τό δύστυχο νησί προστάτεψέ το μόνος,
γιά νά μήν τύχει πλιό σ' αυτό παρόμοια δυστυχία.
Ώ, Σύ στό θρόνο τού Άπλαστου τρέξε σιμά κι ειπέ του
νά μήν αφήσει τό νησί έρμο στή δυστυχιά του
κι άν ίσως κι η παράκληση δέ φθάνει, θύμησέ του
πώς είχες έναν αδερφό κι έκρυβες τό φονιά του…."
(Δ. Σολωμού "Άπαντα", τ. Β, Παράρτημα, σ. 36)

Μέ ασύγκριτο θρησκευτικό λυρισμό ο Σολωμός στούς "Ελεύθερους Πολιορκημένους" (Σχεδ. Β`, 910) καί στήν τελευταία νύχτα τών πολιορκημένων μαχητών αναφέρεται στίς τελευταίες ελπίδες τους πού σάν θυμίαμα προσευχής αναπέμπουν στόν Θεό:
"Ετούτ' είν' ύστερη νυχτιά' όλα τ' αστέρια βγάνει'
ολονυχτίς ανέβαινε η δέηση, τό λιβάνι"
Είναι φανερή εδώ η έμπνευση τού ποιητή από τό τροπάριο τού Εσπερινού: "Κύριε εκέκραξα πρός Σέ εισάκουσόν μου…Κατευθυνθήτω η προσευχή μου ως θυμίαμα ενώπιόν Σου…"
Πέρα όμως από τήν προσευχή πού είναι μιά στενή προσωπική επικοινωνία καί σχέση Θεού καί ανθρώπου, μεγαλύτερη μετανοιακή δύναμη ενέχει η ομαδική κοινή προσευχή στήν Εκκλησία, όταν τελείται η Θεία Ευχαριστία. Δέν ψάλλονται σ' αυτήν μόνον ύμνοι καί προσευχές δοξολόγησης καί ευχαριστιών, αλλά ο εκκλησιαζόμενος είναι παρών στήν τέλεση ενός μυστηρίου.
Στήν "Ωδή γιά πρώτη λειτουργία", πού έγραψε ο Σολωμός στήν Ιταλία καί πού μεταφράστηκε σέ στίχους από τόν Γ. Καλοσγούρο καί σέ κείμενο από τόν Λίνο Πολίτη (Μαρίνου Σιγούρου…Δ. Σολωμού "Άπαντα" τ. Β'Παράρτημα σελ. 12-14), ψάλλει τήν θρησκεία τών πατέρων του καί αναφέρεται στό τρανό μυστήριο τής Θείας Ευχαριστίας καί δέν βρίσκει άλλη εξήγηση από τήν σιωπή καί τήν προσκύνηση. Ο Υιός καί Λόγος τού Θεού κατεβαίνει στόν κόσμο, χωρίς νά παύση νά είναι τό δεύτερο πρόσωπο τής Αγίας Τριάδος. Τό λέει καί ο αναστάσιμος ύμνος τών Αίνων τού Δ'ήχου: "Τών πατρικών σου κόλπων μή χωρισθείς, Μονογενές Λόγε τού Θεού, ήλθες επί γής διά φιλανθρωπίαν…"
Μέ ποιόν τρόπο συντελείται αυτό τό μυστήριο; "Ακαταληπτόν εστι τό τελούμενον εν Σοί" ψάλλει η Εκκλησία καί ο Σολωμός θά πή: "Τού μυστηρίου τού τρανού τόν ακατάληπτο δεσμό ποιός θά τολμήσει;". Δέν υπάρχει ανθρώπινη εξήγηση. "Μέγα καί παράδοξον θαύμα τετέλεσται σήμερον…" θά πή άλλος ύμνος τών Χριστουγέννων. "Ο Λόγος σαρκούται καί τού Πατρός ου κεχώρισται…".
Καί ο Σολωμός συνιστά: Άλλος τρόπος εξήγησης δέν υπάρχει απ' τήν σιωπή καί τήν προσκύνηση. Τό ίδιο έκαμαν καί οι Απόστολοι στόν Μυστικό Δείπνο, όταν τούς έδωσε ο Κύριος τόν άρτο-σώμα Του:
"Σωπάσαν καί επροσκύνησαν κι οι Απόστολοι,
όταν τό σώμα Του τούς έδωσε ο Χριστός…"
Καί καλεί τόν ιερέα νά ψάλη τόν μυστικό ύμνο καί νά προσφέρη στόν Θεό τό Σώμα τού Χριστού:
"Τόν ύμνο, Λειτουργέ, τό μυστικό σου
ψάλλε, λοιπόν, θεόφοβε,
πρόσφερε τού Χριστού τό αίμα στό Θεό σου
Κι απ' τά λημέρια τ' άφθαρτα,
χωρίς καί νά τ' αφήσει,
τού Επουράνιου θά 'ρθεί σ' εσέ στόν Άγιον άρτον ο Υιός…"

Καί ο ιερέας προσφέρει στόν Θεό, μέ τόν άρτον καί τόν οίνον καί λέγοντας τήν προσευχή: "Τά σά εκ τών σών, Σοί προσφέρομεν κατά πάντα καί διά πάντα…Καί ποίησον τόν μέν άρτον τούτον τίμιον Σώμα τού Χριστού Σου, τό δέ εν τώ ποτηρίω τούτω, τίμιον Αίμα τού Χριστού Σου…." Είναι η ιερή στιγμή πού συντελείται η μετουσίωση τού Άρτου καί τού οίνου σέ Σώμα καί Αίμα τού Χριστού. Γιά τόν Σολωμό τότε είναι ζωντανή η παρουσία τού Υιού στήν Θεία Ευχαριστία καί μέσω αυτής στούς πιστούς πού αναμνησιακά καί μυστηριακά βιώνουν τό τελούμενο μυστήριο.

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ

"Εγώ πιστεύω πώς ό,τι συμβαίνει εδώ κάτω έρχεται πάντα στόν καιρό του, οτιδήποτε κι άν νομίζουμε εμείς, πού λιγοστή είναι η ζωή μας καί λιγοστά είναι εκείνα πού μπορούμε νά ιδούμε", έγραφε στόν αδελφό του Δημήτριο ο Σολωμός σέ επιστολή του (22-9-1850).
Καί στό ποίημά του "Η Φαρμακωμένη στόν Άδη" γράφει:

"Όνειρο κοντό γιά μένα
νιότη, αγάπη καί ζωή'
όλα ονείρατα στόν κόσμο
ναί, κι ο θάνατος τά λυεί".

Κάτι ανάλογο αναφέρει καί στήν βιβλική διδασκαλία:
"Δι' ενός ανθρώπου (τού Αδάμ) η αμαρτία εισήλθεν εις τόν κόσμον καί διά τής αμαρτίας ο θάνατος". (Πρός Ρωμ. 5, 12). Καί αλλού: "Τό τί περί τούτο ημάς γέγονε μυστήριον; Πώς παρεδόθημεν τή φθορά καί συνεζεύχθημεν τώ θανάτω;" αναρωτιέται ο υμνωδός στήν νεκρώσιμη ακολουθία.

