Πνευματική αποστολή του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων στην Βουλγαρία (Γ’ ΜΕΡΟΣ)

Loading...


Α΄Μέρος & Β’ Μέρος
Ο επόμενος -και τελευταίος- προορισμός μας στην πνευματική αυτήν αποστολή, ήταν η Σόφια, η πρωτεύουσα και μεγαλύτερη πόλη της Βουλγαρίας, μία πόλη με πληθυσμό περίπου δύο εκατομμυρίων κατοίκων.

Κατά την ρωμαϊκή εποχή η πόλη ονομαζόταν Σαρδική η Σερδική και αποτελούσε κομβικό σημείο του Ρωμαϊκού δρόμου από τη Ναϊσό (τη σημερινή πόλη Νις της Σερβίας) στην Κωνσταντινούπολη, ενώ από τα μέσα του 6ου αιώνα -με το όνομα Τριαδίτσα- έγινε σημαντικό διοικητικό κέντρο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Τον 9ο αιώνα, πήρε το σλαβικό όνομα Σρεντέτς (=κεντρική πόλη). Από τις αρχές του 15ου αιώνα η πόλη μετονομάστηκε σε Σόφια -από τη βασικότερη εκκλησία της περιοχής, την βασιλική της Αγίας Σοφίας (Sveta Sofia) και ανακηρύχθηκε πρωτεύουσα του Βουλγαρικού κράτους, στις 03.04.1879, μετά την απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό.

Φθάνοντας στην Σόφια, πήγαμε στην Πατριαρχική κατοικία, όπου επισκεφθήκαμε τον Μακαριώτατο Μητροπολίτη Σόφιας και Πατριάρχη πάσης Βουλγαρίας κ.κ.Μάξιμο. Ο Πατριάρχης γεννήθηκε το 1914 στο χωριό Όρεσακ, το οποίο βρίσκεται στο κέντρο του ορεινού όγκου του Αίμου, κοντά στη μονή του Τρόγιαν. Εξελέγη Πατριάρχης στις 4 Ιουλίου 1971, διαδεχόμενος τον προκάτοχό του Κύριλλο.

Όταν μπήκαμε στο αρχονταρίκι της Πατριαρχικής κατοικίας με την Ιερά Εικόνα των Ισαποστόλων Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης με το Τίμιο Ξύλο, συγκινήθηκε τόσο πολύ όταν την είδε, που στάθηκε αρκετή ώρα όρθιος -υποβασταζόμενος υπό των δύο ιεροδιακόνων του- και την ατένιζε, προτού την προσκυνήσει.

Ο γηραιός Πατριάρχης, ο οποίος διανύει το 98ο έτος της ηλικίας του, μας εντυπωσίασε με την απλότητά του, με την παιδική του γλυκύτητα, την ευαισθησία, αλλά και με τη σοφία του.
Κατά τη διάρκεια της συζήτησης που είχαμε μαζί του, μας μετέφερε πολλά από τη σοφία του και την πνευματική του πείρα-εμπειρία, ως Πατριάρχης -αξίωμα το οποίο υπηρετεί επί 41 συναπτά έτη. Μεταξύ των άλλων, μας διηγήθηκε την πρώτη ειρηνική του επίσκεψη -ως Πατριάρχης πάσης Βουλγαρίας- στα Ιεροσόλυμα, επί Πατριάρχου Ιεροσολύμων Βενεδίκτου Α .

Φυλάσσει μέχρι σήμερα, όπως μας είπε ο γηραιός Πατριάρχης -ως ιερό κειμήλιο- το εγκόλπιο-δώρο, το οποίο του προσέφερε ο τότε Πατριάρχης Ιεροσολύμων Βενέδικτος Α .

Πριν από μερικά χρόνια, σε επίσκεψη που έκανε -μαζί με την συνοδεία του- στη μονή του Τιμίου Προδρόμου (Lopushna Monastery), έχασε την ωραία πορσελάνινη -με σμάλτο φιλοτεχνημένη- εικόνα της Θεοτόκου, η οποία κοσμούσε το εγκόλπιο-δώρο που του είχε χαρίσει ο Πατριάρχης Βενέδικτος.
Στενοχωρήθηκε πολύ και θεώρησε αυτό το γεγονός ως κακό σημάδι.
Σκεπτόταν, τι θα έλεγε στον Μακαριστό Πατριάρχη Βενέδικτο Α , όταν θα τον συναντούσε στους Ουρανούς; Θα του έλεγε ότι έχασε το δώρο-ευλογία που εκείνος με τόση αγάπη του είχε χαρίσει; Παρεκάλεσε τους πατέρες που τον συνόδευαν, να επιστρέψουν στο μοναστήρι και να το αναζητήσουν. Οι πατέρες έψαξαν και βρήκαν την περίτεχνη μικρή εικόνα να στέκεται όρθια και ανέπαφη, σε ένα σκαλοπάτι έξω από τον ναό της μονής Lopushna. Χάρηκε αφάνταστα που τελικά την βρήκε, και από τότε το εγκόλπιο-δώρο ήταν γι’ αυτόν ένα ιδιαίτερο κειμήλιο από την Αγία Γη και μία ιδιαίτερη ευλογία από τα Ιεροσόλυμα.

