Οι άνθρωποι του Θεού υπάρχουν πάντοτε, αλλά κρύβονται δίπλα μας!

Loading...


άρθρο του εκ Πατρών π. Αθανασίου Τ.

Στο συγκεκριμένο άρθρο αναφέρομαι σε ένα ιερατικό ζεύγος από την Πάτρα, οι οποίοι είχαν καταστεί άνθρωποι του Θεού και φορείς της ειρήνης Του στην εποχή μας.

Το αείμνηστο λευιτικό ζεύγος από την πόλη των Πατρών, ο ιερέας Νικόλαος Πέττας και η πρεσβυτέρα του Ανθή, ήταν μέχρι πρότινος άγνωστοι στο ευρύτερο κοινό, αλλά μετά την κοίμησή τους έγιναν γνωστοί, γιατί ο Θεός τους ανέσυρε από την αφάνεια. Ακόμα, θαυμαστές μαρτυρίες για την ζωή και το έργο τους έχουν περισυλλεγεί από τον ελλογιμώτατο καθηγητή της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Φώτιο Δημητρακόπουλο και έχουν αναρτηθεί στον ιστότοπο: http://www.pnikolaos.gr. Η πρώτη μου γραπτή μαρτυρία, που αφορά στον π. Νικόλαο, έχει ήδη δημοσιευτεί στο βιβλίο του οσιολογιοτάτου πρωτεπιστάτου του Αγίου Όρους, γέροντος Μαξίμου του Ιβηρίτου (2012:22-29). Η αλήθεια είναι ότι τους γνώρισα τόσο καλά, που, αν έγραφα όσα ξέρω, ιδιαίτερα για τον π. Νικόλαο, θα χρειαζόταν βιβλίο ολόκληρο. Επίσης, η οικογένειά μου είναι μάρτυρες πολλών και αξιοθαύμαστων γεγονότων, που αφορούν στον π. Νικόλαο και στην πρεσβυτέρα του Ανθή.

Η εποχή μας έχει τους δικούς της πνευματικούς φάρους, ωστόσο λόγω της μικρής χρονικής απόστασης από την κοίμησή τους, λίγοι έχουν καταγραφεί στους Δέλτους του Ορθοδόξου Εορτολογίου και τιμώνται με ακολουθίες, εικόνες και ναούς. Τελευταία αγιοκατατάχτηκαν οι όσιοι Αγιορείτες Πορφύριος και Παΐσιος, καθώς και ο όσιος Νικηφόρος ο λεπρός και η οσία Σοφία η Ποντία, ενώ οι υπόλοιποι τιμώνται στη συνείδηση του λαού, που τους γνώρισε και ουσιαστικά ευεργετήθηκε από το ποιμαντικό τους έργο.

Η αναγνώριση της αγιότητας των εκλεκτών ανθρώπων του Θεού από το χριστεπώνυμο πλήρωμα, είναι συνήθως το πρώτο στάδιο από πριν την επίσημη κατάταξή τους μεταξύ των Αγίων της Εκκλησίας με Πατριαρχική Συνοδική απόφαση. Η αγιοκατάταξη βέβαια έχει μικρή σημασία για τους ίδιους, γιατί έχουν ήδη πάρει τη θέση τους κοντά στο Θεό, αλλά μεγάλη για μας, που χρειαζόμαστε τους ανθρώπους του Θεού είτε ως υποδείγματα είτε ως ουράνιους φίλους και αποδέκτες των προσευχών μας. Αναμφισβήτητα δεν είναι άξιοι της λατρείας μας, γιατί αυτή αποδίδεται μόνο στον Θεό, αλλά είναι βεβαίως άξιοι της αγάπης του σεβασμού και της τιμής μας. Είναι αδελφοί μας, άνθρωποι, που πραγμάτωσαν το ιδεώδες, δηλαδή ομοιώθηκαν με το Θεό, κατέστησαν Θεοφόροι. Μολαταύτα παραμένουν άνθρωποι και αδελφοί μας, είναι υψηλοί φίλοι μας, ένσαρκοι άγγελοι, μέλη του τελευταίου αγγελικού τάγματος, που είναι η ανθρωπότητα.

Το ιερατικό ζεύγος Πέττα μέσω του γάμου τους καλλιέργησαν μία προσωπική σχέση αυθεντικής αγάπης με τον Θεό, διαπότισαν την εν Χριστώ κοινή τους πορεία με την Θεία Χάρη και «αλλοιώθηκαν». Από τον τρόπο ύπαρξης του ανθρώπου τον κοινό, τον κοσμικό, πέρασαν σε ένα άλλο επίπεδο ύπαρξης, που ονομάζεται «καινή κτίσις» (Β΄ Κορ. 5, 17). Κατά το χριστιανισμό, η βιωτή τους ταυτίζεται με την παραδεισένια κατάσταση των Πρωτοπλάστων, δηλαδή το επίπεδο του Αδάμ και της Εύας, πριν διαπράξουν το προπατορικό αμάρτημα και διακόψουν την σχέση τους με τον Θεό.
Οι δυό άνθρωποι του Θεού από την Πάτρα έγιναν «όμοιοι με τον Θεό» στο βασικό χαρακτηριστικό του τρόπου ύπαρξής Του, την αγάπη. Αυτό είναι η πραγμάτωση της προοπτικής του περίφημου καθ’ ομοίωσιν γιατί ο άνθρωπος είναι ον «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν του Θεού» (Γεν. 1, 26, 27). Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης προεκτείνοντας σε «επίπεδο εφαρμογής» το λόγο του Πλάτωνα «ο σώφρων ημών τω Θεώ φίλος, όμοιος γαρ, ο δε μη σώφρων ανόμοιός τε και διάφορος και άδικος», εξηγεί πως στο «καθ’ ομοίωσιν» έγκειται η ουσία του χριστιανισμού λέγοντας: «Τι εστι Χριστιανισμός; Θεού ομοίωσις κατά το ενδεχόμενον ανθρώπου φύσει» (Λόγος εις το Ποιήσωμεν άνθρωπον κατ’ εικόνα ημετέραν και καθ’ ομοίωσιν, P.G., τ. 36, στ. 273D).

Ο τρόπος του π. Νικολάου και της πρεσβυτέρας του θεωρείται ο αληθινός τρόπος ύπαρξης του ανθρώπου, ύπαρξης που προεκτείνεται στην αιωνιότητα, ενώ ο δικός μας κοινός τρόπος ύπαρξης, αν και τον θεωρούμε φυσικό, δηλ. κανονικό, στην πραγματικότητα (όπως την αντιλαμβάνονται πάλι οι άνθρωποι του Θεού, που έθεσαν τα θεμέλια της χριστιανικής κοσμοθεωρίας) είναι παρά φύσιν∙ αυτός ο κόσμος είναι κόσμος της Πτώσεως, γι’ αυτό πάσχει από τα συμπτώματα του αλληλοσπαραγμού, της φθοράς και του θανάτου, δηλαδή του φυσικού και ηθικού κακού (φυσικό κακό ο θάνατος, ηθικό κακό η αδικία), που είναι οι συνέπειες του προπατορικού αμαρτήματος.