Σέ ένα επίγραμμά του επίσης ο Σολωμός προσθέτει: "Ανάμεσα στό γέλιο καί στά δάκρυα τρέχει η ζωή, αλλά ο άνθρωπος θά ζεί, όταν τελειώσει η επίγεια ζωή…" (Δ. Μπαλάνου: "Ο Δ. Σολωμός καί τά μεγάλα ιδανικά". Ν. Εστία, τ.5, 1934, σελ. 536).
Κομβικό, λοιπόν, σημείο στήν ζωή τών ανθρώπων ο θάνατος. Καί είναι γιά τούς πολλούς μιισητό καί αποτρόπαιο γεγονός. Καί στήν σκέψη ακόμα τού θανάτου ο άνθρωπος τρέμει: "Θρηνώ καί οδύρομαι, όταν εννοήσω τόν θάνατον", ψάλλει η Εκκλησία στήν νεκρώσιμη ακολουθία. Στό ποίημά του "Ανάμνηση" ο Σολωμός χαρακτηρίζει άθλια καί φρικτή τήν ανάμνηση τού θανάτου.
Όσο όμως μισητός καί αποτρόπαιος κι άν είναι ο θάνατος, μπορεί νά ξεπεραστή η οδύνη του μέ τήν καλλιέργεια τής ψυχής.

"Πικρός, πικρός ο θάνατος
αλλά δέν είναι τόσο,
άν τέτοια ελπίδα τής ψυχής
εγώ μπορώ νά δώσω…", γράφει αλλού.

Όταν η ανθρώπινη ψυχή βρίσκεται σέ πλήρη επικοινωνία μέ τόν Θεό, ο θάνατος είναι ανίσχυρος καί ανώδυνος. Εκείνο πού κάνει τόν άνθρωπο νά μήν υποφέρη καί νά συμφιλιώνεται μέ τήν ιδέα τού θανάτου είναι η πίστη πώς πέρα από τήν επίγεια ζωή υπάρχει καί μιά άλλη ζωή, ένας ανώτερος κόσμος, πού ο Σολωμός τόν ονομάζει αληθινό βασίλειο τής αγάπης, πατρίδα τού αγαθού καί κεί πηγαίνει η ψυχή τού ανθρώπου μετά τόν θάνατο. Σχετική είναι η ρήση τού Απ. Παύλου: "Ευδοκούμεν μάλλον εκδημήσαι εκ τού σώματος καί ενδημήσαι πρός τόν Κύριον…Οίδαμεν γάρ ότι εάν η επίγειος ημών οικία τού σκήνους καταλυθή, οικοδομήν εκ Θεού έχομεν, οικίαν αχειροποίητον αιώνιον εν τοίς ουρανοίς" (Β'Κορ. 5, 8, καί 1).
Καλόν θάνατον, ανώδυνον, ανεπαίσχυντον, ειρηνικόν,όπως παρακαλούν τόν Θεό στήν θεία Λειτουργία νά έχουν οι Χριστιανοί, αναφέρει ο Σολωμός πώς είχε ο φίλος του ποιητής Γρυπάρης. Γράφει:
"Καί ο φίλος μας πού κατάλαβε τό θάνατο νά πλησιάζει, δέ θά ένιωθε δίχως άλλο λιγότερο δυνατό τό ένστικτο τούτο' όμως ούτε τρεμούλες, ούτε κλάψες, ούτε θρήνοι, γιατί είχε καλά προφυλαγμένη τή συνείδησή του, μέ τό θώρακα πώς τήν ήξερε αγνή. Αφού παρακάλεσε τή μητέρα του νά βγεί έξω, βυθίστηκε σέ ολομόναχη περισυλλογή, έδεσε σταυρό στό στήθος τά χέρια του, μέ ηρεμότατη τήν όψη ξεψύχησε. Ευλογημένη άς είναι η ψυχή του,πού μίσεψε έτσι έντιμα από τούτον τόν κόσμο, αφού έκαμε εδώ τόσο σύντομο, μά δοξασμένο δρόμο" (Δ. Σολωμού: Επικήδειος γιά τό Σπ. Γρυπάρη" (Άπαντα , τ. Β', Ιταλικά ποιήματα, μετ. Λίνου Πολίτη, σελ. 69).
Έναν ήρεμο χριστιανικό θάνατο περιγράφει ο Σολωμός στό ποίημά του: "Πρός τόν κύριον Γεώργιον Δε Ρώσση", πού βρισκόταν στήν Αγγλία καί τόν παρηγορεί γιά τόν θάνατο τού πατέρα του:

"Τού πατέρα σου όταν έλθεις
δέ θά ιδείς παρά τόν τάφο.
Είμαι ομπρός του καί σού γράφω
μέρα πρώτη τού Μαγιού.
…………….
Θά σκορπίσουμε τό Μάη
πάνω στ' άκακα τά στήθη
γιατί απόψε αποκοιμήθη
εις τόν ύπνο τού Χριστού.
………………
Ήταν ήσυχος κι ακίνητος
ως τήν ύστερη τήν ώρα,
καθώς φαίνεται καί τώρα
πού τόν άφησε η ψυχή.
…………….
Μόνο μιά στιγμή πρίν φύγει
τ' ουρανού κατά τά μέρη
αργοκίνησε τό χέρι
ίσως γιά νά σ' ευχηθεί…."

Στό ποίημά του "Τά Δυό Αδέλφια" η μικρή Αυγούλα πεθαίνει μακριά από τό σπίτι. Δέν τής παίρνει τήν ψυχή ο κακόμοιρος Χάρος, μά ο προστάτης Άγγελος μ' ένα γλυκό φίλημα. Καί η πεθαμένη μοιάζει νά κοιμάται:

"Είν' όμορφη ακόμη
στήν όψη πολύ
τής πήρε (ο Άγγελος)μέ φίλημα
γλυκό τήν ψυχή.
Έχει χαμόγελο
ακόμα στό στόμα
πού λές καί στό χώμα
δέν πρέπει νά μπεί.
Δέν είν' πεθαμένη
τήν όψη τηράτε'
κοιμάται, κοιμάται
εις ύπνο βαθύ.

Αναφέρεται όμως ο Σολωμός καί σ’εκείνους πού συναντούν τήν απαίσια μορφή τού Χάρου στόν θάνατό τους. Άθλια καί φρικτή είναι καί η απλή θύμησή του. Προσπαθούν νά τόν αποφύγουν καί νά κρατηθούν στήν ζωή μέ όλα τά δεινά της.

