Τα εγκώμια στην Κοίμηση της Θεοτόκου στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων

Loading...


Την Δευτέραν, 14ην /27ην Αυγούστου 2012, ετελέσθη εις το Πατριαρχείον Ιεροσολύμων, συμφώνως προς την Τυπικήν και Προσκυνηματικήν Τάξιν αυτού η τελετή των Εγκωμίων -Επιταφίου της Θεοτόκου εις τον εν Γεθσημανή ιερόν ναόν της Κοιμήσεως αυτής, εν ω και το Θεομητορικόν Μνήμα αυτής.

Δια την μεγαλοπρεπή, κατανυκτικήν και ειδικήν τελετήν ταύτην της Εκκλησίας Ιεροσολύμων εξεκίνησεν από της πρωΐας της ως άνω ημέρας εν επισήμω πομπή η Αγιοταφιτική Αδελφότης μετά των εκ των Ορθοδόξων χωρών παρεπιδημούντων ιερέων, μοναχών και πολλών προσκυνητών από του Πατριαρχείου. Η πομπή αύτη διέσχισε την οδόν του Μαρτυρίου, διήλθε ενώπιον της Ιεράς Μονής του Πραιτωρίου, των Αγίων Θεοπατόρων Ιωακείμ και Άννης, του Αγίου και Αρχιδιακόνου Πρωτομάρτυρος Στεφάνου και κατέληξε δι’ ολίγην ανάπαυσιν μετά την οδοιπορίαν εις το υπεράνω του Ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου ηγουμενείον του Πατριαρχείου.

Εν τω μεταξύ κατήλθον οι ιερείς εις τον ιερόν Ναόν και ενεδύθησαν την ιερατικήν στολήν αυτών και εν συνεχεία ανήλθον εις την αυλήν του Ναού.
Ενταύθα εν συνεχεία κατελθών ο Προεξάρχων της τελετής Μακαριώτατος Πατήρ ημών και Πατριάρχης Ιεροσολύμων κ.κ. Θεόφιλος ενεδύθη μανδύαν και ηυλόγησε την Αγίαν Είσοδον δια τον Ναόν.
Των ψαλτών ψαλλόντων «εν τη Γεννήσει την παρθενίαν εφύλαξας», ήρξατο η είσοδος εις τον ιερόν Ναόν δια των βαθμίδων αυτού και η προσκύνησις εις το Θεομητορικόν Μνήμα.

Μετά ταύτα, του Μακαριωτάτου προεξάρχοντος, των Αγιοταφιτών Αρχιερέων και Ιερομονάχων και των παρεπιδημούντων Ιερέων συνιερουργούντων, εψάλη η ακολουθία των Εγκωμίων εις τας τρεις στάσεις αυτής, ήτοι εις την:

Α’ .” Η αγνή εν τάφω κατετέθης βαβαί,…”
Β’. ” Άξιόν εστιν μεγαλύνειν σε την Θεοδόχον,…”
Γ’ . ” Αι γενεαί πάσαι ύμνον τη ταφή σου προσφέρουσι, Παρθένε…”

Εις την Α’  Στάσιν ταύτην εθυμίασε το Θεομητορικόν Μνήμα ο Προεξάρχων της ακολουθίας Μακαριώτατος Πατριάρχης Ιεροσολύμων κ.κ. Θεόφιλος, εις την Β’  δε ο Μητροπολίτης Καπιτωλιάδος κ. Ησύχιος και  εις την Γ  Στάσιν ο Μητροπολίτης Σερρών κ. Θεολόγος.
Εις το τέλος της Γ’  Στάσεως, ψαλλομένου του «Έρραναν τον τάφον…», ο Μητροπολίτης Βόστρων κ. Ιερόθεος ερράντισε με άρωμα δια του κουμ-κουμ τον Μακαριώτατον, τους Αρχιερείς και τον λαόν.
Εν συνεχεία προ των Αίνων εκήρυξε τον θείον λόγον ο παρεπιδημών Μητροπολίτης Σερρών κ. Θεολόγος λέγων τα εξής:

” Μακαριώτατε Πάτερ και Δέσποτα,

Σεβαστή χορεία των Αγιοταφιτών Πατέρων,
Εξοχώτατε κύριε Πρόξενε της Ελλάδος εις τα Ιεροσόλυμα, Ευσεβείς Χριστιανοί και ευλαβείς προσκυνηταί, Συγκεντρωθήκαμε και εφέτος πάντες ομού εις τον Άγιον τούτον τόπον του Παναγίου Προσκυνήματος της Γεθσημανής, δια να τιμήσωμεν και πάλιν ευκλεώς εν εξέχον και υπερβάλλον εις Αγιότητα Πρόσωπον, την Υπεραγίαν Θεοτόκον.

