Η εξομολόγηση ενός άθεου (αληθινή ιστορία)

Loading...


Από τα εφηβικά μου χρόνια υπήρξα άνθρωπος με ανήσυχο πνεύμα, με αγωνίες και αναζητήσεις.

Με ροπή στην έρευνα και την ανάλυση των πάντων, συνήθως υπό το πρίσμα της αμφισβήτησης απέναντι σε κάθε στερεότυπο, σε κάθε δόγμα, σε κάθε εξουσία, ανθρώπινη ή μεταφυσική.

Στο στόχαστρο της κριτικής μου στάσης είχε μπει κάθε διδαχή της κατεστημένης –όπως τη χαρακτήριζα και εξακολουθώ να πιστεύω – σχολικής εκπαίδευσης αλλά και των «πρέπει» με τα οποία προσπαθεί η κοινωνία να βάλει σε καλούπια τις ανθρώπινες δράσεις και συμπεριφορές.

Μοιραία από το ποτάμι της αμφισβήτησης δεν θα μπορούσε να γλιτώσει η θρησκεία ή μάλλον οι θρησκείες γενικότερα. Ατέλειωτες ώρες μελέτης θρησκευτικών κειμένων, εβραϊκών, χριστιανικών, ανατολικών θρησκειών και παράλληλα διαφόρων πονημάτων περί αθεΐας και καθαρά επιστημονικής προσέγγισης σε κάθε μεταφυσική απορία.

Θεωρούσα ότι αν έβρισκα τις αποδείξεις περί μη ύπαρξης Θεού θα είχα κάνει ένα τεράστιο βήμα για την πλήρη απελευθέρωση του πνεύματος μου αλλά και της ανθρώπινης φύσης μου. Δεδομένου ότι είχα απορρίψει το δικαίωμα κάθε ανθρώπου να ασκεί εξουσία και εκμετάλευση σε άνθρωπο, απέμενε να πειστώ ότι δεν υπάρχει καμία μεταφυσική-υπερβατική οντότητα που να μπορεί να το κάνει. Η αλήθεια είναι πως ,παρά την προσπάθεια, δεν κατάφερα ποτέ να αυτοπροσδιοριστώ ως άθεος, αφού μια παράξενη εσωτερική αντίσταση (που ερμήνευα ως «ιδεοληψία» και «φυτεμένο φόβο») δεν με άφηνε να καταλήξω στη de facto ανυπαρξία Θεού. Σίγουρα όμως ήμουν άθρησκος αφού κανένα θρησκευτικό «σύστημα», καμία θρησκευτική διδασκαλία, κανένας Θεός δεν έδινε απαντήσεις στις απορίες, στις εσωτερικές αναζητήσεις, στις αγωνίες και στα «θέλω» μου.

Μάλιστα ένας ιδιότυπος εθνικισμός (ενώ απέναντι σε άλλες θρησκείες ήμουν απλά αδιάφορος) μ’ έκανε να φτάσω στα όρια του μίσους για τον Χριστιανισμό αφού τον θεώρησα υπεύθυνο για πολλά δεινά που έπληξαν τον Ελληνισμό και την κουλτούρα του, το αρχαίο Ελληνικό πνεύμα και την πολιτιστική μας κληρονομιά. Βέβαια ακόμα και σήμερα εξακολουθώ να πιστεύω ότι στο όνομα του Χριστιανισμού έγιναν από κάποιους εγκλήματα σε βάρος του Ελληνικού πνεύματος και του πολιτισμού μας αλλά-τουλάχιστον σ’ αυτό το κείμενο-δεν θα ασχοληθώ μ’ αυτό.

Με οδηγό λοιπόν τον κώδικα αξιών και ιδεών που είχα διαμορφώσει πορεύτηκα στη ζωή μου, χάραξα τον επαγγελματικό μου δρόμο, έκανα οικογένεια και οι προτεραιότητες μου ήταν αυτές που μου επέβαλε η πεζή πραγματικότητα. Δεν εγκατέλειψα βέβαια το πνεύμα μου, τις εσωτερικές μου αναζητήσεις, τις συζητήσεις και τις ανταλλαγές απόψεων αλλά όλα αυτά όχι πλέον με την ένταση της νιότης, ούτε με τον ενθουσιασμό της.(Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία απ’ όσους διαβάζουν αυτές τις γραμμές καταλαβαίνουν τι εννοώ).

Κάπου εκεί λοιπόν, εν μέσω μιας δύσκολης καθημερινότητας με αρκετά προβλήματα στην προσωπική μου ζωή, που είχαν να κάνουν κυρίως με τα επαγγελματικά και τα οικονομικά της οικογένειας, ήρθε η πρόταση του Γιώργη: «Πάμε στο Άγ.Όρος»; Ο Γιώργης έχει πάει αρκετές φορές και εξακολουθεί να πηγαίνει. Είχαμε συζητήσει για το Όρος, τον μοναχισμό, τη θρησκεία και βέβαια τις απόψεις μου για όλα αυτά.