"Νά τό μάτι πού τόν ήλιο
πολεμά νά μεταϊδεί
καί τό στόμα νά βαστάξει
τή στερνή του αναπνοή" ( "Ανάμνηση")

Είναι εκείνοι πού δέν ελπίζουν καί δέν πιστεύουν στήν Ανάσταση τού Θεανθρώπου. Καί σ' αυτούς απευθύνεται ο ποιητής:

"Φρικτή είναι η ώρα πού ο άνθρωπος
βαριά ψυχομαχά,
αλλά, μή φοβηθείς, ιδού ο Χριστός…"("Φαρμακωμένη στόν Άδη").

Γιά νά δείξη ο Σολωμός τήν αντίθεση τού θανάτου ανάμεσα στούς δίκαιους καί άνομους ανθρώπους, σχεδίασε στήν ιταλική γλώσσα αυτοσχέδιους στίχους πού τούς μετέφρασε στήν ελληνική ο Λίνος Πολίτης. (Δ. Σολωμού "Άπαντα", τ. Β', Παράρτημα, σελ. 27). Τούς παραθέτω:

Ο Δίκαιος
"Κείτεται ο Δίκαιος στήν κλίνη του, καί μέ γλυκό σκοπό τό χείλι του ετοιμοθάνατο δοξάζει τό Θεό' ανοίγει τό σβησμένο μάτι του καί αναγαλλιάζει πού ελπίδα γιά τά ουράνια τού στηλώνει τήν καρδιά"
Ο Άνομος
"Νά κι ο άνομος στήν κλίνη του' δυνατά τού θανάτου ακούει στ' αυτιά του ν' αντηχούν οι σάλπιγγες' τό νιώθει πώς δέ γίνεται πιά νά γλιτώσει από τίς πύλες τής αιωνιότητας πού τίς τρέμει".
Ο Δίκαιος
"Ενώ μέ προσευχή αδιάκοπη τό λογισμό του μερώνει γιά νά μήν τόν ξεπλανέψει ο Σατανάς, νά, πού ξάφνου μιά μελωδία γαληνεύει τή θεϊκή του χρυσαλλίδα".
Ο Άνομος
"Στριφογυρίζει τά μάτια του αλλοιθωρίζοντας, σάν αρκούδα σκυμμένη πάνω στά μικρά της πού κιντυνεύουν' τού κάκου ο άνομος, τού κάκου παλεύει καί προστάζει τήν ψυχή του νά κρατηθεί μέ όλα τά δυνατά της".
Ο Δίκαιος (ακούει φωνή)
"Έλα", τού' λεγε, "στήν πηγή μέσα τού φωτός καί ποτέ πιά δέ θά χάσεις τήν πρόσχαρη αιθέρια κορυφή τού θείου όρους".
Ο Άνομος
"Μανιάζει αλαλιασμένος καί μέσα στό κακούργο του κι αμαρτωλό στήθος τό νιώθει κιόλας πώς τόν περιμένει η κόλαση".
Στόν Δίκαιο
"Μέ ελαφρύ ψυχομάχημα βγήκε στό τέλος η όμορφη ψυχή από τήν επίγεια φυλακή, σά νά' ταν ένα ανάσασμα θερμό τού Πλάστη".
Ο Άνομος
"Γκρεμίζεται στερνά εκεί κάτω καί σφηνώνεται, καί όλος χαρά ο κατάρατος Δαίμονας τόν αγκαλιάζει, όπως εκείνος αγκάλιαζε τό κρίμα".

Έτσι βλέπει τόν θάνατο στούς ανθρώπους ο Σολωμός. Στούς παράνομους στήν ζωή η μορφή τους είναι άγρια, θλιμμένη, φοβισμένη. Στό ποίημά του "Εις ψυχορραγούντα φίλο" γράφει:

"….Ήλθε η ώρα νά σ' αφήσω,
Τού θανάτου νά η μορφή!
Δέν μπορώ νά σέ φιλήσω,
Νά, μού σβένεται η πνοή".

Ζωγραφίζεται ο θάνατος μέ τρομάρα καί μαυρίλα.

"Ανήσυχου ονείρου
Τρομάρα, μαυρίλα
Σά χέρια, σά χείλια
Τά χρώματα σβηεί".

Αντίθετα τού καλού ανθρώπου ο θάνατος τού γλυκαίνει τήν μορφή. Είναι ανάλαφρος καί μοιάζει μέ ύπνο βαθύ.
Είτε όμως πικρός, είτε γλυκός είναι ο θάνατος, αληθεύει εκείνο πού γράφει ο Γιάννης Αποστολάκης, ότι δηλαδή "η σκέψη καί η θύμηση τού θανάτου πρωτάνοιξε, όχι μονάχα στό Σολωμό, παρά σέ πολλούς ανθρώπους τό δρόμο πρός τό εσωτερικό τής ψυχής". (Τά τραγούδια μας" σελ. 14)

ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΝΕΚΡΩΝ-ΔΕΥΤΕΡΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ-ΚΡΙΣΗ

Μέ ανυποχώρητη βεβαιότητα πίστευε ο Σολωμός στήν Ανάσταση τών νεκρών, τήν Δευτέρα Παρουσία τού Κυρίου καί τήν Κρίση τών σέ τούτη τήν ζωή δικαίων καί αδίκων. Πίστευε στήν αιωνιότητα τού ανθρώπου καί περίμενε τόν θάνατο μέ ηρεμία καί τήν βεβαιότητα πώς θά κερδίση τόν Παράδεισο. "Είναι έτοιμος" γράφει ο Μάντζαρος, "οποτεδήποτε νά αισθανθή τόν θάνατο τού σώματος ως ζωήν τού πνεύματος….μαντεύων τόν ωραίον κόσμον, ο οποίος τόν περιμένει καί εις τόν οποίον στρέφει μυστικώς τήν σκέψιν καί τήν αγάπην του" (Κ. Καιροφύλα: "Ο άγνωστος Σολωμός", σελ. 121)
Όσες φορές αντιμετώπιζε κάποια στενοχώρια, αναζητούσε έναν άλλον κόσμο, έλεγε στόν αδελφικό του φίλο Τομμαζέο:"Είμαι στήν Κέρκυρα, όμως η ζωή μου δέν είναι εδώ" (Αι περί Σολωμού κρίσεις…σελ. 121). Καί στόν αδελφό του Δημήτριο: "Πίστευε στόν κόσμο τ' ουρανού, όπου ο πόνος, τά πάθη, οι ηδονές, δέν έχουν ύπαρξη, όπου τά πάντα κινούνται μέσα στήν αθωότητα, τήν αγνότητα, τήν καλοσύνη". Καί είχε τήν αγωνία νά φτάση κι αυτός καί οι ήρωές του τό συντομότερο μπροστά στήν πόρτα τού Παραδείσου. ("Εις τόν θάνατον Αιμιλίας Ροδόσταμου", γράφει:
"Στήν θύρα τήν ολόχρυση τής Παντοδυναμίας
πνεύματα μύρια παλαιά, πνεύματα μύρια νέα,
σ' ακαρτερούν γιά νά σού πούν πώς άργησες νά φτάσεις".