Οι χριστιανοί θεωρούμε ότι οι αγιασμένες ψυχές του ιερέως Νικολάου και της πρεσβυτέρας του Ανθής έχουν παρρησία στο Θεό, δηλαδή μπορούν να μεσιτεύσουν για τη σωτηρία των πιστών, γι’ αυτό και δεν τους αποδίδουμε μόνο ιερό σεβασμό, αλλά και προσευχόμαστε σ’ αυτούς ως σε υψηλούς και ισχυρούς φίλους. Όπως προαναφέρθηκε, δεν τους λατρεύουμε ούτε τους θεωρούμε θεούς∙ είναι άνθρωποι και μάλιστα οι κατ’ εξοχήν άνθρωποι (η κορύφωση της ανθρωπότητας), αν και η λαική ευσέβεια δεν εμβαθύνει συνήθως τόσο πολύ, πράγμα που σκανδαλίζει τους «γραμματισμένους», αλλά δεν ενοχλεί τους ταπεινούς, εφόσον βέβαια συνοδεύεται από αγάπη και αθωότητα στο μέτρο του καθενός μας.

Ο π. Νικόλαος και η πρεσβυτέρα του Ανθή πιστεύουμε ότι κέρδισαν τον παράδεισο και οι ψυχές τους έγιναν φωτεινές εις τον αιώνα. Καί οι δυό τους είχαν «ορθή πίστη και την εφάρμοζαν στη ζωή τους» σύμφωνα και με τα λεγόμενα του Ιωάννη του Χρυσοστόμου. Μάλιστα ο ιερός Χρυσόστομος προσθέτει ότι «και αν δεν κάνουν θαύματα, και αν δεν θεραπεύουν δαιμονισμένους, είναι άγιοι». Αυτό ισχύει για όλες τις δίκαιες ψυχές, πόσο μάλλον για τον πατέρα Νικόλαο, για τον οποίον μετά την κοίμησή του, τόσα σημεία έχουν γίνει γνωστά.

Ο πατέρας Νικόλαος στους λόγους του βροντοφωνούσε ότι, για να φτάσουμε στην αγιότητα πρέπει να εφαρμόσουμε την αγάπη. Ποιός όμως εφαρμόζει την εντολή της αγάπης; Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέγει: «άγιος εστίν ο της πίστεως μετέχων, άμωμος, ανεπίληπτον βίον έχων». Ανεπίληπτον βίον, δηλαδή χωρίς καμιά κηλίδα! Εδώ μπορούμε να θυμηθούμε το Ντοστογιέφσκυ, που είπε ότι είναι εύκολο ν’ αγαπάς τον άνθρωπο γενικά και αόριστα∙ ν’ αγαπάς το γείτονά σου όμως είναι εξαιρετικά δύσκολο, γιατί απαιτεί θυσίες και παραμερισμό του πολύτιμου Εγώ σου, ιδίως αν αυτός ο γείτονάς σου προκαλεί προβλήματα (που, αν είσαι χριστιανός, θα τα παραβλέπεις και θα τον συγχωρείς συνεχώς, αφού τον αγαπάς).

Σε αυτών των δυό αείμνηστων ανθρώπων του Θεού το μυαλό κυριαρχούσε μέρα – νύχτα μόνο μία σκέψη: «Ο αδελφός μου μ’ έχει ανάγκη! Χριστέ μου, βοήθησε με να τον βοηθήσω! Όχι μόνο να νοιαζόμαστε για τα δώδεκα παιδιά μας. Βοήθησε και εκείνον να κάνει τις σωστές επιλογές στη ζωή του!». Δεν ησύχαζαν, αν δεν έκαναν τα πάντα, για να βοηθήσουν τους συνανθρώπους τους. Αν δεν ήταν δυνατόν να κάνουν κάτι παραπάνω, προσεύχονταν γι’ αυτούς με πόνο ψυχής, συχνά κλαίγοντας από την αγωνία! Γι’ αυτό αυτοί οι δυό άνθρωποι του Θεού διέφεραν από τους πολλούς ανθρώπους. Τα έργα της αγάπης διαβαθμίζονται ανάλογα με τη δύναμη της ψυχής και την ένταση της αγάπης του καθενός: ένας θυσιάζει τα πάντα για τον άλλον (μοιράζει όλη του την περιουσία όπως ο Άγιος Γεώργιος, ο Μέγας Βασίλειος, ο Μέγας Αντώνιος κ.α., ή –ακούστε!– πουλιέται δούλος, για να βοηθήσει κάποιους, όπως ο Αιγύπτιος ασκητής Σινδόνιος, που τον ονόμαζαν έτσι, γιατί έδινε τα ρούχα του στους φτωχούς, που συναντούσε, και γύριζε στο σπίτι του τυλιγμένος με ένα σεντόνι)· ένας άλλος βοηθάει όσο μπορεί, θυσιάζει μέρος από τα υπάρχοντά του, ευεργετεί ανθρώπους και παράλληλα ζεί ο ίδιος αξιοπρεπώς· ένας τρίτος δίνει που και που λίγα χρήματα ή ρούχα ή τρόφιμα σε κάποιο Φιλόπτωχο Ταμείο ή Φιλανθρωπικό Ίδρυμα ή είναι εθελοντής αιμοδότης κ.τ.λ., ένας τέταρτος δεν κάνει τίποτα απ’ όλα αυτά, αλλά μεγαλώνει τα παιδιά του με αρχές αγάπης και όχι εγωισμού και ο ίδιος συγχωρεί τους εχθρούς του ή και προσεύχεται γι’ αυτούς, αν είναι θρησκευόμενος.