Παρεμπιπτόντως, είχα εντελώς αρνητική θέση για τον μοναχισμό – όχι μόνο τον ορθόδοξο – αφού τη συγκεκριμένη στάση ζωής τη θεωρούσα παραίτηση και κόντρα στην ανθρώπινη φύση. Όσο για το Όρος, συνήθιζα να το αποκαλώ «κατεχόμενα» γιατί μου ήταν αδιανόητο να υπάρχει περιοχή ελεύθερης χώρας όπου απαγορεύεται η πρόσβαση σε συγκεκριμένες πληθυσμιακές ομάδες (στην προκειμένη περίπτωση, στις γυναίκες).

Τελικά, αβίαστα και χωρίς πολύ σκέψη, αποδέχτηκα την πρόταση του Γιώργη θεωρώντας την μεταξύ άλλων και ευκαιρία για μια εναλλακτική εκδρομή. Ξεκινήσαμε πριν καλά-καλά χαράξει από τη Θεσσαλονίκη με πολύ κρύο και με αραιή χιονόπτωση που πύκνωνε όσο το υπεραστικό λεωφορείο ανέβαινε το βουνό προς Αρναία. Με χαλαρή κουβεντούλα επι παντός επιστητού φτάσαμε στην Ουρανούπολη, όπου παίρνοντας το καραβάκι θα συνεχίζαμε το ταξίδι. Η πολυκοσμία στο μικρό σαλόνι και η εξάρτηση από τη νικοτίνη μ’ έστειλαν στο κατάστρωμα και παρ’ όλο το τσουχτερό κρύο που περόνιαζε τα κόκκαλα δεν είχα σκοπό να μπω μέσα.

Τώρα πια όμως όχι λόγω της πολυκοσμίας ούτε της ανάγκης για κάπνισμα. Απλά ήμουν έκθαμβος! Από τα πρώτα λεπτά που το καράβι άρχισε να πλέει παράλληλα με τη δυτική ακτή της χερσονήσου του Άθωνα, απλώθηκε μπροστά στα μάτια μου ένα απείρου κάλους φυσικό τοπίο. Ασημόχρυσες μικρές αμμουδιές ανέγγιχτες και παρθένες, βράχια και βλάστηση που κατέβαιναν ως τη θάλασσα, εναλλάσσονταν μπροστά μου συνθέτοντας έναν πανέμορφο πίνακα. Μετά από λίγο άρχισαν να φαίνονται και οι πρώτες μονές που ήταν παράλληλα και οι πρώτες ενδείξεις ανθρώπινης παρουσίας σ’ ένα πραγματικά παρθένο περιβάλλον. Εναρμονισμένες όμως και ταιριαχτές μ’ αυτό, χωρίς να το προσβάλουν και να το πληγώνουν. Ήταν η πρώτη φορά που σκέφτηκα πόσο τυχερό στάθηκε τούτο το κομμάτι γης, που το ιδιότυπο καθεστώς διοίκησης του, το προστάτευσε από την καταστροφική ανθρώπινη παρεμβατικότητα.

Είχαν περάσει σχεδόν δύο ώρες από την αναχώρηση μας από την Ουρανούπολη, όταν αντίκρυσα το μικρό λιμανάκι της Δάφνης. Πολύβουο και φασαριόζικο τόσο, που αν υπήρχαν και γυναίκες θα το έλεγα τουριστικό. «Που είναι η μυστηριακή ατμόσφαιρα του Όρους;» βιάστηκα να αναρωτηθώ χαμογελώντας, ίσως και με μια δόση κακεντρέχειας. Την απάντησή μου θα την έπαιρνα από τις αμέσως επόμενες ώρες έως και την – μετά από τέσσερις μέρες – αναχώρησή μου…

Το πρόγραμμα το είχε εκπονήσει λόγω εμπειρίας ο Γιώργης και εγώ απλά ακολουθούσα. Σταθμός πρώτος η σκήτη του Άγ.Ανδρέα και οι πρώτες εντυπώσεις από την αγιορείτικη μοναστική φιλοξενία πολύ θετικές. Είχα αποφασίσει συνειδητά να ακολουθήσω το τυπικό των μονών με ότι αυτό συνεπάγεται. Άλλωστε ένας από τους λόγους που πήγα ήταν και να αποκτήσω προσωπική άποψη για την μοναστική ζωή. Έτσι δεν βαρυγκόμησα ούτε για την απόσυρση στο κελί από τις 8 το απόγευμα, ούτε από το «εγερτήριο» στις 3 τα χαράματα για την παρακολούθηση της λειτουργίας. Η οποία αποτέλεσε μια πραγματική εμπειρία!