Εκφράζει τόν πόθο του νά βρεθή καί ο αδερφός του Δημήτριος εκεί στόν Παράδεισο, συγκρίνοντάς τον μέ τήν γεμάτη παραπτώματα επίγεια ζωή:

"Έλα! τόν ουρανό ολόκληρο νά ξαναλέει άκουσα
σέ ήχο πού οι στίχοι μου δέν έχουν δύναμη νά εκφράσουν
κι οι δρόμοι όλοι εγέμιζαν απ' τόν αιθέρα
τού ζωηρού φωτός τού μοσχοβολισμένου λιβανιού…
Είμαι κάτω, μέσ' στό παράπτωμα καί τήν άστατη αρετή" (Κ. Καιροφύλα: "Σολωμού Ανέκδοτα έργα" σελ. 125.
Ο γήϊνος θάνατος είναι ύπνος κατά τόν ποιητή καί τήν Εκκλησία. "Τόν κεκοιμημένον δούλος σου ανάπαυσον", λέει η ευχή τού ιερέα στήν νεκρώσιμη ακολουθία. Καί ο Σολωμός στό ίδιο πνεύμα στιχουργεί :
Στό ποίημά του "Η Φαρμακωμένη":

"Σώπα κόσμε! Κοιμάται στό μνήμα,
καί κοιμάται παρθένα, σεμνή.
Θά ξυπνήσει τήν ύστερη μέρα
εις τόν κόσμον ομπρός νά κριθεί…"

Στόν "Λάμπρο":
"Βλέπεις τούτους τούς τάφους; Καμμιά μέρα,
εδώ μέσα καί σύ θέ νά κοιμάσαι,
έως ότου από ψηλά θέλει βουΐσει
η σάλπιγγα η στερνή σέ ξυπνήσει".

Στόν "Μάρκο Μπότσαρη":
"Παρόμοια ηχώ θά λαλήσει,
τού κόσμου τήν ύστερη μέρα,
παντού στόν καινούριον αέρα
παρόμοια στούς τάφους θά εμβεί
νά κάμει ο καθένας νά εβγεί".

Στόν "Κρητικό" ο Κρητικός ήρωας τού πολέμου πιστεύει στήν προσωπική ανάσταση τού σώματος. Η ψυχή τής αγαπημένης του αναστημένη θά τόν περιμένη στόν Παράδεισο καί όταν σημάνη η ώρα τής κρίσεως θά τρέξη νά τήν αναζητήση. Γράφει:

"Λάλησε Σάλπιγγα! κι εγώ τό σάβανο τινάζω,
καί σχίζω δρόμο καί τσ' αχνούς αναστημένους κράζω.
Καπνός δέ μένει από τή γή' νιός ουρανός εγίνη'
σάν πρώτα εγώ τήν αγαπώ, καί θά κριθώ μ' αυτήνη,
ψηλά τήν είδαμε πρωΐ τής τρέμαν τά λουλούδια
στή θύρα τής Παράδεισος πού εβγήκε μέ τραγούδια.
Έψαλε τήν Ανάστασι χαροποιά η φωνή της,
κι έδειχνεν ανυπομονησιά γιά νά μπή στό κορμί της
ο ουρανός ολόκληρος αγροίκαε σαστισμένος".

Τό "καπνός δέ μένει από τή γή' νιός ουρανός εγίνη", είναι εικόνα τής μορφής τής ζωής μετά τήν Δευτέρα Παρουσία, όπως τήν περιγράφει ο Ιωάννης στήν Αποκάλυψη (21,1) "Καί είδον ουρανόν καινόν καί γήν καινήν' ο γάρ πρώτος ουρανός καί η πρώτη γή απήλθεν".
Μέ σάλπιγγα θά αναγγελθή η μελλούμενη Κρίση, η Δευτέρα Παρουσία. Τήν εικόνα καί εδώ ο ποιητής τήν παίρνει από τήν Αγία Γραφή: "Ο Κύριος εν κελεύσματι, εν φωνή Αρχαγγέλου καί εν σάλπιγγι Θεού καταβήσεται απ' ουρανού καί οι νεκροί αναστήσονται" (Α' Θεσσαλ. δ', 16) καί "εν ριπή οφθαλμού, εν τή εσχάτη σάλπιγγι' σαλπίσει γάρ καί οι νεκροί εγερθήσονται άφθαρτοι, καί ημείς αλλαγησόμεθα" (Α' Κορ. ιε', 52-55). "Ηχήσουσι σάλπιγγες καί κενωθήσονται τάφοι καί εξαναστήσεται τών ανθρώπων τρέμουσα η φύσις άπασα" (Εσπερ. Κυριακής Απόκρεω).
Καί ο Σολωμός στό ποίημά του "Δευτέρα Παρουσία" αρχίζει: "Ακούω τόν τρομερό ήχο μιάς σάλπιγγας πού κάνει απόηχο καί πυρώνει ο κόσμος καί θαρρείς πώς βογγάει η πλάση". Φαίνεται πώς ο ποιητής εγνώρισε όσα αναφέρουν οι Γραφές καί οι θρησκευτικοί ύμνοι γιά τήν πορεία τών αμαρτωλών καί τών δικαίων κατά τήν ώρα τής ανάστασης τών νεκρών. "Καί κόψονται καί κλαύσονται καί εις τό πύρ τό εξώτερον απελεύσονται οι μηδέποτε μετανοήσαντες"(Τριώδιον σελ. 22) οι αμαρτωλοί κατά τόν υμνογράφο. "Εγώ λογιάζοντας τόν τρόμο ανάβω καί βλέπω πλήθος αμέτρητο νά τρέχει μανιασμένο γιά νά πέσει μέσα στή φωτιά γιά πάντα καί νά σπαράζει απ' τήν απελπισία" λέει στήν δεύτερη στροφή στό ποίημά του "Δευτέρα Παρουσία", ο Σολωμός.
Γιά τούς δικαίους στό τροπάριο τών Αίνων τών Απόκρεω τονίζεται: "Καί εν χαρά καί αγαλλιάσει ο τών δικαίων κλήρος εισελεύσεται εις παστάδα αιώνιον". Καί ο Σολωμός λέει: "Κοίτα μυριάδες πού γλίτωσαν απ' τήν αιώνια ανεμοζάλη καί πετούνε σφιχταγκαλιασμένοι πρός τόν ουρανό".
Ο Σολωμός πίστευε ακράδαντα στόν ουράνιο Παράδεισο. Προσδοκούσε μέ τήν ποίησή του έναν κόσμο μεταμορφωμένο, εξαγνισμένο, υποψήφιο οικήτορα τού Παραδείσου. Καί ζούσε αυτήν τήν πραγματικότητα απ' αυτήν εδώ τήν ζωή. "Η βασιλεία τού Θεού εντός υμών εστί" (Λουκ. 17, 21).

