Από την…ταβέρνα στο Μοναστήρι – Αληθινή Ιστορία

Loading...


Έριξε μια γρήγορη, τελευταία ματιά στο χάρτη πριν ξεκινήσει.

Ασυναίσθητα κοίταξε το αγιορείτικο κομποσχοίνι που κρεμόταν στον καθρέφτη του παρμπρίζ κι έκανε τον σταυρό του.

Μόλις είχε ξεκινήσει για μία ακόμα εξόρμηση, από αυτές που ονόμαζε «χαρούμενη εργασία». Ήταν φωτογράφος και, μετά από αρκετές αναβολές, αποφάσισε να πραγματοποιήσει ένα από τα μεγάλα του όνειρα: Να εκδώσει ένα βιβλίο με φωτογραφίες από τα σπουδαιότερα Μοναστήρια του ιδιαίτερου τόπου καταγωγής του, την Πελοπόννησο.

Έτσι λοιπόν, εδώ και λίγες εβδομάδες είχε δώσει σάρκα και οστά στο μεγαλεπήβολο αυτό σχέδιο. Οι δυσκολίες μεγάλες: Πολλά έξοδα, δύσκολη αναζήτηση πληροφοριών για ξεχασμένες Ιερές Μονές, ακόμα δυσκολότερη επικοινωνία με τους μοναχούς και πρόσβαση σε αυτά τα Προσκυνήματα που, παρότι ξεχασμένα από τους ανθρώπους, έστεκαν ακλόνητα εκεί, για να δοξολογούν τον Θεό.

Ήταν, με λίγα λόγια, μια «τρέλα» το όλο εγχείρημα. «Ποιος θ’ ασχοληθεί με Μοναστήρια στην εποχή μας;», του έλεγαν διάφοροι «λογικοί». «Άλλη δουλειά δεν έχεις να κάνεις μ’ αυτή την κρίση, παρά να τρέχεις να βρεις τους καλόγερους;», συμπλήρωναν άλλοι. Όμως αυτός, εκεί. Είχε μια παλαβή επιμονή πως τελικά θα τα καταφέρει, παρά τις αντιξοότητες.

Έτσι σκεφτόταν και τώρα, ενώ διέσχιζε την Εθνική Οδό στο ύψος των Μεγάρων, με κατεύθυνση την Ορεινή Κορινθία. Όλες τις δυσκολίες που αναφέρθηκαν, τις είχε υπόψη του. Έλα όμως που παρουσιάστηκε και μία ακόμα, που δεν είχε υπολογίσει!

Η Νηστεία της Σαρακοστής, που αποφάσισε να τηρήσει φέτος για πρώτη φορά μετά από χρόνια, «δοκιμαστικά» όπως έλεγε δίνοντας κουράγιο στον εαυτό του, μην πιστεύοντας πως τελικά θα φτάσει μέχρι το Πάσχα νηστεύοντας.

Άλλο όμως είναι να νηστεύει κανείς στο σπίτι του κι άλλο όταν ταξιδεύει. Στη δεύτερη περίπτωση, οι δυσκολίες και οι πειρασμοί είναι απείρως περισσότεροι και παραμονεύουν σε κάθε…χιλιόμετρο. Έτσι και τώρα, «οδοιπόρος» καθώς ήταν – έστω και μέσα στην άνεση του αυτοκινήτου – δεν πίστευε πως θα καταφέρει να νηστέψει και σήμερα.

Το είχε δεδομένο πως, όλο και σε κάποια ταβέρνα στα χωριουδάκια της Ορεινής Κορινθίας θα γευόταν τα φρέσκα κρεατικά, τις τοπικές νοστιμιές και άλλες λιχουδιές που είχε στερηθεί – αλλοίμονο! – για 5-6 μέρες…

Άλλωστε, είχε ήδη έτοιμη την δικαιολογία: Δεν μπορείς να δουλεύεις, να κάνεις εκατοντάδες χιλιόμετρα μέσα σε μία μόνο ημέρα και να μένεις νηστικός! Δεν το χωράει ούτε η νοοτροπία της σύγχρονης εποχής αυτό, ούτε το αντέχει το στομάχι! Καλά ήταν όσο νήστεψε μέχρι τώρα, του χρόνου πάλι και βλέπουμε…

Με αυτές τις σκέψεις, ούτε που κατάλαβε πότε πέρασε τον Ισθμό κι άρχισε σιγά – σιγά να ανηφορίζει προς τα ορεινά του Νομού Κορινθίας. Η φύση δεν ήταν ακόμα ανοιξιάτικη, παρότι βρισκόμασταν στις αρχές Απριλίου. Ο καιρός, του προκαλούσε ιδιαίτερο εκνευρισμό, καθώς δεν επιβεβαίωνε τις μετεωρολογικές προβλέψεις για ηλιοφάνεια και πυκνά, μαύρα σύννεφα έκαναν την εμφάνισή τους στο βάθος, εκεί στην οροσειρά που βρισκόταν το παλιό Μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου.

Μετά από αλεπάλληλες στροφές και οδήγηση σε στενούς επαρχιακούς δρόμους, έφτασε στον προορισμό του. Ήταν εκνευρισμένος, γιατί η ώρα ήταν μία παρά και στις 1 η Μονή έκλεινε. Πότε θα προλάβαινε να βγάλει φωτογραφίες;

Στα γρήγορα έτρεξε και μπήκε μέσα. Στο Καθολικό με τις παλιές τοιχογραφίες, άρχισε να φωτογραφίζει βιαστικά. Ένας μοναχός τον καλωσόρισε. Ήξερε τον σκοπό της επίσκεψής του και τον εξυπηρέτησε σε ό,τι του ζήτησε: Ιστορικά στοιχεία, αδιάκριτες ερωτήσεις και συνεχείς φωτογραφίες, δεν πείραζαν το καλοκάθαγο γεροντάκι, το αντίθετο μάλιστα.