Βέβαια, κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας, τους κανόνες των οποίων πάντα εφάρμοζαν ο π. Νικόλαος και η πρεσβυτέρα του, όλα αυτά έχουν αξία, αν γίνονται από καθαρή αγάπη και όχι με εγωισμό∙ αν δεν οδηγούν τον άνθρωπο στην υπεροψία, ώστε να θεωρεί τον εαυτό του καλύτερο από τους άλλους, ακόμα και από τους αμαρτωλούς, όπως ο εγωιστής Φαρισαίος της παραβολής∙ αν εκείνος, που τα πράττει, δεν αποσκοπεί σε ανταλλάγματα όπως σε διαφήμιση ή στη δόξα του «Μεγάλου Ευεργέτη», που το όνομά του διατυμπανίζεται με μαρμάρινες πλάκες και περισσότερο αν (το τελειότερο, σχεδόν αδύνατο να κατορθωθεί) δεν αποσκοπεί ούτε στον παράδεισο, αλλά κινείται μόνον από αγάπη, μόνον από αγάπη, μόνον από αγάπη! Κατά τον Άγιο Γρηγόριο το Θεολόγο, υπάρχουν τριών ειδών χριστιανοί: εκείνοι, που μοιάζουν με δούλο, που κάνει το θέλημα του αφέντη του, γιατί φοβάται την τιμωρία∙ εκείνοι που μοιάζουν με μισθωτό (υπάλληλο), που κάνει το θέλημα του εργοδότη του, γιατί αποβλέπει στην αμοιβή, και εκείνοι, που μοιάζουν με μισθωτό (υπάλληλο), που κάνει το θέλημα του εργοδότη του, γιατί αποβλέπει στην αμοιβή, και εκείνοι, που μοιάζουν με το γιό, που κάνει το θέλημα του πατέρα του απλώς γιατί τον αγαπάει. Καί οι τρεις μπορούν να σωθούν, αλλά η τρίτη τάξη είναι οι αληθινοί χριστιανοί.

Ο π. Νικόλαος και η πρεσβυτέρα Ανθή έζησαν σε αυτόν τον κόσμο την εθελούσια απλότητα (voluntary simplicity). Εμβάθυναν τόσο στον έρωτα του Θεού και στην αγάπη, ώστε κατέληξαν ισάγγελοι, ένσαρκοι άγγελοι υπ’ αγγέλων ως πολεμιστές δοξασθήσοντες. Έγιναν, όπως χαρακτηριστικά λέει ο όσιος Ιουστίνος Πόποβιτς, τα «αλεξικέραυνα του θανάτου», οι κατ’ εξοχήν άνθρωποι του Θεού, το απάνθισμα της ανθρωπότητας και αξιώθηκαν να έχουν θεοπτικές εμπειρίες δηλαδή υπερφυσικά οράματα, από τότε που ζούσαν σε αυτόν τον κόσμο. Η κατάσταση της ψυχής τους έχει αποκαλυφθεί με σημεία, που φανερώθηκαν μετά τον θάνατό τους, και απόδειξαν την φωτεινότητά τους και την αιώνια σχέση αγάπης τους με τον Θεό. Αυτά τα σημεία προκαλούν τον σεβασμό του λαού, ο οποίος τους αποδίδει την τιμή, που αποδίδεται στους γνήσιους ανθρώπους του Θεού.
Εκτός από τις εμφανίσεις σε όνειρα και οράματα, είναι η ευωδία του σκηνώματός τους κατά την Εξόδιο ακολουθία τους, -η τόσο συζητημένη από παρόντες λαικούς και ρασοφόρους μυροβλυσία–, που είναι συνηθισμένο χαρακτηριστικό φαινόμενο της ευαρέσκειας του Δημιουργού, γιατί η «καθ’ ομοίωση» του Θεού είναι μία κατάσταση ψυχοσωματική και όχι μόνο ψυχική. Άλλωστε ο άνθρωπος κατά τη χριστιανική σκέψη, συνιστά αδιάσπαστη ψυχοσωματική ενότητα (ο θάνατος είναι παρά φύσιν, συνέπεια της αρχικής έκπτωσης).

Το σώμα είναι εξίσου ιερό με την ψυχή και η προσδοκώμενη ανάσταση νεκρών είναι επανένωση της ψυχής με το σώμα της και επιστροφή του ανθρώπου από τη μέση κατάσταση, στην οποία πιστεύουμε ότι ζεί τώρα, στο υλικό σύμπαν, αλλά ως «καινή κτίση» πλέον: αιώνιο, άφθαρτο και αγέραστο, σε καινοποιηθέν σύμπαν, με μορφή και τρόπο ζωής, που δε γνωρίζουμε ποιά θα είναι. Σ’ αυτή την πανδαισία ψυχοσωματικής αιωνιότητας οι Δίκαιοι άνθρωποι του Θεού, όπως οι ορισμένοι, θα είναι «πρωτοπανηγυριστές».

Τα θαύματα πάσης φύσεως, που αποδίδονται στον π. Νικόλαο, δηλαδή οι αξιοπερίεργες πράξεις, που μπορούσε να διαπράττει όσο ζούσε σ’ αυτόν τον κόσμο (π.χ. ενοράσεις, προφητείες, ανεξήγητες ιατρικές διαγνώσεις ή θεραπείες κ.λ.π.), δεν αρκούν, όπως είπαμε, για να θεωρηθεί με βεβαιότητα ότι ανήκει στο «χορό των αγίων»· μπορεί να είναι απάτες ή αυταπάτες, συμπτώσεις ή οτιδήποτε άλλο, που θα πλανήσει τους καλοπροαίρετους ή και τον ίδιο, που τα επιτελεί. Χρειάζεται οπωσδήποτε η μαρτυρία του λαού, του αδιάψευστου μάρτυρα, ότι ο π. Νικόλαος έζησε με νηφαλιότητα και αγάπη, πράγμα που επιβεβαιώνουν οι πολλές μαρτυρίες ανθρώπων, που τον ήξεραν και ευεργετήθηκαν από αυτόν.

Ανάμεσα στα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, που απέκτησε ο π. Νικόλαος με την απόλυτη εμπιστοσύνη και την ολοκληρωτική του αφοσίωση στο Θεό (από αγάπη και όχι για να κερδίσει τον παράδεισο ή να αποφύγει την κόλαση, όπως εμείς οι «ολίγον χριστιανοί» και ολίγον το συμφέρον μας) είναι κάτι «περίεργες» ιδιότητες, όπως η θέα του ακτίστου Φωτός (του «θαβωρείου» Φωτός της υπερσυμπαντικής ακτινοβολίας του Θεού, θα λέγαμε, εμπειρία, που είναι αδύνατον να περιγραφεί επαρκώς), το χάρισμα να αγαπά όλη την κτίση και το χάρισμα των δακρύων (έκλαιε, όταν προσευχόταν, είχε φθάσει στην απόλυτη εκλέπτυνση του πνεύματός του, που οδηγεί σε μία ευαισθησία ασύλληπτου επιπέδου). Μόνο δευτερευόντως κάποιος αξιώνεται να γίνει προορατικός, ιαματικός και τα λοιπά, που εντυπωσιάζουν το μέσο άνθρωπο. Ο ίδιος ο Παύλος προέτρεπε τους χριστιανούς της εποχής του να μη ζηλεύουν τα εντυπωσιακά χαρίσματα, όπως η προφητεία κ.τ.λ., αλλά «τα χαρίσματα τα κρείττονα» (= τα καλύτερα), το ανώτερο από τα οποία είναι το χάρισμα της αγάπης (Α΄ Κορ. ιβ-ιγ). Σημειωτέον, ότι στον ορθόδοξο χριστιανισμό δεν υπάρχει έκσταση και ο όρος, όταν χρησιμοποιείται, έχει έννοια διαφορετική από τη σημερινή∙ ο ορθόδοξος χριστιανός ακόμα και αν προφητεύει ή καταλαμβάνεται από το θεικό Φως, έχει τις αισθήσεις του και διατηρεί διαύγεια σκέψεως και πλήρη συναίσθηση των πραγμάτων. Ο π. Νικόλαος δεν διαλογιζόταν αυτοβυθιζόμενος ή ενατενίζοντας το σύμπαν με τον νού του, αλλά επικοινωνούσε ως ελεύθερο και ανεξάρτητο πρόσωπο με το Θεό ή κάποιον Άγιο ως άλλο ελεύθερο και ανεξάρτητο πρόσωπο (=προσευχόταν).