Η ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ

Δέν υπάρχει ποίημα τού Διονύσιου Σολωμού πού νά μήν έχη κάποιον χριστιανικό σπινθήρα μέσα του. Ακόμα καί τά απλά τραγούδια του, τά αισθηματικά, πού τόσο τά τραγούδησε ο λαός, έχουν έντονη τήν επίδραση θρησκευτικών κειμένων καί ύμνων. Στήν χριστιανική θρησκεία δέν βρήκε μόνον θεμέλια γερά καί παρηγοριά, μά καί πηγές έμπνευσης. Μάρτυρας τά έργα του, η ποίησή του, πού δονείται από θρησκευτικό συναίσθημα καί θερμή πίστη.
Μελετούσε διαρκώς τήν Αγία Γραφή καί τούς υμνωδούς τής Εκκλησίας καί γι' αυτό η επίδραση τού χριστιανικού πνεύματος στό έργο του δέν είναι διακοσμητική χωρίων καί προσώπων, αλλά ουσιαστική. Πίστευε ορθά τήν δογματική τής Εκκλησίας καί συμβίβαζε τήν κατά κόσμον γνώση μέ τήν πλούσια ενόραση μέ τήν οποία έβλεπε τά πέραν τού παροδικού κόσμου, τά αιώνια. Αναφέρω ενδεικτικά κάποιους συσχετισμούς στίχων του μέ ύμνους τής Εκκλησίας ή χωρία τής Αγίας Γραφής.
Στούς "Ελεύθερους Πολιορκημένους" οι στίχοι του "Φώς πού πατεί χαρούμενα τόν Άδη καί τό Χάρο" (Σχεδ. Β', 44) μάς μεταφέρει στό αναστάσιμο τροπάριο "Χριστός ανέστη εκ νεκρών θανάτω θάνατον πατήσας…" ή καί στό "Ευφραινέσθω τά ουράνια…".
Στό ποίημά του "Λάμπρος" (Τά δυό αδέλφια) βάζει τά δύο αδέλφια νά φωνάζουν: "Χαίρε νεοφώτιστο θαύμα!" είναι σάν νά ακούμε τά λόγια τού Μεγάλου Εσπερινού τών Χριστουγέννων: "Μέγα καί παράδοξον νέον
υπό τόν ήλιον θαύμα τετέλεσται σήμερον!". Οι φράσεις τού Ακαθίστου Ύμνου (Α'Στάση) "Χαίρε τών θαυμάτων τού Χριστού προοίμιον" καί "Χαίρε τό τών Αγγέλων πολυθρύλητον θαύμα".
Στούς "Ελεύθερους Πολιορκημένους" πάλι (Σχεδ. Β, 910) οι στίχοι του:
"Όλες (οι γυναίκες) στή γή τά γόνατα εχτύπησαν εμπρός του
κι εβάστασαν όλες κατ' αυτόν τή χούφτα σηκωμένη
καί μέ πικρό χαμόγελο τήν όχη τή φθαρμένη
σάν νάθελαν εύσπλαχνα ο Θεός νά βρέξει ψωμί σ' εκείνες…"
Δέν μπορεί τό ψωμί πού ζητούσαν από τόν Θεό οι Μεσολογγίτισσες νά αφορούσε μόνον τό υλικό ψωμί σέ εκείνες τίς έσχατες ώρες, αλλά καί τόν "άρτον τής ζωής". Τόν πνευματικό δηλαδή άρτο γιά ν' αποφύγουν τόν δεύτερο θάνατο. "Καί ο άρτος όν εγώ δώσω, η σάρξ μου εστίν, ήν εγώ δώσω υπέρ τής τού κόσμου ζωής…" Τό "κι εβάστασαν όλες κατ' αυτόν τή χούφτα σηκωμένη" μάς θυμίζει τό νόημα τού 140ού ψαλμού: "Πρόσχες τή φωνή τής δεήσεώς μου… έπαρσις τών χειρών μου θυσία εσπερινή… εισάκουσόν μου, Κύριε…" ακόμα καί στό ποίημά του "Η γυναίκα τής Ζάκυνθος" διαβάζουμε τόν στίχο "Καί ύψωσα τά μάτια καί τά χέρια κατά τόν ουρανό γιά νά κάμω δέηση μέ όλη τή θερμότητα τής ψυχής".
Στήν Καταβασία τών Χριστουγέννων "Ράβδος εκ τής ρίζης Ιεσσαί καί άνθος εξ αυτής, Χριστέ, εκ Παρθένου ανεβλάστησας", ο Σολωμός αντιπαραβάλλει τόν στίχο: "Έτσι ξεπετάχθηκε από τή Ράβδο τό θεϊκό λουλούδι".
Στούς Αίνους τής Μ. Πέμπτης τό τρίτο τροπάριο αναφέρεται στήν Σταύρωση τού Κυρίου: "Σταυρωθέντος Σου, Χριστέ, πάσα η κτίσις βλέπουσα έτρεμε τά θεμέλια τής γής διεδονήθησαν φόβω τού κράτους Σου… τά μνημεία ηνεώχθησαν καί νεκροί εκ τάφων εξανέστησαν". Αντίστοιχα ο Σολωμός γράφει: "ότε έβγαλε τό ύστατο παράπονο ο Ιησούς, σείστηκε όλη η πλάση από τό σπαραγμό κι οι πεθαμένοι τότες, όχι βάρυπνοι παρά μέ μάτι τρομαγμένο τινάχθηκαν ορθοί" ("Η Σταύρωση τού Κυρίου").
Καταπληκτικές είναι καί οι νοηματικές καί λεκτικές ομοιότητες στίχων τού Σολωμού μέ τούς ύμνους τής Εκκλησίας μας πρός τήν Παναγία. Στό έργο του "Η Σύλληψη τής Υπεραγίας Θεοτόκου" ο Σολωμός γράφει: "Υψώθηκε στόν ουρανό ξάφνου μιά αρμονία πού υμνολογούσε τ' όμορφο κρίνο τό παρθενικό, απ' όπου θά γεννιότανε ο Γιός τού Θεού κι αγκάλιαζε τόν Πλάστη η μελωδία".
Αντίστοιχα στούς "Χαιρετισμούς τής Θεοτόκου" διαβάζουμε: "Χαίρε ότι τά ουράνια συναγάλλεται τή γή Χαίρε ότι τά επίγεια συγχορεύει ουρανοίς Χαίρε δι' ής η χαρά εκλάμψει…". Ο Σολωμός εξυμνεί τό όνομα τής Μεγαλόχαρης καί καταλήγει: "Αγκαλιάσματα γέλια καί φιλιά παντού όπου κι άν κοιτάξεις θαρρείς ξεχύνεται διπλή η ευφροσύνη τής Παράδεισος". Στόν Μικρό Παρακλητικό Κανόνα διαβάζουμε: "Χαράς μου τήν καρδίαν πλήρωσον, Παρθένε, η τής χαράς δεξαμένη τό πλήρωμα".