Χωρίς γνώσεις για το τελετουργικό (αφού οι επισκέψεις μου σε εκκλησίες περιορίζονταν στον αύλειο χώρο τους σε διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις) αλλά με αυθόρμητο σεβασμό, προσήλωση και απόλυτη αντίληψη της μυστηριακής ατμόσφαιρας, παρακολούθησα ως το τέλος. Το ημίφως των τρεμάμενων κεριών έσπαγε τόσο το σκοτάδι, όσο για να αχνοφαίνονται οι μαυροντυμένες σιλουέτες των μοναχών που προσεύχονταν, προσκυνούσαν και έψελναν και παράλληλα δημιουργούσε ένα τόσο απόκοσμο όσο και γαλήνιο περιβάλλον.

Χάραζε όταν βγήκαμε από τον ναό. «Τι κάνουμε σήμερα;» ρώτησα τον Γιώργη, πιο πολύ έτσι… για να πω κάτι. Κατά βάθος είχα μια περίεργη αίσθηση ότι δεν χρειάζεται να προγραμματίσουμε, ότι είναι να γίνει θα γίνει…

Μετά από λίγη ώρα βρεθήκαμε να ταχτοποιούμε τα πράγματά μας σ’ ένα κελί στην Ι.Μ. Κουτλουμουσίου. Η συνέχεια επεφύλασε πεζοπορία μέχρι τη σκήτη του γέροντα Ε… « Πόσο μακρυά είναι;» ρώτησα για να πάρω την απάντηση: «Περίπου 7-8 χιλιόμετρα». Τρόμαξα στην ιδέα είναι η αλήθεια αλλά σκέφτηκα ότι μετά από πολύ καιρό είχα την ευκαιρία να τεστάρω τη φυσική μου κατάσταση. Μετά από μιάμιση ώρα περίπου και με το τελευταίο κομμάτι της διαδρομής μέσα από ένα κακοτράχαλο και ορεινό μονοπάτι φτάσαμε ασθμαίνοντας (άτιμο τσιγάρο) στον προορισμό μας. Η «καλύβα» του γέροντα, φυτεμένη θαρρείς κι εκείνη, βρισκόταν ανάμεσα στα δέντρα και την πυκνή βλάστηση. Ουρανός και γη, τίποτε άλλο τριγύρω. Μα πως είναι δυνατόν, σκέφτηκα, να μπορεί άνθρωπος να ζει εδώ ίσως και για όλη του τη ζωή… Που βρίσκει τη δύναμη; Πως αντέχει;

Παράδοξο ακόμα ήταν ότι άντεξα εγώ (που αν περιμένω πάνω από 10’ σε ουρά ανεβάζω πίεση) να περιμένω σχεδόν 5 ώρες να έρθει η σειρά του Γιώργη να δει τον γέροντα. Ακόμα και σήμερα δεν μπορώ να εξηγήσω την χαλαρότητα και την πραότητα που με διακατείχαν τις τόσες ώρες αναμονής.

Είχα μείνει μόνος πια στο μικρό χώρο που μας φιλοξενούσε, όσο ο γέροντας έβλεπε τους επισκέπτες του και περίμενα τον Γιώργη που ήταν τώρα μέσα μαζί του. Σκεφτόμουν ακόμα αν θα ήταν σκόπιμο, αν υπήρχε λόγος βρε αδερφέ, να τον συναντήσω κι εγώ. Μέχρι να καταλήξω τι θα έκανα βγήκε ο Γιώργης. Πέρασε, μου είπε, σε περιμένει. Χωρίς άλλη σκέψη μπήκα στο μικρό κελί.

Το ξύλινο πάτωμα έτριξε, τα μάτια περιπλανήθηκαν στο χώρο. Απλότητα, ταπεινότητα, ολιγάρκεια παντού. Ο γέροντας (που ηλικιακά δεν ήταν τόσο «γέροντας») καθισμένος στο σκαμνί του, γαλήνιος και χαμογελαστός με καλωσόρισε και μου έδειξε την καρέκλα που ήταν μπροστά μου. «Κάθησε αδελφέ μου» μου είπε. Κοίταξα το πρόσωπό του, σκαμένο, αποστεωμένο. Τα χέρια του «σκληρά», χέρια αγρότη ή εργάτη. Το ράσο του πολυκαιρισμένο, λιωμένο αλλά πεντακάθαρο.

Απέφυγα τα τυπικά (χειροφίλιμα κλπ),του συστήθηκα με ευγένεια και έσπευσα με περίσσια βιασύνη να κάνω δήλωση αθεΐας: «Γέροντα πρώτη φορά έρχομαι στο Όρος, από περιέργεια. Δεν πιστεύω στο Θεό. Κατασκεύασμα του ανθρώπου κι αυτός, για να εξυπερετήσει πράγματα ,καταστάσεις και ανάγκες». Με κοιτούσε ατάραχος, γαλήνιος, δεκτικός, ενώ όλο του το πρόσωπο ήταν ένα χαμόγελο. «Πες αδελφέ μου, τι άλλο θέλεις να πεις;» με ρώτησε. –Τίποτα, του αποκρίθηκα. «Ε, τότε να σου πω κι εγώ δυο λόγια».