Ο λαός αναδεικνύει και τιμά τους χριστομίμητους χριστιανούς, όπως τον π. Νικόλαο και την πρεσβυτέρα του, ειδικά εάν, χρόνια μετά το θάνατό τους, υπάρχουν μαρτυρίες για μετά θάνατον σημεία της φωτεινής παρουσίας τους. Αυτό διότι, αναμφισβήτητα, χρειαζόμαστε προστάτες. Το θέμα όμως δεν είναι να ερμηνεύσομε ψυχολογικά την ανάγκη, που μας ωθεί να προσευχόμαστε σε ανθρώπους του Θεού, αλλά να διερευνήσουμε ποιά είναι η αλήθεια: ο άνθρωπος είναι ένα μάτσο κύτταρα, όπου τυχαία έχει αναπτυχθεί η συνείδηση ή εικόνα του Θεού και, ως εκ τούτου, ιερός και προορισμένος για την αιωνιότητα; That’s the question.

Φυσικά, αν και όλοι οι άνθρωποι του Θεού αναγνωρίζονται τυπικά μετά θάνατον, κανείς δεν αγίασε, αφότου έφυγε απ’ αυτή τη ζωή∙ εδώ στον επίγειο κόσμο, είναι ο δρόμος της αγάπης ή του εγωισμού και εδώ ο καθένας μας οδηγεί την ψυχή του στο φως ή στο σκοτάδι. Αυτό το γνώριζαν καλά ο π. Νικόλαος και η πρεσβυτέρα του. Σύμφωνα με τον Παύλο Ευδοκίμωφ, «μέσα στον καθένα υπάρχουν μέρη παραδείσου και μέρη κολάσεως» (Π. Ευδοκίμωφ, Η Ορθοδοξία). Ο Θεός ενεργοποιεί τα φωτεινά σημεία του καθενός μας, για να τον σώσει, αν βέβαια ο άνθρωπος αποδεχτεί την πρόσκληση και έχει άλλους ανθρώπους, για να τον καθοδηγήσουν, δηλαδή εμάς, που είμαστε η στρατευόμενη Εκκλησία, που φέρουμε ευθύνη για τον κάθε αμαρτωλό, έστω και αν την αποποιούμαστε μετά βδελυγμίας έχοντας την αυταπάτη της απάνθρωπης δικαιοσύνης μας. Ίσως γι’ αυτό, να έχουν δίκαιο όσοι που πιστεύουν ότι, αντίθετα με τον εφησυχασμό μας, ελάχιστοι θα ευτυχήσουν να βρεθούν κοντά στο Θεό, όταν θα γίνει η ανάσταση όλων των ανθρώπων.

Υπάρχει ωστόσο μία διαφορά ουσιώδης ανάμεσα στον άνθρωπο του Θεού και τον απλό «καλό άνθρωπο» ή ακόμη και στον ανθρωπιστή και στον κοινωνικό αγωνιστή: η αγιότητα δεν είναι μορφή κοινωνικής δράσης, αλλά σχέση με το Θεό. Η αυτοθυσία του ανθρώπου του Θεού για τον συνάνθρωπο είναι η φυσική συνέπεια αυτής της επαφής ανθρώπου και Θεού, δηλαδή της εικόνας με το Προαιώνιο, Λογικό και υπέρ-Άγιο Πρωτότυπο, που το Ίδιο, δηλαδή ο Θεός, είναι η απόλυτη προσωποποίηση της Προαιώνιας Σχέσης, αφού ο Θεός για τους χριστιανούς δεν είναι ο μοναχικός και απαιτητικός Πατέρας κάθε μονοθεισμού, αλλά μία Τριάδα Υπάρξεων, που υπάρχουν ως Ένας Θεός, γιατί Τις ενώνει το 100% της αγάπης, που μπορεί να βρεθεί στο σύμπαν και πέρα από αυτό!

Έτσι η εν Χριστώ ζωή, που βίωνε το ιερατικό αυτό ζευγάρι από την Πάτρα, που πρέπει εμείς οι έγγαμοι κληρικοί να τους μοιάσουμε, είναι η αλλαγή του τρόπου ύπαρξης του ανθρώπου και η μετακίνησή του από τη φθαρτή εγκοσμιότητα του κόσμου της Πτώσης προς την ένωση με τον Θεό, που θα είχε επιτευχθεί από όλους, αν δεν μεσολαβούσε το προπατορικό αμάρτημα. Γι’ αυτό εμείς οι ορθόδοξοι χριστιανοί αναγνωρίζουμε με βεβαιότητα και τιμάμε μόνο χριστιανούς Αγίους από την αρχαία αδιαίρετη Εκκλησία και από την Ορθόδοξη. «Φυσικό» θα πείτε, «καθένας θεωρεί γνήσια μόνο τη δική του πίστη». Ίσως. Όμως, αφού η αγιότητα προϋποθέτει προσωπική σχέση με τον Θεό, πως θα κατορθώσει αυτή τη σχέση κάποιος, που δεν Τον γνωρίζει ή δεν Τον αναγνωρίζει; Καί, αν Τον γνωρίζει, πως θα σχετιστεί μαζί Του χωρίς την συμμετοχή στο Σώμα και το Αίμα Του, δηλαδή στη θεία Μετάληψη;