Στούς "Ελεύθερους Πολιορκημένους" ο Σολωμός (Σχεδ. 1 καί 2) γράφει:
"Στού τέκνου σύρριζα τού νού, Θεού τής μάνας μάτι
λόγω, έργω, νόημα καί
λογισμός κι έργα κι όνειρα, τί χάρη έχουν τά μάτια,
Έργα καί λόγια στοχασμοί στέκομαι καί κοιτάζω…"
Πέρα από τήν θεοκεντρικότητα πού εκφράζουν οι στίχοι αυτοί, πού αναφέρονται στό μάτι τής μάνας τού Χριστού καί μέ τόν λόγο, τό έργο, τό νόημα καί μέ όλη της τήν ύπαρξη βρίσκεται σύρριζα στό νού τού Υιού της καί Θεού, τίς λέξεις "λόγω, έργω, νόημα" φαίνεται τίς δανείσθηκε ο ποιητής από τήν ευχή τού ιερέα στήν νεκρώσιμη ακολουθία: "Ο Θεός τών πνευμάτων καί πάσης σαρκός…καί πάν αμάρτημα τό παρ' αυτού πραχθέν εν λόγω ή έργω ή διανοία ως αγαθός καί φιλάνθρωπος Θεός συγχώρησον".
Αμέτρητες είναι οι εκφράσεις, αυτούσιες ή παραλλαγμένες, τού Σολωμού παρμένες από τήν Αγία Γραφή.

ΚΑΙ Η ΦΥΣΗ ΥΜΝΕΙ ΤΟΝ ΘΕΟ

Από μικρό παιδί ο Σολωμός έδειχνε ιδιαίτερη ευαισθησία στό φυσικό περιβάλλον. "Όταν απαντούσε φύσιν ωραίαν εγίνετο παρευθύς σκεπτικός καί σιωπηλός" γράφει ένας παλιός συμμαθητής του, ο Ζήλος (Λόγος επιτάφιος εις τόν θάνατον τού Δ. Σολωμού σελ. 6). Καί σέ έναν σχετικό στοχασμό του ο ίδιος ο Σολωμός λέγει: "Εφάρμοσε εις τήν πνευματικήν μορφή (όποιας ανθρώπινης πνευματικής εργασίας) τήν ιστορίαν τού φυτού, τό οποίον αρχινάει από τόν σπόρο καί γυρίζει εις αυτόν, αφού περιέλθει, ως βαθμούς ξετυλιγμού, όλες τίς φυτικές μορφές, δηλ. τήν ρίζα, τόν κορμόν, τά φύλλα, τά άνθη καί τούς καρπούς". Η φύση δέν είναι άσχετη μέ τήν ψυχολογία τών ανθρώπων. Τότε, στό Μεσολόγγι, έβαλε τούς Πολιορκημένους σέ πειρασμό νά θέλουν κι εκείνοι νά ζήσουν μαζί της καί νά χαρούν τίς καλλονές της μέχρι τό σημείο νά φοβούνται μήπως αυτή τους η επιθυμία χαλαρώση τήν ένταση τού πάθους τους γιά τόν Αγώνα.
Στό ποίημά του "Κρητικός" η φύση, λέει ο ήρωας:
"Μ' άδραχνεν όλη τήν ψυχή καί νά' μπει δέν ημπόρει.
Έπαψε τέλος κι άδειασεν η φύσις κ' η ψυχή μου".
Καί στόν "Πόρφυρα": "Φύση χαμόγελ' άστραψες κι εγίνηκες δική του'
ελπίδα τού έδεσες τό νού μ' όλα τά μάγια πού' χεις'
νιός κόσμος όμορφος παντού χαράς καί καλωσύνης"'
"Τή φύση από τσ' όμορφες καί δυνατές αγκάλες,
οπού τόν εγλυκόσφιγγε καί τού γλυκομιλούσε".
Νιώθει ο ποιητής πώς μιά υπερούσια χαρά πνευματοποιημένη πλημμυρίζει τήν ψυχή του στό αντίκρυσμα μιάς φυσικής εδεμικής, πλούσιας, ποικίλης πού τόν οδηγεί όχι στήν πεζή καθημερινότητα, αλλά στόν έσω χώρο, στό άγιο βήμα τής ψυχής πού είναι χώρος κρυφός, ανεξήγητος στά συνηθισμένα μυαλά. Έτσι η φύση είναι ένα δώρο στόν άνθρωπο, όχι μόνον γιά τήν συντήρησή του ή καί νά ικανοποιή τίς καλλιτεχνικές του ευαισθησίες, αλλά καί γιά νά βλέπη μέσα σ' αυτήν τό μυστήριο εκείνα πού δέν φαίνονται. Τόν βοηθάει, δηλαδή, στήν πνευματική θέαση τών όντων καί τ' ουρανού. Ζή ο άνθρωπος μέσα στήν όμορφη φύση καί νιώθει πώς όλα τά όντα γύρω του, έμψυχα καί άψυχα, συνομιλούν μέ τόν Δημιουργό καί πρός Αυτόν ακατάπαυστα κινούνται. Σέ τέτοιες στιγμές θαυμασμού τής φύσης τίποτε τό γήϊνο δέν εισδύει μέσα του. "Από γάρ τού μεγέθους καί τής καλλονής τών κτισμάτων αναλόγως καί ο γενεσιουργός θεωρείται", θά πή ο Σοφός Σολομών (13,5). Καί ο Σολωμός θά συνεχίση στό ποίημά του "Ψαλμός":
"Όλα μιλούν γιά τό Θεό. Μιλεί η γελαστή εμφάνιση
τού φεγγαριού καί τών άστρων
μιλεί τό δυνατό μούγκρισμα τών καταιγίδων
μιλεί τής θάλασσας τό βαθειό ανατρίχιασμα.
Όταν ο ήλιος ξυπνά όλον τόν κόσμο,
μιλούν οι αμέτρητες φωνές του
καί γιά τό Θεό λένε τόσα ωραία πράγματα
όσα δέν μπορεί θνητό γόνιμο αχείλι.
Όλη η δημιουργία τό Θεό παρακαλεί καί αισθάνεται
από τού χορταριού τό φυλλαράκι έως τό ουράνιο ζαφείρι.
Μόνο τού ανθρώπου άφωνος μένει ο νούς"
(Κ. Καιροφύλα: Σολωμού Ανέκδοτα έργα, σελ. 123)