Δεν θα πω τι μου είπε. Δεν χρειάζεται και ίσως να μην ήθελε κι ο ίδιος να πω. Θα πω όμως αυτό που έζησα, αυτό που ένοιωθα όση ώρα μιλούσε. Αίσθηση πρωτόγνωρη, θα μπορούσε να την πει κανείς υπερκόσμια. Τα λόγια του γέροντα μελωδία και ανακούφιση, όχι όμως για τ’ αυτιά. Για πρώτη φορά στη ζωή μου δεν άκουγα με τα αυτιά μου, άκουγα με την καρδιά. Δεν μπορώ δυστυχώς να σας το εξηγήσω, παρά μόνο έτσι όπως το λέω… Άκουγα με την καρδιά!!! Τα μάτια μου πλημμύρισαν δάκρυα, έκλαιγα χωρίς να καταλαβαίνω γιατί και το κλάμα με ανακούφιζε, λες και τα δάκρυα έπαιρναν από μέσα μου βάρος. Δεν ξέρω πόση ώρα κράτησε αυτό, θυμάμαι μόνο τον γέροντα να μου δίνει την ευχή του και να μου λέει «καλό δρόμο».

Σε λίγο θα νύχτωνε. Είχαμε μπροστά μας 8 χιλιόμετρα πεζοπορίας με το χρόνο να πιέζει και το κρύο να έχει σφίξει για τα καλά. Και λοιπόν; Κανένα άγχος, καμιά αγωνία. Τα πόδια ανάλαφρα κατάπιναν την απόσταση σαν μηχανικά. Μια ανεξήγητη ευφορία γέμιζε τα στήθια και με συντρόφεψε μέχρι το μοναστήρι. Ακολούθησε ο πιο γλυκός ύπνος της ζωής μου κι έπειτα το πιο όμορφο ξύπνημα. Το λευκό του χιονιού που είχε πέσει στο μεταξύ έσπαγε τη μαυρίλα της νύχτας και φώτιζε το δρόμο μέχρι την εκκλησία.

Ακολούθησαν δύο μέρες, με επισκέψεις στην Ι.Μ.Ιβήρων και στη Σίμωνος Πέτρα. Και οι δύο μονές χτισμένες σε μέρη απίστευτης ομορφιάς. Η πρώτη κοντά στη θάλασσα, με τη θέα του απέραντου γαλάζιου του Αιγαίου να γαληνεύει τις αισθήσεις και η άλλη, πραγματική αετοφωλιά, χτισμένη πάνω στον γρανιτένιο βράχο που ορθώνεται 300 μέτρα πάνω απ’ τη θάλασσα να σου προκαλεί δέος.

Είχε έρθει η ώρα να επιστρέψω, μόνος τώρα αφού ο Γιώργης θα συνέχιζε την παραμονή του για μια δυο μέρες. Ανέβηκα στο καραβάκι πλήρης συναισθημάτων. Τα μάτια μου είχαν χορτάσει ομορφιά, το μυαλό τροφή για σκέψη και η καρδιά μια απόκοσμη γαλήνη. Πολλά από τα ερωτηματικά μου είχαν πάρει απαντήσεις και ήδη είχα αρχίσει να αναθεωρώ απόψεις.

Βρέθηκα για λίγες μέρες σ’ έναν τόπο όπου το ανθρώπινο στοιχείο αγωνίζεται να συναντήσει το «θείο». Είναι λογικό μια κοινωνία που αποτελείται από 2500 περίπου ανθρώπους, μοναχούς και κοσμικούς, να έχει τις παθογένειες μιας οποιασδήποτε ανθρώπινης κοινωνίας. Συνυπάρχουν το καλό και το κακό, η αγιοσύνη και η αμαρτία, η αγνότητα και η πονηρία. Τελικά όμως ο καθένας που την επισκέπτεται, βλέπει και εισπράττει αυτό που θέλει να δει και να εισπράξει.

Επέστρεψα από το Άγ.Όρος χωρίς να έχω στα χέρια μου απτές αποδείξεις ότι υπάρχει Θεός, για να τις δείξω σε όσους τις ζητούν. Κατάλαβα ότι η ύπαρξή Του δεν μπορεί να αποδειχτεί με πειράματα στα εργαστήρια ούτε με μαθηματικές αποδείξεις.
Το «θείο» προσεγγίζεται αλλιώς… Είναι υπόθεση καρδιάς.

Γεράσιμος



Ετικέτες