Αυτή είναι η Παναγία Μητέρα μας, το ολοφώτιστο και ολόλευκο άνθος της αφθαρσίας και της αρετής. Αυτή είναι η Δέσποινα και Βασίλισσα των Ουρανών και της γης, η οποία σαν την αυγή προβάλλει προμηνύουσα την ανατολή του νοητού Ηλίου της Δικαιοσύνης του Κυρίου και Σωτήρος μας Ιησού Χριστού, ο Οποίος εφώτισε τα σκότη της ανθρωπίνης ψυχής και ιστορίας. Αυτή είναι η Κυρία των Αγγέλων και Μητέρα των ανθρώπων, η οποία ως σελήνη ολοφώτιστη παρηγορεί όλους εμάς, οι οποίοι διαβαίνομεν τας τρίβους του παρόντος αιώνος, που ομοιάζει ωσάν πορείαν μέσα εις σκότος ψηλαφητόν. Αυτήν είναι η ωραία και ολοφώτεινη ως ο Νοητός Ήλιος, ο Οποίος μας δεικνύει τον δρόμον ασφαλώς προς την βασιλείαν των Ουρανών.

Αυτήν ήλθαμε σήμερα να τιμήσωμεν άπαντες, ευλαβείς προσκυνηταί εις τον άγιον τούτον τόπον, τον άγιον τόπον, όπου ο δήμος των Αγγέλων συναθροίζεται, όπου οι φωνές και οι ύμνοι των Αποστόλων συνευωχούνται, όπου τα πλήθη των ανθρώπων συρρέουν ως προς βρυσομάνα πνευματική για να αρυστούν τα νάματα και τα του Θεού ιάματα. Ο τόπος ούτος μακάριός εστι, ουκ έστιν, αλλά πύλη του ουρανού δια της οποίας η Πάναγνος και Πανακήρατος κόρη ανέβη εις την ουράνιον δόξαν, περιβεβλημένη αίγλην και μακαριότητα θεϊκήν.
Άγιος και Πανάγιος ο τόπος ούτος, ο οποίος ηγιάσθη από την εναπόθεσιν του σεπτού σκήνους της Παναγίας μας και η μάνα γη, ωσάν αγκαλιά, άνοιξε τα χέρια της, για να δεχθή  εκείνο το σκήνος το πανακήρατον, το οποίον εκυοφόρησε την αυτοζωήν, τον Σωτήρα του κόσμου. Η μάνα γη ηγιάσθη, αυτή η γη, η οποία ήτο το πριν κατηραμένη να εκβλαστάνη τριβόλους και ακάνθας δια τας ανομίας των ανθρώπων ήνοιξε την αγκαλιά της, δια να δεχθή την μητέρα της ευλογίας, εκείνην την οποίαν δια της αγίας υπακοής της έγινε η παραίτιος και η πρόξενος της χαράς και της σωτηρίας εις το γένος των ανθρώπων.