ΩΔΗ ΕΙΣ ΜΟΝΑΧΗΝ
Τίποτε άλλο άν δέν είχε γράψει ο Σολωμός, γράφει ένας κριτικός του, θά αρκούσε μόνον αυτό τό περίφημο υμνολόγημά του "Εις Μοναχήν", γιά νά τού χαρίση τόν τίτλο τού αληθινού ποιητή τής θρησκείας. Σ' αυτό τό ποίημα εκδηλώνεται μέχρι μυστικισμού η θρησκευτικότητα τού ποιητή Είναι τό πιό εκκλησιαστικό του ποίημα. Αναφέρεται σέ μιά νέα, τήν Άννα Μαρία Αναστασία Γουράτο Γεωργομήλα, όταν ντύθηκε τό αγγελικό σχήμα τής Μοναχής στό μοναστήρι τών Αγίων Θεοδώρου καί Γεωργίου στήν Κέρκυρα, στίς 18 Απριλίου 1829.
Αυτή η κόρη ντύνεται τό μοναχικό σχήμα καί αφιερώνεται στήν λατρεία τού Θεού, μόλις πέθαναν οι γονείς της κι έμεινε μόνη στήν ζωή. Νιώθει τήν πίκρα τής ορφάνιας καί γυρεύει τήν γαλήνη στήν μόνωση καί τήν περισυλλογή, μιά ζωή ερημίτη. Αποφασίζει νά εγκαταλείψη τήν πικρή ανεμοζάλη τής ζωής καί νά ζήση εκεί πού δέν φθάνει η τρικυμία τής αμαρτίας παρά μόνον ο αντίλαλος τής ζωής. Εκεί πού τά ανθρώπινα πάθη κείτονται γαληνεμένα καί θά μελετά τά κάλλη τού Παραδείσου. Καί ύστερα από τόν θάνατό της θά πεταχθή ολόχαρη καί θά παρουσιασθή στόν Μεγάλο Κριτή.

Τήν ώρα τού μυστηρίου καί οι ουρανοί αγάλλονται. Οι άγγελοι κατεβαίνουν από τόν ουρανό καί παρακολουθούν κρυμμένοι στά σύννεφα τού λιβανωτού ως μάρτυρες καί θαυμαστές καταγράφουν τήν Ομολογία πού δίνει η Μοναχή μπροστά στόν Επίσκοπο. Πανηγυρίζουν τό χαρμόσυνο γεγονός, ψάλλουν τά κάλλη τής νέας της ζωής καί εκείνη τού Παραδείσου κοντά στόν Χριστό. Μέσα από τό μεσόφωτο τού μοναστηριού θά ζή τήν ομορφιά ενός άλλου κόσμου, θά στρέφη τά μάτια της στόν ουρανό καί θά προγεύεται τής αιώνιας χαράς τού άλλου κόσμου.
Σέ λίγες στροφές ο Σολωμός κλείνει όλον τόν γύρο τής συνειδητής θρησκευτικής ζωής, όπως ταιριάζει σέ έναν πιστό Χριστιανό καί μάλιστα σέ έναν Μοναχό ή Μοναχή. Καί καταφέρνει σέ αυτό τό ποίημά του, πού μπορεί νά χαρακτηρισθή ύμνος τής μοναχικής ζωής, μέ στίχους πού λαμποκοπούν από ομορφιά καί ζωντανεύει αυτόν τόν κύκλο τής ζωής επειδή καί ο ίδιος είχε ιδιαίτερη ευαισθησία πρός τό μοναχικό σχήμα. Εμπνέεται άμεσα στίς εικόνες του από διάφορα χωρία τής Αγίας Γραφής καί ακολουθεί τήν ακολουθία τού Μικρού καί Μεγάλου Σχήματος πού διαβάζεται κατά τήν κουρά τών Μοναχών.
Σημαντικό τό γεγονός πού ντύνεται η κόρη τό μοναχικό σχήμα. Γίνεται νύφη τού Χριστού. Τήν υποδέχονται οι άγγελοι μέ τό "Χριστός Ανέστη". Συγχαίρουν καί συμβουλεύουν τήν νέα κόρη:

Αγιογραφικά κείμενα από τήν κουρά Μοναχού:
"Βλέπε, τέκνον, οίας συνθήκας δίδως τώ Δεσπότη Χριστώ. Άγγελοι γάρ πάρεισιν αοράτως, απογραφόμενοι τήν ομολογίαν σου ταύτην, ήν μέλλεις απαιτείσθαι εν τή Δευτέρα Παρουσία τού Κυρίου ημών Ιησού Χριστού"

Στίχοι Σολωμού:
"Από τό θρόνο τού Άπλαστου
οι Άγγελοι κατεβήκαν
καί μές στού μοσχολίβανου
τό σύγνεφο εμπήκαν
νά ιδούν πού τό κοράσιο
κινάει στήν εκκλησιά".
Οι άγγελοι υποδέχονται τήν νέα στό μοναστήρι καί είναι ημέρα τής Ανάστασης. Ψάλλουν τό "Χριστός Ανέστη" καί βεβαιώνουν τήν κόρη πώς η όψη της ταιριάζει γιά νύμφη τού Χριστού:
"Χριστός ανέστη, εψάλανε
μέ τά γλυκά τους χείλη
Χριστός ανέστη, εκάνανε
κι αστράφτανε σάν ήλιοι".
…………..
"Χαίρε, αδελφή! Μ' αρέσουνε
τής όψης σου οι χλωμάδες
τής Νύμφης τού Χριστού".
"Χαίρε, ότι πολύς ο μισθός σου εν τοίς ουρανοίς υπάρχει. Χαίρε ούν χαίρε, καί αγαλλιάσει αγαλλιώ, ότι σήμερον εξελέξατό σε, καί διεχώρισεν Κύριος ο Θεός από τής εν κόσμω ζωής καί έθετο, ως εν προσώπω αυτού, εν τή παρατάξει τής Μοναχικής ζωής, εν τή στρατεία τής αγγελοειδούς ζωής, εν τώ ύψει τής ουρανομιμήτου πολιτείας". (Εδώ τά αντίστοιχα λόγια λέει ο ίδιος ο Μοναχός ή η Μοναχή, όταν ντύνεται τήν μοναχική στολή).
"Αγαλλιάσεται η ψυχή μου επί τώ Κυρίω. Ενέδυσέ με γάρ ιμάτιον σωτηρίου καί χιτώνα ευφροσύνης περιέβαλέ με ως νυμφίω, περιέθηκέ με μίτραν καί ως νύμφην κατεκόσμησέ με κόσμον".
Στήν συνέχεια οι Άγγελοι αναλύουν τίς σκέψεις καί τούς πόθους τής νέας. Πώς νιώθει τήν πίκρα τής ορφάνιας, πώς συγκρίνει τήν νέα της ζωή μέ τήν προηγούμενη.
"Μή ούν προτιμήσης τι τού Θεού μή αγαπήσης μήτε πατέρα, μήτε μητέρα, μήτε αδελφούς, μήτέ τινα τών ιδίων, μήτε σεαυτόν αγαπήσης υπέρ τόν Θεόν"
"Αποτάσση γάρ… συνήθεσι, τοίς εν τώ κόσμω, θορύβοις, φροντίσι, κτήνεσιν, υπάρξεσιν, τή κενή καί ματαία ηδονή τε καί δόξη".
"Ζάλη αμαρτημάτων περιέχει με, Σωτήρ, καί μηκέτι φέρων τόν κλύδωνα, σοί προσπίπτω τώ μόνω Κυβερνήτη…"
"Ο καί τόν σόν πόθον ειδώς…επιλάβοιτο καί επαγκαλίσαιτο, καί υπερασπίσαι σου καί γένοιτό σοι τείχος ισχυρόν από προσώπου εχθρού…συγκοιταζόμενος καί συνανιστάμενος, γλυκαίνων καί ευφραίνων σου τήν καρδίαν…"
"Αφού τόν θάνατο έκλαψες
τής δόλιας σου μητέρας
καί τού πατρός σου απόμεινε
Μόνος αυτός πατέρας
πάντα περνάει τά σπλάχνα του
τό δάκρυ τού ορφανού.
Γλυκό είναι τής Παράδεισος
νά μελετάς τά κάλλη
πικρή' ναι η φοβερότατη
τού κόσμου ανεμοζάλη.
Μόν' εδώ φτάνει ο αντίλαλος, δέ φτάνει η τρικυμιά.
Εδώ ο Χριστός στά ονείρατα
σ' εσένα κατεβαίνει
Εδώ ευτυχία καί θρίαμβος,
εκεί 'ναι συμφορά!".
Ο ποιητής εκφράζει καί άλλους θρησκευτικούς στοχασμούς γιά τήν ζωή τής Μοναχής στό μοναστήρι ώσπου νά φτάση τό τέλος τής επίγειας ζωής:
"Ώς που ο Καιρός ο γέροντας
νά χάσει τά φτερά του.
Φριχτή 'ναι η ώρα πού άνθρωπος
βαριά ψυχομαχά."
"…Ημείς οίδαμεν ότι μεταβεβήκαμεν εκ τού θανάτου εις τήν ζωήν" (Ιωάν. Α, 3, 14). Όμως "Όντως φοβερώτατον τό τού θανάτου μυστήριον! Πώς ψυχή εκ τού σώματος χωρίζεται εκ τής αρμονίας καί τής συμφυΐας, ο φυσικώτατος δεσμός, θείω βουλήματι αποτέμνεται".
Καί έρχεται αμέσως η παρηγοριά τής θρησκείας:
"Ο πανοικτίρμων ούν Θεός καί πολυέλεος… γένοιτό σοι πέτρα υπομονής, παρακλήσεως αφορμή, ευτονίας χορηγός… γλυκαίνων καί ευφραίνων σού τήν καρδίαν τή παρακλήσει τού Αγίου Πνεύματος".
"Μή φοβηθής νά 'σ' έρημη
τότε από κάθε μάτι
ιδού, ο Χριστός, πού γέρνοντας
στού πόνου τό κρεβάτι
σού σιάζει τό προσκέφαλο
καί σέ παρηγορά".
Εκείνη τή στιγμή τού θανάτου διακόπτεται (αναστέλλεται) προσωρινά ο αρραβώνας τής Μοναχής μέ τόν Χριστό πού συντελέστηκε μέ τήν ένδυσή της τού μοναχικού σχήματος. Αλλά:
"Ευτυχισμένο λείψανο
θέλει σού δώσει πάλι
τόν αρραβώνα ο ίδιος
όπου σού πήρε αγάλι
τήν ώρα πού απομείνανε
τά στήθια σου νεκρά".