Ο ίδιος ο Θεός μπορεί να φανερώσει τους δικούς του ανθρώπους. Γι’ αυτό και τιμούμε μόνο τους βέβαιους δικούς μας Αγίους και προσευχόμαστε για τους υπόλοιπους ανθρώπους. Ακόμα και σε μας, που υπάρχει η θεία Μετάληψη, χρειάζεται μέγιστη προσοχή και αγωνιώδης προσευχή, για να μην πλανηθούμε∙ πόσο μάλλον (θεωρούμε) για την εκτός της Εκκλησίας ανθρωπότητα, όσο πολύτιμη και αν είναι, όσες σημαντικές φωτεινές στιγμές κι αν έχει! Ο Θεός γνωρίζει. Πολλές φορές οι άνθρωποι του Θεού δεν προόδευσαν κοινωνικά, οικονομικά και τεχνολογικά, αλλά προόδευσαν στην αγάπη και αφιερώθηκαν στον Χριστό, με τον Οποίον ήταν κυριολεκτικά ερωτευμένοι. Αυτό σίγουρα ισχύει για τον π. Νικόλαο και την πρεσβυτέρα του, γιατί υπέβαλαν ενίοτε το σώμα τους σε ακραίες θυσίες, που δεν οφείλονταν σε «εντολές» των βιβλίων ή των προηγούμενων αγωνιστών του χριστιανισμού, αλλά στο πάθος της αγάπης των ίδιων, που τις εφάρμοζαν, πάθος που εγώ ο κληρικός, που τους σεβόμουν και τους αγαπούσα εν ζωή, αδυνατούσα να κατανοήσω, γιατί ξεπερνούσε οτιδήποτε είμαι ικανός να αισθανθώ!

Η πίστη της Εκκλησίας για τη συνεχή παρουσία, σε κάθε εποχή, εκατοντάδων σπουδαίων ανθρώπων του Θεού, όπως των αειμνήστων π. Νικολάου και της πρεσβυτέρας του, που κορυφώνουν ένα άπειρο πλήθος «σεσωσμένων» χριστιανών, ίσως να αφήνει αδιάφορο τον τυπικό χριστιανό, ο οποίος πιθανώς εκνευρίζεται, όταν ακούει διηγήσεις εντελώς διαφορετικές από την προσωπική του εμπειρία (εντελώς μυθικές ή μείγματα αλήθειας και μύθου;). Νομίζει ότι οι άνθρωποι του Θεού είναι κυρίως θαυματοποιοί (έτσι και αλλιώς αδυνατεί να κατανοήσει τη διαφορά μεταξύ ταχυδακτυλουργίας ή μαγείας και θαύματος) και ίσως θεωρεί την Εκκλησία (που ταυτίζεται στη σκέψη του όχι με το λαό, αλλά με τους ρασοφόρους) καλοστημένη επιχείρηση οικονομικής και κοινωνικής εκμετάλλευσης των αφελών. Έστω∙ υπενθυμίζω βέβαια ότι τους ανθρώπους του Θεού τους αναγνωρίζει, τους τιμά και τους καθιερώνει ο λαός και όχι το ιερατείο, και συχνά επιλέγονται ανάμεσα στους ταπεινούς, τους περιφρονημένους και τους διωκόμενους.

Ειδικότερα για τον π. Νικόλαο, ο οποίος ήταν ιερέας στη πόλη μας, την Πάτρα, και που τον έζησα ως πνευματικό καθοδηγητή, διότι με στήριζε, λέγω ότι ήταν θαυματουργός ήδη εν ζωή. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της παρουσίας του ήταν η μυστηριώδης ευωδία, που τον ακολουθούσε, χωρίς φυσικά να χρησιμοποιεί αρώματα. Ήταν έγγαμος ιερέας με φιλανθρωπικό και πνευματικό έργο, άνθρωπος, που πολλές φορές έδινε ακόμη και τα παπούτσια του στους φτωχούς και γύριζε στο σπίτι του ξυπόλυτος! Προσέγγιζε με τόλμη και αγάπη ιδίως τους περιθωριακούς, τους μέθυσους, τους αλήτες και τους απελπισμένους της Πάτρας, με συνέπεια να κερδίζει την εμπιστοσύνη τους και να βοηθάει τη ζωή τους. Οι δραστηριότητές του είχαν πολλές φορές προκαλέσει την κακόβουλη κατακραυγή της «καλής κοινωνίας» και την καχυποψία της επίσημης εκκλησιαστικής ηγεσίας που, για κάποιο διάστημα, τον θεώρησε τρελό και διέταξε την παρακολούθησή του! Η ψυχή του ήταν αθώα σαν παιδιού και είναι χαρακτηριστικό ότι έφερνε ο ίδιος λουλούδια, για να στολίσει τα σπίτια των χριστιανών, που τον καλούσαν να τους ευλογήσει. Ο ίδιος δεχόταν τα βάσανα των ανθρώπων με τις ώρες όρθιος και πολλές φορές συγκλονιζόταν τόσο, ώστε έμπαινε στο Ιερό και προσευχόταν κλαίγοντας μπροστά στην Αγία Τράπεζα. Τόνιζε συνεχώς την αξία της Θείας Μετάληψης, προσευχόταν για όλους. Το έργο του είναι μνημειώδες σε όλους τους τομείς (παιδεία, καταπολέμηση της φτώχειας, του αλκοολισμού κ.λ.π.) και η αγιότητά του αναδείχθηκε με πλήθος θαυματουργικών θεραπειών, ενώ ακόμα ζούσε, καθώς και με προορατικό χάρισμα. Δίδαξε με εφόδιο το παράδειγμα της αρετής του. Υπέστη περιφρόνηση και διωγμούς λόγω του φθόνου, αλλά η ταπεινοφροσύνη του ήταν τόσο ακραία, ώστε ούτε μία απαντητική επιστολή δεν έστειλε, για να υπερασπιστεί την αθωότητά του! Το ήθος του έλαμψε πανηγυρικά και επιτέλους έγινε αντιληπτό ότι πρόκειται για έναν άνθρωπο γεμάτο από τα πιο ειλικρινή αισθήματα και προικισμένο με τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, το κυριότερο από τα οποία είναι η αγάπη (Α΄ Κορ. ιγ. 13).

Ο π. Νικόλαος, παρά τις βασανιστικές υποχρεώσεις, ιερατικές, ποιμαντικές και εκπαιδευτικές (φοιτητής του υπήρξε και ο γιός μου, ο οποίος ομολογεί τα άριστα για τον διδάσκαλό του), βοηθούσε πνευματικά και υλικά ένα τεράστιο κυρίως πονεμένο εργατόκοσμο της Πειραικής Πατραικής, της ΑΒΕΞ και της Pirelli, οι οποίοι κατοικούσαν στην περιοχή του. Αν και ζούσε μέσα στην μεγαλούπολη της Πάτρας, εντούτοις ήταν ένας μεγάλος ερημίτης και πραγματικά ζωντανός άγιος της εποχής μας. Ήταν πλήρης εξαιρετικής αγάπης και ασυνήθιστης ταπεινότητας. Διακρινόταν για τη σπάνια πραότητά του, εξέπληττε με τη συμπόνια και την τρυφερότητα προς όλους, όσοι είχαν την ευτυχία να τον γνωρίσουν.