Γι’ αυτό με δέος, με τρόμον, με φόβον πρέπει να ιστάμεθα εις αυτόν τον τόπον και να μην αφήνωμεν την συνήθειαν την ψυχοκτόνον, να μας οδηγή εις μίαν κατάστασιν, η οποία εξαντλεί τα ψυχικά και πνευματικά μας αποθέματα. Μόνο και να μπορούσαμε να φαντασθούμε κατ’ αξίαν πόσο άγιος, πόσο ιερός, πόσο μακάριος είναι ο τόπος αυτός που αγιάσθηκε από το σώμα της Παναγίας μας, που αγιάσθηκε από τους ύμνους και τις φωνές των αγγέλων, από τα δάκρυα και τους ύμνους των αποστόλων, αλλά και από τα δάκρυα εκατομμυρίων τώρα ανθρώπων, που έρχονται δύο χιλιάδες χρόνια, για να εναποθέσουν ενώπιον του κενού μνήματός της τις προσευχές τους, τις ελπίδες τους, με την βεβαιότητα ότι θα λάβουν απάντησιν, ότι θα λάβουν παρηγορίαν, ότι θα λάβουν ενίσχυσιν εις τον προσωπικόν καθημερινόν τους αγώνα. Εορτάζομεν σήμερα αδελφοί αγίαν εορτήν και πανήγυριν και η αγία του Χριστού Εκκλησία λαμπροφορεί και δοξάζει τον άγιον Θεόν, ο Οποίος μετέστησε την ακοίμητον λαμπάδα, την νοητήν την αγίαν, λέγω, Παρθένον, εκεί όπου περιπολεύουσιν οι ανώτερες ταξιαρχίες των Αρχαγγέλων, καιομένην και  εκδαπανομένην ενώπιον του Θρόνου της μεγαλοσύνης Αυτού.

Γιορτή είναι η σημερινή αυτή πανήγυρις, γιορτή και χαράς πρόξενος, διότι δεν εορτάζομεν θάνατον λυπηρόν, αλλά θάνατον ζωηφόρον, θάνατον, ο οποίος ακολουθεί την καινήν κτίσιν, την οποίαν εγκαινίασε με την ανάστασίν Του ο Χριστός μας, γι’ αυτό εν μια φωνή, εν μια ψυχή, εν μια τη διαθέσει ο χορός των Αγίων Πατέρων μας σήμερον λαμπροφορεί, σήμερον πανηγυρίζει, σήμερον μας εκδιδάσκει χαράν να έχωμεν εις την ψυχήν μας, διότι ο θάνατος της Μητέρας του Θεού είναι θάνατος αθάνατος. Ο θάνατος της Μητέρας του Θεού είναι πηγή χαράς και ευλογίας για ολόκληρον τον κόσμον.

Ο θάνατος της Αγίας Παρθένου είναι ζωηφόρος και παρεκτικός ζωής και ευλογίας εις ολόκληρον την κτίσιν. Γι αυτό λοιπόν σήμερον ας αποβάλωμεν τον μέλανα χιτώνα της θλίψεως και των δακρύων και ας ενδυθώμεν νοερώς χιτώνα δικαιοσύνης, χιτώνα ευφροσύνης, εις την ψυχήν δοξολογίαν, εις τα χείλη μακαρισμούς και εις την ύπαρξίν μας ολόκληρη, ατελεύτητη χαρά και ευφροσύνη.

Προσερχόμεθα για να ασπασθούμε το κενό μνήμα της, για να λάβωμεν χάριν από την χάριν της, εκείνη, η οποία υπήρξε αξία της χάριτος και της ευλογίας  από εκείνη η οποία, όπως λέγει η χρυσή λύρα της Εκκλησίας μας, ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ζούσε μόνον για τον Θεόν γι’ αυτό και η ζωή της ολόκληρη ήταν ο Θεός, γι αυτό και η ζωή της ολόκληρη σαν ήλιος έλαμπε τις ακτίνες της Θεότητος εις τον κόσμον. Ήλθαμε, λοιπόν, για να προσκυνήσωμεν τιμητικώς την Αγίαν και σεπτήν μορφήν της και να  λάβωμεν πηγήν αγιασμάτων και χαρίτων δια την ζωήν μας. Αλλά και κάτι ακόμα.