«Ελάτε να σας πάω στον Ηγούμενο», πρότεινε στο τέλος της περιήγησης.

Ο φωτογράφος δέχτηκε. Τον ανέβασαν μέσω μιας ξύλινης σκάλας – που ένιωθες πως θα σπάσει από τα πολλά τριξίματα – στον Γέροντα της Μονής, έναν πρόσχαρο και σεβάσμιο Ιερομόναχο. Έναν λεβεντόπαπα, από αυτούς που κρατάνε ακόμα ζωντανά τα Ιερά Προσκυνήματα αυτού του τόπου, παρά την εγκατάλειψη από τους ανθρώπους, ακόμα και τους «πιστούς Χριστιανούς».

Εκείνος τον καλοδέχτηκε. Ζήτησε να μάθει για τα βιβλία του και του έδειξε μερικές εκδόσεις της Μονής. Αμέσως προσφέρθηκε λουκουμάκι και κρύο νερό, παραδοσιακό μοναστηριακό κέρασμα. Η ώρα περνούσε και το στομάχι…διαμαρτυρόταν. Με αφέλεια αλλά και θράσος, ρώτησε έναν καλόγερο «αν ξέρει καμιά ταβέρνα εδώ γύρω».

«Ναι, βέβαια», απάντησε εκείνος γελώντας. «Θα την βρείτε ευθεία στα 20 μέτρα και δεξιά, στη δεύτερη πόρτα». Μέχρι ο φίλος μας να καταλάβει τι γινόταν, τον είχε αρπάξει από το μπράτσο ο Ηγούμενος, λέγοντάς του «ελάτε να φάτε μαζί μας, είναι καλύτερα από την ταβέρνα!»

Διστακτικά ακολούθησε. «Δεν είναι κακό να τσιμπήσω κάτι για ορεκτικό πριν τα κοψίδια», σκέφτηκε ο…κολλημένος με τα παϊδάκια και τα άλλα κρεατικά «οδοιπόρος». Θα έτρωγε λοιπόν κάτι «ψιλό» εδώ και μετά…γραμμή για την ταβέρνα!

Ο Γέροντας τον οδήγησε σ’ ένα μικρό δωματιάκι με ένα τραπεζάκι και 4-5 καθίσματα γύρω. Δεν θύμιζε σε τίποτα τις ωραίες τράπεζες που έβλεπε στο Άγιον Όρος. Εδώ όλα ήταν τελείως λιτά, φτωχικά θά’ λεγε κανείς.

Έκαναν προσευχή και κάθησαν στο τραπέζι. Παρατήρησε πως συνολικά 5 άτομα έπρεπε να φάνε, αλλά τι; Από μια μικρή κατσαρόλα ένας Δόκιμος έβαζε κάτι λαδερό στα πιάτα, σε μικρές μερίδες. Ήταν αρακάς με λάδι – «είστε τυχερός, γιατί ήρθατε Σάββατο που γίνεται κατάλυση ελαίου», τόνισε ο Ηγούμενος – σε ποσότητες που πιθανόν να έφταναν για κάποιο παιδάκι 5 ετών, αλλά όχι για πεινασμένους ενήλικες!

Το τραπέζι είχε στρωθεί. Με έκπληξη παρατήρησε πως η δική του μερίδα ήταν τουλάχιστον η διπλάσια, μπορεί και τριπλάσια, από αυτές των μοναχών! Πήγε να διαμαρτυρηθεί, αλλά ο Γέροντας Γεννάδιος διαβάζοντας τη σκέψη του, τον έκοψε: «Έχετε δρόμο μπροστά σας, πρέπει να φάτε».

Το «μενού» περιελάμβανε, εκτός του αρακά, μαύρο ψωμί, άγρια χόρτα με απίστευτη πικράδα που δεν έφευγε με κανέναν τρόπο και υπολείμματα ταραμοσαλάτας που είχαν μείνει σ’ ένα μικρό μπολ. Μάταια αναζήτησε ο επισκέπτης λίγο τυρί ή έστω κανονικό, άσπρο ψωμάκι, μιας και αυτό της ολικής άλεσης ήταν πικρό, περίπου όπως τα χόρτα.

Ξεκινώντας ανόρεχτα να φάει, ούτε που κατάλαβε πότε πέρασε μισή ώρα στο τραπέζι. Ο Γέροντας ελάχιστα είχε ακουμπήσει το φαγητό του, αφού έλεγε ιστορίες της Μονής από τα παλιά, τις οποίες διάνθιζε με συμβουλές για τη νηστεία, την εγκράτεια και την ταπείνωση.

Έτσι, όταν το γεύμα αυτό τελείωσε, οι σκέψεις της ταβέρνας και των κρεατικών είχαν απομακρυνθεί ολότελα από τον κακομαθημένο προσκυνητή. Τόση ώρα, είχε χορτάσει όχι βέβαια με τον παραβρασμένο αρακά και τις άγριες βρούβες, αλλά με τα λόγια του Γέροντα που δημιουργούσαν μια κατανυκτική ατμόσφαιρα, ακόμα και την ώρα του φαγητού!
 



Ετικέτες