Δοξάζω τον Θεό, που μου δόθηκε η ευκαιρία να τον γνωρίσω από κοντά. Επανειλημμένα εξομολογιόμουν σε εκείνον καθώς είχα τη δυνατότητα να τον συναντώ και να τον συμβουλεύομαι στο Ναό ή στο ασκητήριό του που ήταν πλησίον του σπιτιού του, κοντά στην μάνδρα του εργοστασίου της Πειραικής Πατραικής και της ΑΒΕΞ.

Θυμάμαι ένα καταπληκτικό γεγονός από την εποχή, που τον έβλεπα, όσο ζούσε με την πρεσβυτέρα μου. Ήταν αξιοθαύμαστες η καταπληκτική ευλάβεια και η ουράνια δυναμική του π. Νικολάου, σαν να πετούσε, Πέττας όνομα και πράγμα! Τρέχαμε προς τον γέροντα, για να τον προϋπαντήσουμε για ευλογία. Βλέποντας όλη την οικογένεια, χαιρόταν ιδιαίτερα και, χαμογελώντας τρυφερά, έβγαζε από την επιστήθια τσέπη του αντεριου του τον ξυλόγλυπτο αγιορείτικο σταυρό και μας τον έδινε να τον ασπαστούμε. Μαζί μας έδινε και την ευλογία του λέγοντας τα γεμάτα αγαθοσύνη λόγια: «Ο Χριστός να σας ευλογεί, να σας σκέπη. Δόξα τω Θεώ, αγάπη είναι!». Ακόμα συχνά έλεγε: «Η αγιότητα είναι κάτι απλό, είναι κοντά μας!». Ξαφνικά μ’ αυτήν την ευλογία του αισθανόμουν μία απερίγραπτη κατάνυξη, που καταλάμβανε όλο το οίκο μας μαζί και τον συγχωρεμένο τον πατέρα μου, ο οποίος ξεχώριζε τον π. Νικόλαο από όλους τους ιερείς των Πατρών. Η ψυχή όλων αισθανόταν μία ασυνήθιστη αγαλλίαση, που είναι αδύνατον να εκφραστεί με λόγια. Τέτοια ευτυχία, αν και είχα συναναστραφεί πολλούς πατέρες, ποτέ άλλοτε δεν είχα νιώσει, μέχρι που γνώρισα τον π. Νικόλαο! Ήταν φανερό ότι η ψυχή του ήταν τόσο γεμάτη από τη Χάρη, την οποία εξέπεμπε, την τόσο συγκλονιστική καθαρή Αγάπη και την πραγματικά ουράνια κατάνυξη, που από την αφθονία της χαιρόταν και η δική μου η ψυχή, που αξιωνόταν αυτό το ευλογημένο δώρο της θεικής της επίδρασης. Όλη την ημέρα μετά από αυτή τη συνάντηση ένιωθα μία ανείπωτη πασχαλινή χαρά, που με πλημμύριζε με Ουράνιο Φως και καθαρότητα.

Θυμάμαι πως κάποια φορά που ήμουν στο Ιερό του Ναού του Αγίου Βασιλείου Ζαρουχλεΐκων, όπου ήταν εφημέριος, είδα τον π. Νικόλαο να μπαίνει και να ασπάζεται την Αγία Τράπεζα με εκπληκτική ευλάβεια και φόβο Θεού. Έπειτα, σαν ένα ευτυχισμένο παιδί, με ανέκφραστη χαρά, άρχιζε να ασπάζεται τις εικόνες, που ήταν αγιογραφημένες στους τοίχους. Συνομιλούσε με τους Αγίους σαν με φίλους, τους οποίους έδειχνε, σαν να είχε να τους δεί πολύ καιρό! Τόσο ιερή ήταν η ευλάβειά του, ώστε ακουσίως με καταλάμβανε ένα ρίγος και ντροπή για την αναξιότητά μου να βρίσκομαι πλησίον ενός τόσο ευλαβούς κληρικού. Αυτή ήταν μία ολόψυχη εκδήλωση πραγματικής αγάπης του ευσεβούς γέροντος προς τα Θεία. Μας παραπέμπει στα λόγια του ψαλμωδού Δαυίδ: «Δουλεύσατε τω Κυρίω εν φόβω και αγαλλιάσθε αυτώ εν τρόμω» (Ψαλμ. β΄, 11).

Είχε πολλά βάσανα και συναδελφικούς πειρασμούς από ρασοφόρους. Αξίζει να αναφέρω ότι μου είχε προταθεί την εποχή εκείνη από τον αείμνηστο Μητροπολίτη κυρό Νικόδημο να πάω να υπηρετήσω στο ίδιο Ναό με τον π. Νικόλαο. Ευλογία να ήμουν με τον π. Νικόλαο, αλλά δύσκολο να συνυπάρξω με τους άλλους συνεφημερίους. Γιά τον τελευταίο λόγο αρνήθηκα αυτή την πρόταση. Το θαυμαστό είναι ότι το πρόσωπο του, αλλά και όλη η εξωτερική του όψη εξέφραζαν τέτοια χαρά κατά τη συνάντηση με τα Θεία, η οποία απεδείκνυε ξεκάθαρα τη συγγένεια της αγγελικής ψυχής του με αυτές των Αγίων. Θυμάμαι μέχρι και σήμερα με πόση ευλάβεια έπιανε στη συνέχεια το Σταυρό, που βρισκόταν στην Αγία Τράπεζα, για να εξομολογήσει τα πνευματικά παιδιά του. Έπειτα επέστρεφε στο Ιερό, πλησίαζε την Αγία Τράπεζα και τοποθετούσε τον Σταυρό στη θέση Του. Κάποια φορά μπήκε ο προιστάμενος πατήρ Γεώργιος και, βλέποντας ότι πήρε τον επιτραπέζιο Σταυρό, πειράχτηκε και άρχισε να επιπλήττει το γέροντα : «Γιατί παίρνετε αυτόν το Σταυρό; Υπάρχουν και άλλοι Σταυροί…». Ο π. Νικόλαος αμέσως ζήτησε συγγνώμη με εκπληκτική πραότητα και ηρεμία. Μπορούμε να πούμε ότι ολόκληρος ήταν η ενσάρκωση της ταπείνωσης και της αγαθότητας. Αυτό ήταν αλήθεια, αφού και εγώ, που συνδέομαι με τόσο κόσμο, μπορώ να διαβεβαιώσω ότι τέτοιον άνθρωπο πουθενά και ποτέ πλέον δεν συνάντησα.