Πανηγυρίζοντες την Κοίμησιν η μάλλον καλύτερον, ως λέγουν οι Πατέρες, την «εκ του κόσμου τούτου εκδημίαν και την εις ουρανούς θείαν ενδημίαν», λαμβάνομεν και δύναμιν, για να ξεπερνούμε τους καθημερινούς μικρούς η μεγάλους θανάτους της ζωής μας. Ο θάνατος στεκόμενος μπροστά εις την Αγίαν μορφήν της φοβήθηκε και έφυγε, γι αυτό και λέγει και πάλιν ο ιερός
Δαμασκηνός: «προς αυτήν γαρ προσβλέπων ο θάνατος δέδοικεν, φοβήθηκε, ετρόμαξε, εμνήσθη γαρ του Υιού της, γιατί θυμήθηκε του Υιού της,  δηλαδή του Σωτήρός μας και έμαθεν αφ’ ων έπαθεν Έμαθεν αφ’ ων έπαθεν. Έμαθεν ο θάνατος να μην τολμά να αγγίζη εκείνους, που αποτελούν το ταμείον της δυνάμεως και της δόξης του Θεού. Έμαθε απ’ αυτά που έπαθε πάνω εις τον Σταυρόν από τον Κύριό μας, ο Οποίος συνέτριψε βασιλικώ και θεϊκώ τω δικαιώματι τον το κράτος έχοντα του θανάτου, τουτέστι τον διάβολον. Έμαθεν αφ’ ων έπαθεν ο θάνατος και ταύτην προσβλέπων δέδοικεν. Αυτή είναι η διδασκαλία της Εκκλησίας μας και έτσι θεολογούσα η Εκκλησία μας, δίνει χαράν, δίνει δύναμιν, δίνει ελπίδα εις την ζωήν μας, όπως σας είπα, για να ξεπερνούμε τους μικρούς και μεγαλυτέρους θανάτους στη ζωή μας, οι οποίοι  έρχονται με την δύναμιν και την δολιότητα του κλέπτου, για να κλέψουν από την ψυχή μας τις ελπίδες, τις παρηγορίες, τις ευλογίες και τις χάρες του Θεού.

Γιατί θάνατος είναι η ανθρώπινη προδοσία, θάνατος είναι η ανθρώπινη ανεστιότητα, θάνατος είναι η αθεΐα, η οποία λεηλατεί ο,τι ομορφότερο κρύβει ο άνθρωπος μέσα στην ψυχήν του, την κοινωνία, δηλαδή, μετά του Θεού. Θάνατος είναι τα καθημερινά προβλήματα της ζωής, τα οποία μεταστρέφουν την προσοχή μας από τα επουράνια εις τα γήϊνα, εις τις βιωτικές μέριμνες. Θάνατος είναι τα προβλήματα μέσα εις το σπίτι, της συζυγίας, των παιδιών, τα οποία δημιουργούν πηγές κακών και ανησυχίας και θλίψεως πολλής, οι οποίες πηγές, δυστυχώς, διαχέονται και δηλητηριάζουν κοινωνίες και έθνη ολόκληρα.

Γιατί θάνατος είναι και η οικονομική κρίση, η οποία με ιδιαίτερη σφοδρότητα ολόκληρη την οικουμένη πολεμά και συγκλονίζει ιδιαίτατα δε και την φιλτάτην πατρίδα μας, την Ελλάδα, την χώραν των Αγίων και των ηρώων, η οποία ευρίσκεται εις την δίνην μιας τρικυμίας πρωτοφανούς, η οποία ευρίσκεται και συμπιέζεται από τις συμπληγάδες πέτρες των ποικίλων πειρασμών και δοκιμασιών.
Θάνατος είναι η ασθένεια για τον άνθρωπον που του κλέβει την προοπτικήν της ζωής, την ανάγκη να δημιουργή και να κάνη όνειρα γι’ αυτή την ζωήν.

Θάνατος πικρός είναι και για κείνους που δεν έχουν την ζωή τους στεριωμένην πάνω στην πέτρα της πίστεως.  Ήλθομεν στη Μάννα της Ζωής, στη Μάννα του Θεού και Μάννα όλων των ανθρώπων, για να την παρακαλέσωμεν να μας δώση δύναμιν ως πρόσωπα, ως κοινωνίες, ως έθνη, ως οικουμένη ολόκληρη, για να μπορούμε με τη δική της χάρη, να ξεπερνούμε ωφέλιμα για την ψυχή μας αυτές τις πικρές δοκιμασίες.
Υψώσατε τα μάτια σας και ίδετε: Όλα αυτά τα αγιοκάνδηλα είναι τα αγιοκάνδηλα της ευσεβείας και των δακρύων και των προσευχών που αιώνες τώρα οι ευλαβείς προσκυνηταί από ολόκληρον τον κόσμο έχουν κρεμάσει μπροστά στον τάφο της Παναγίας και είναι τα σύμβολα της πίστεως, είναι τα σύμβολα της ελπίδος, είναι τα σύμβολα ότι κανείς ο οποίος προστρέχει στην Παναγία μας δεν θα φύγη ποτέ κατισχυμένος, δεν θα φύγη ντροπιασμένος, δεν θα μείνη άδειος, αλλά θα λάβη την απάντησιν κατά το συμφέρον της αιτήσεως πάντοτε.