Ο Σολωμός πίστευε ακράδαντα στήν Ανάσταση τών νεκρών. Έτσι η συνείδηση ότι η ζωή έχει συνέχεια, τού επιτρέπει νά πιστεύη πώς μεταθανάτια, μέ τήν Ανάσταση τών νεκρών, θά επέλθη καί η δικαίωσή τους καί επομένως καί η Μοναχή θά ξαναλάβη τόν αρραβώνα.
Καί ύστερα από κάποια χρονική προσμονή τής Μοναχής καί τών άλλων νεκρών στόν τάφο καρτερώντας τήν Κρίση, ακούεται τό σάλπισμα τής Δευτέρας Παρουσίας:
"Σαλπίσει γάρ καί οι νεκροί εγερθήσονται άφθαρτοι" (Α'Κορ. 15, 52)
"Ξύπνα, αδελφή, τή Σάλπιγγα τήν ύστερη αγροικώ"
"Τά μάτια της αστράψανε
τού τάφου από τήν κλίνη'
Κοίτα! πετιέται ολόχαρη
καί μές στό λάκκο αφήνει
τούς μόσχους τού Μαϊάπριλου
πού δέν υπάρχει πλιά"
Έτσι ζωγραφίζει ζωντανά ο Σολωμός τήν εικόνα τής Αναστάσεως τών νεκρών. Τό γεγονός αυτό τό αισθητοποιεί μέ τήν Ανάσταση τής Μοναχής καί τό ντύνει μέ χαρά, "κοίτα πετιέται ολόχαρη". Συμφωνεί καί μέ τήν εκκλησιαστική παράδοση πώς σέ σώματα αγίων ανθρώπων μετά τό θάνατό τους τά σκηνώματα καί οι τάφοι τους μοσχοβολούν μιά ουράνια καί ευχάριστη ευωδία. Αυτήν τήν έννοια έχει ο στίχος "τούς μόσχους τού Μαϊάπριλου".
Μέ τούτο τό ποίημα ο Σολωμός δείχνει έναν ιδιαίτερο θρησκευτικό τρόπο ζωής πού εμπνέει τόν αγώνα πού πρέπει ελεύθερα νά κάνη ο άνθρωπος κατά τής φθοράς καί τού θανάτου. Περισσότερο συγκινεί σ' αυτό ο μέσα πλούτος, αυτός ο όμορφος κόσμος ηθικός, αγγελικά πλασμένος τής Μοναχής. Αλλά καί σέ όλη τήν ποίησή του τό θρησκευτικό συναίσθημα παρουσιάζεται τόσο βαθύ καί η ενοραματική του δύναμη μέ τέτοια λυρική τέχνη, πού δίκαια φέρνει στόν νού μας τήν ποίηση τών μεγάλων υμνογράφων τής Ανατολικής Εκκλησίας, Γρηγορίου τού Θεολόγου, Ρωμανού τού Μελωδού κ.ά. "Γι' αυτό θά περάσουν τά χρόνια καί οι καιροί καί η Μούσα θά κτίση στήν Ελλάδα ναούς καί λειτουργούς θά' βρει αγνότερους καί πιό άξιους, πιό ξακουστούς κι ακόμα ο Σολωμός θά στέκεται στήν κορφή…", όπως είπε ο Κ. Παλαμάς. Αλλά καί ο Νομπελίστας μας ποιητής Οδ. Ελύτης δέν έχει άδικο πού μάς προτείνει:
"Όπου καί νά σάς βρίσκει τό κακό, αδελφοί,
όπου καί νά θολώνει ο νούς σας,
μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό
καί μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.
Η λαλιά πού δέν ξέρει από ψέμα
θ' αναπαύσει τό πρόσωπο τού μαρτυρίου
μέ τό λίγο βάμμα τού γλαυκού στά χείλη"
(Οδ. Ελύτη "Άξιον εστί" Δ'έκδ. σ. 54). –



Ετικέτες