Εξαιτίας της άκρως ασκητικής ζωής του ο π. Νικόλαος έλαβε από τον Θεό το σπάνιο δώρο της προορατικότητας και της θεραπείας των ασθενών ψυχών. Έτσι όμορφα, χαροποιώντας και υποστηρίζοντάς με, μου φανέρωσε ότι έπρεπε να περιμένω ακόμη τη στιγμή που ο Ίδιος ο Κύριος, με τη θεία Του Πρόνοια θα με στερέωνε καλά στην διακονία μου. Αυτή η συγκινητική συμπεριφορά του αξέχαστου γέροντα Νικολάου ήταν και παραμένει για εμένα μία ιδιαίτερη ευλογημένη ανάμνηση, την οποία φυλάσσω βαθειά στην καρδιά μου και η οποία διαρκώς με κινεί σε προσευχή ευγνωμοσύνης προς τον Κύριο των Δυνάμεων.

Σε πολύ κόσμο μέχρι την κοίμησή του ήταν αφανής λόγω της απλότητας και της ταπεινοφροσύνης του. Οι άνθρωποι, που τον γνώριζαν αντιλαμβάνονταν την ιδιαιτερότητά του, αλλά συχνά αρνούνταν να παραδεχτούν ότι έχουν μπροστά τους έναν άνθρωπο, ο οποίος έχει φτάσει σε ύψος θεοπτίας λόγω του ότι ήταν κληρικός μέσα σε μία πόλη, ήταν οικογενειάρχης και καθηγητής. Οι συνεχείς νηστείες και προσευχές «λεύκαναν την ψυχή του» και τον κατέστησαν όχι μόνο διορατικό, αλλά και προορατικό. Μπορούσε να μεταφέρεται σε άλλο μέρος με την σκέψη, όπως στα Ιεροσόλυμα (αυτό που οι βουδιστές θα ονόμαζαν ταξίδια του αστρικού σώματος, μόνο που οι χριστιανοί Άγιοι το θεωρούν χάρισμα, πιστεύουν ότι γίνεται σε αυτούς από τη Χάρη του Θεού και όχι ότι το κατορθώνουν μόνοι τους με τη δύναμη του νού τους). Επίσης ήταν εκ γενετής «σκεύος εκλογής» διότι, ως βρέφος, κοιμόταν και δεν θήλαζε Τετάρτη και Παρασκευή (ημέρες νηστείας). Στην βασανισμένη και περιπετειώδη ζωή του διακρίθηκε για την πανανθρώπινη αγάπη, την υπομονή, την εμπιστοσύνη στο Θεό, καθώς και την ταπείνωση, αφού ποτέ δε θεώρησε ότι ο ίδιος θεραπεύει τους ασθενείς του, αλλά ο Θεός («Μήπως ο αμαρτωλός π. Νικόλαος είναι Θεός; Ο Θεός βοηθάει» έλεγε).

Ήταν αθώος σαν παιδί, ποτέ δεν εκμεταλλεύτηκε την επιρροή του ούτε έλαβε αμοιβή για την προσφορά του. Ήταν νηφάλιος και συνιστούσε στους ανθρώπους να μεταλαβαίνουν. Ήταν άνθρωπος με βαθειά ανησυχία για την ψυχή των συνανθρώπων του, ευγενής, αφανάτιστος, με υψηλό ήθος, δάσκαλος αγάπης, αυστηρός με την αμετανόητη κακία και την υποκρισία, που συχνά αντιμετώπιζε, αλλά χωρίς σκληρότητα προς τους αμαρτωλούς ή προς εκείνους, που εμείς, οι «ακριβοδίκαιοι», θα χαρακτηρίζαμε κακούς ανθρώπους. Ωστόσο, όπως όλοι οι άνθρωποι του Θεού όλων των εποχών, ήταν απαιτητικός σε θέματα ήθους και πίστευε ότι πρέπει να είμαστε αυστηροί με τη συνείδησή μας. Είναι χαρακτηριστικός ο κανόνας ταπείνωσης, που ζητούσε με πίκρα και όχι με μίσος από τις μητέρες που είχαν κάνει έκτρωση, ή μαίες, που είχαν συνεργήσει σε έκτρωση∙ να ζητιανέψουν και, ο,τι συγκεντρώσουν από τις ελεημοσύνες να το δώσουν στους φτωχούς.

Μαρτυρούνται συγκλονιστικές οπτασίες και επαφές του με ιερά πρόσωπα, όπως την Παναγία μας, την Αγία Παρασκευή, τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο. Άνθρωπος παροιμιώδους ήθους και άκρως ασκητικός (δεν κοιμήθηκε ξαπλωμένος, αλλά πάντοτε καθιστός ή σε στάση προσευχής), δαπάνησε τον εαυτό του για τους άλλους. Μαζί με τα δώδεκα παιδιά του, είχε και τα παιδιά του κόσμου. Διορατικός και θεόπτης γνώριζε τις ανάγκες των επισκεπτών του πριν του τις εκμυστηρευθούν. Φύλακας άγγελος των φτωχών και των αδυνάτων, άλλωστε σε φτωχογειτονιές εφημέρευε, έδινε τόση σημασία στην ευθύνη των κληρικών, ώστε έλεγε: «Αν δεν βλέπεις τον άγγελό σου δίπλα στο Άγιο Θυσιαστήριο (= την Αγ. Τράπεζα), μη λειτουργείς!». Ο ίδιος δυσκολευόταν να αναφέρει αμέσως τις εκφωνήσεις της Θείας Λειτουργίας λόγω συγκλονιστικών οπτασιών, τις οποίες δεν αποκάλυπτε σε κανέναν, εκτός από τον πνευματικό του και τον π. Αντώνιο Ρουμελιώτη. «Δεν μπορούσα πιά με τα θνητά και αμαρτωλά μου χέρια να ψηλαφώ τον Κύριο της Δόξας» έλεγε.

Η ψυχή του ανέπνεε τον Χριστό και την Παναγία με την απλοική αγάπη των ταπεινών, που αισθάνονται τα ιερά πρόσωπα της πίστης ως φίλους και συγγενείς τους. Εμβάθυνε το μυστήριο της πανανθρώπινης αγάπης απλά και συγκλονιστικά με την τρομακτική ευθύτητα και την ειλικρίνεια ενός παιδιού, που προκαλεί το σεβασμό, αλλά και τρομάζει, γιατί αφαιρεί τις μάσκες της ατσαλάκωτης και «καθώς πρέπει» «εντιμότητάς μας» και της καλής μας υπόληψης, που νομίζει ότι ζεί ενάρετα, χωρίς να ρίχνεται στο ηφαίστειο της αγάπης. Ήταν από τους περίφημους πτωχούς τω πνεύματι του Ευαγγελίου, που βιώνουν τα διδάγματα του χριστιανισμού, χωρίς να διυλίζουν τον κώνωπα με τη βοήθεια της ακαδημαικής θεολογίας, αν και είχε πτυχίο Θεολογίας. Μετέδιδε την ταπείνωση και την αγάπη με κάθε λόγο και κάθε κίνησή του.