Ευλαβείς προσκυνητές και ημείς, Μακαριώτατε Πάτερ, Σεις ο οποίος θεοφιλώς ηγείσθε της Αγιοταφιτικής αυτής Αδελφότητος, προσκυνητές και ημείς από την πατρίδα Ελλάδα, από την ένδοξον και ελληνικωτάτην Μακεδονίαν του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ο οποίος εκόμισεν εις την Ανατολήν το φως του ελληνικού πολιτισμού, έτσι ώστε να λάβη ως αντίδοσιν αγάπης από την Ανατολήν το φως του Χριστιανισμού, που φωτίζει και αγιάζει πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον.

Καταθέτομεν, λοιπόν, ενώπιον του Σεπτού Θεομητορικού Μνήματος της Κυρίας των Αγγέλων και Μητέρας των ανθρώπων ότι Εκείνη δεν θα μας εγκαταλείψη, θ’ απλώση χέρι στοργικό, ως μάνα που είναι, επάνω από τη ζωή μας και θα μας λυτρώση από τους ποικίλους πειρασμούς της ζωής. Σ’ Εσάς δε μεταφέρομεν την αγάπην, τον σεβασμόν, την τιμήν, τα αισθήματα.

Και ερχόμεθα εδώ ως προσκυνητές, αλλά και ως αδελφοί Σας και παιδιά Σας, για να ασπασθώμεν το χέρι Σας και να σφυρηλατήσωμεν τους ήδη υπάρχοντας ισχυροτάτους δεσμούς αγάπης, εν Χριστώ αδελφωσύνης και συμπορεύσεως μέσα εις τα πεπρωμένα της ιστορικής πραγματικότητος.
Ευχηθείτε, Μακαριώτατε, η χάρις της Παναγίας μας να σκεπάζη όλους μας, την πατρίδα μας, την Εκκλησία της Ελλάδος, τον κόσμον ολόκληρον, έτσι ώστε με την δικήν της σκέπην να πορευώμεθα και να νικώμεν τους κάθε λογής θανάτους, για να έχωμεν στην ζωήν ελπίδα και χαράν και χάριν πολλήν από Εκείνην.

Χρόνια πολλά και ευλογημένα, άγια. Άξιον το προσκύνημά σας, αδελφοί, εσείς που ήλθατε από Ελλάδα, από τις Σλαβικές χώρες, από τα πέρατα της γης, δίκην Αποστόλων. Άξιον το προσκύνημά σας και να λάβετε την αντίδοσιν της θυσίας σας κατά το μέτρον της ευλαβείας σας και της αγάπης σας . Αμήν”.

Μετά τους Αίνους την Δοξολογίαν και το Ασματικόν «Άγιος ο Θεός», ηκολούθησε η περιφορά του Επιταφίου μετά της εν στάσει Κοιμήσεως εικόνος της Θεοτόκου από του κέντρου του Ναού προς δυσμάς προς την είσοδον αυτού εσωτερικώς.

Ενταύθα εγένετο δέησις, μεθ’ ην ηκολούθησεν η κάθοδος του Επιταφίου και η τοποθέτησις αυτού δια προσκύνησιν υπό των πιστών όπισθεν του Θεομητορικού μνήματος εν τω χώρω της Παναγίας Πλατυτέρας της Ιεροσολυμιτίσσης και ο Πολυχρονισμός του Μακαριωτάτου.
Της ακολουθίας απολυθείσης, ο Μακαριώτατος και η Πατριαρχική και Ιερατική Συνοδεία και οι προσκυνηταί ανήλθον εις το ηγουμενείον, ένθα εδεξιώθη αυτούς δια ψυχρού ύδατος και οπωρών ο καθηγούμενος Αρχιμανδρίτης π. Νεκτάριος.

{youtube}YiI66TtDWXI{/youtube}