Ήταν μία θαυμαστή προσωπικότητα χωρίς μελανά σημεία, ένα χόρτο της γης αθέατο από τους υπερήφανους και τους δήθεν μορφωμένους, αλλά εκτιμημένο από τους ταπεινούς, τους ομοίους του. Αγάπησε το Θεό και τους ανθρώπους με θαυμαστή δύναμη και η ζωή του πλουτίστηκε από εντυπωσιακές εμπειρίες επαφής με τον Χριστό, την μητέρα Του την Θεοτόκο και πολλούς Αγίους. Ποτέ δεν δέχτηκε τιμές, αν και όσοι τον γνώρισαν, φύλαξαν τα λόγια του ως θησαυρούς της συνείδησης. Ήταν προικισμένος με το χάρισμα των δακρύων, οξυδερκής, κριτικός και ψυχοανατόμος του σύγχρονου ανθρώπου, κοινωνιολόγος, παιδαγωγός σπάνιος με προχωρημένες παιδαγωγικές αντιλήψεις, που τώρα εφαρμόζονται στην σύγχρονη παιδαγωγική. Επίσης ήταν ιστορικός και φιλόσοφος, αντιπρότεινε στον εγωισμό και τον υλισμό, γιατί θεωρούσε ότι κυριαρχούν στα πρότυπα του δυτικού πολιτισμού, που επιβάλλεται παγκόσμια. Έβλεπε τον άνθρωπο ως συνειδητή εικόνα του Θεού, ως έμπρακτη σχέση με τον Θεό, που συνεπάγεται αγαπητική αρμονία με τα βάθη του εαυτού μας και με όλη την κτίση. Υπήρξε άνθρωπος κυριολεκτικά μεθυσμένος από θεικό έρωτα.

Με τη ζωή του συνδέονται πλήθος μαρτυριών για θαύματα και θεοπτικές εμπειρίες, ενώ καταγράφονται αρκετές εμφανίσεις του μετά το θάνατό του, κάποιες από τις οποίες μάλιστα είναι άκρως συγκλονιστικές. Ενδεικτικά, αναφέρεται από τον π. Ιωάννη Κατή από τον Άγιο Γεώργιο Περάματος Δραπετσώνας, τον συνάδελφό του καθηγητή Χαράλαμπο Κοντοχρήστο και την Γεωργία Θεοχαροπούλου ότι και στους τρεις θεάθηκε αιωρούμενος, με λευκή φορεσιά, «χρυσίω βαρυτίμω περικεκοσμημένος, γέλωτα ψυχής ενδεδυμένος», και έδωσε την αυτομαρτυρία του: «Με εδέχθη ο Κύριος πλησίον Του. Ας το μάθουν όλοι οι ορθόδοξοι χριστιανοί και ας χαρούν σφόδρα∙ τώρα είμαι πλησίον εις τον Κύριον, Όστις με εδόξασεν».

Τελειώνοντας αξίζει να σημειωθεί ότι ο π. Νικόλαος ήταν μία καιόμενη λογική λαμπάδα, ένας σύγχρονος Πατέρας της Εκκλησίας, κολοσσός ήθους και θεικής Χάρης. Έδινε μεγάλη σημασία στο ανθρώπινο πρόσωπο, στη μετάνοια, στη δίψα για τον Θεό, στο άκτιστο Φως, και θεωρούσε την προσευχή ποίηση. Μετάνοια θεωρούσε «το να γνωρίζει ο άνθρωπος την προαιώνια ιδέα, που είχε ο Θεός γι’ αυτόν, δηλαδή πως ο Θεός συνέλαβε τον άνθρωπο προ καταβολής κόσμου και ποιά είναι η εκπλήρωσή του, ποιός ο σκοπός του. Όταν καταλάβει ο άνθρωπος το προαιώνιο σχέδιο του Θεού γι’ αυτόν, θα κάνει το παν, για να το εκπληρώσει και να συμμορφωθεί προς αυτό».

Είχε ιδιαίτερη σχέση με το Θεό και του δόθηκε άνωθεν ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό: σε όνειρα ή οράματα φαίνεται ότι ο ουρανός του εμπιστευόταν ιερούς θησαυρούς με την αποστολή να τους διαφυλάξει, αλλά και να τους αναδείξει. Η αγιότητά του είναι ιδιότυπη και οι άνθρωποι τον αγαπούσαν και τον σέβονταν, επειδή είχε καθαρή και φωτεινή καρδιά γεμάτη αγάπη. Γι’ αυτό έγινε «σκεύος εκλογής» και πήρε στα χέρια του ιερά κειμήλια, όπως λείψανα μαρτύρων.

Ιδού γαρ αλήθειαν ηγάπησας, τα άδηλα και τα κρύφια της Σοφίας Σου εδηλωσάς μοι» (50ος Ψαλμός του προφήτου και βασιλέως Δαυίδ, 8). Ξέρουμε ότι ο Θεός σε αυτούς, που αγαπάει, φανερώνει τα άρρητα μυστήριά Του. Καί ένα από αυτά τα μυστήρια είναι η αποκάλυψη της στιγμής του χωρισμού της ψυχής από το σώμα. Μία τέτοια θεική αποκάλυψη είχε ο μεγάλος γέροντας Νικόλαος την Πρωτοχρονιά του 2000. Ενώ τελούσε από νωρίς το πρωί Προσκομιδή, τον επισκέφτηκε ο Μέγας Βασίλειος. Τού είπε ότι ο Ουρανός δεν άντεχε άλλο τις ταλαιπωρίες και τους κατατρεγμούς, που υφίστατο, και του ζήτησε να ετοιμαστεί, διότι σε τρεις μέρες θα τον έπαιρνε μαζί Του στην άλλη ζωή. Πράγματι έτσι έγινε.

Μετά από δώδεκα χρόνια, ο π. Νικόλαος προείπε στην πρεσβυτέρα Ανθή ότι την ημέρα της εορτής του θα την έπαιρνε, για να συνεορτάσουν εν ουρανοίς. Όντως μέσα από θαυμαστά γεγονότα η πρεσβυτέρα κοιμήθηκε οσιακά στις 6 Δεκεμβρίου του 2012.

Μέγας ο Θεός εν τοις Αγίοις αυτού.



Ετικέτες