Αφού πήραμε την ευχή του και τις πολλές εγκάρδιες  ευχαριστίες του για την επίσκεψή μας, τις ευχές και τα σέβη του για τον Μακαριώτατο Πατριάρχη Ιεροσολύμων κ.κ.Θεόφιλο Γ , μας είπε πως είναι πολύ μεγάλη η επιθυμία του -πριν φύγει για την άλλη ζωή- να αξιωθεί να υποδεχθεί την Α.Θ.Μακαριότητα τον Προκαθήμενο της Σιωνίτιδος Εκκλησίας κ.κ.Θεόφιλο Γ σέ μία ειρηνική του επίσκεψη στην Σόφια, στην Βουλγαρία.
«Αν και είμαι πολύ μεγάλος σε ηλικία», μας είπε, «θέλω πάρα πολύ να μας δώσει την μεγάλη χαρά, την τιμή και τήν  ευλογία να μας επισκεφθεί ο Πατριάρχης. Θέλω να τον καλωσορίσω κοντά μας, να τον δεχθώ και να τον τιμήσω όπως τότε, στην Αγία Γη, με είχε δεχθεί και με είχε τιμήσει ο γηραιός Πατριάρχης Ιεροσολύμων Βενέδικτος Α ».

Τον βεβαιώσαμε ότι θα μεταφέρουμε την επιθυμία του στον Πατριάρχη μας, όταν επιστρέψουμε στην Αγία Γη. Πήραμε την ευλογία του και βγαίνοντας από την Πατριαρχική κατοικία μας περίμενε μεγάλη υποδοχή 60-70 ιερέων και Αρχιερέων στον Ιερό Ναό της Αγίας Κυριακής -ο οποίος ευρίσκεται δίπλα ακριβώς στην Πατριαρχική κατοικία- όπου φθάσαμε με πομπή. Εκεί μας ανέμενε πλήθος πιστών, οι οποίοι υπομονετικά περίμεναν για να προσκυνήσουν την Ιερή Εικόνα με το Τίμιο Ξύλο.

Η Αγία Κυριακή (Sveta Nedelya), με τον θεόρατο θόλο της, είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα νεοβυζαντινής αρχιτεκτονικής. Ο ναός αυτός χτίστηκε τον 19ο αιώνα πάνω στα ερείπια παλαιοτέρου ναού από την Μεσαιωνική περίοδο, ενώ η πρώτη εκκλησία -ξύλινη με πέτρινα θεμέλια- είχε κτιστεί κατά τον 10ο αιώνα.
Σήμερα, ο Ιερός Ναός της Αγίας Κυριακής είναι η έδρα της Μητρόπολης της Σόφιας.

Κατόπιν επισκεφθήκαμε τον Καθεδρικό Ναό της Σόφιας (τον μεγαλύτερο ναό της Βουλγαρίας και έναν από τους μεγαλύτερους ναούς των Βαλκανίων), ο οποίος είναι αφιερωμένος στον Άγιο Αλέξανδρο Νιέφσκυ (Sveti Aleksandαr Nevsky). Είναι μία υπέροχη πεντάκλιτη επιβλητική εκκλησία -σε νεοβυζαντινό ρυθμό, με ένα θεαματικό καμπαναριό, με χάλκινους και χρυσούς θόλους (ο κεντρικός χρυσός θόλος του ναού έχει ύψος 45 περίπου μέτρα), οι οποίοι σε καθηλώνουν με τη μεγαλοπρέπειά τους.

Στο εσωτερικό του ναού τα βιτρό, οι τοιχογραφίες και οι επιβλητικοί θρόνοι από ελεφαντόδοντο κλέβουν την παράσταση. Στον κύκλο του τρούλου αναγράφεται με ωραία χρυσά γράμματα η προσευχή «Πάτερ ημών». Ο ναός έχει εξαιρετική ακουστική, καλύπτει επιφάνεια 3.170τ.μ. και μπορεί να χωρέσει εκκλησίασμα 5.000 ανθρώπων.

Χτίστηκε μετά το τέλος του Ρωσοτουρκικού πολέμου του 1878 (μεταξύ 1882 και 1912), σε ανάμνηση των 200.000 πεσόντων Ρώσων στρατιωτών κατά την απελευθέρωση της Βουλγαρίας από τον Οθωμανικό ζυγό. Θεωρείται η καρδιά της πόλης και είναι το μνημείο-ναός που έχει φωτογραφηθεί περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο στη Βουλγαρία.
Εκεί, προσκυνήσαμε τα ιερά λείψανα του Αγίου Αλεξάνδρου Νιέφσκυ (δώρο της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στον συγκεκριμένο ναό), τα οποία είναι τοποθετημένα σε περίτεχνη λειψανοθήκη.

Ο Αλέξανδρος Γιαροσλάβιτς «Νιέφσκυ» είναι μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της μεσαιωνικής Ρωσίας και άγιος της Ρωσικής Εκκλησίας (από το 1547). Επίσης είναι γνωστός και ως Τσάρος Οσβομποντιτέλ (Tsar Osvoboditel), δηλαδή «Τσάρος Ελευθερωτής».
Δίπλα στην εκκλησία του Αγίου Αλεξάνδρου Νιέφσκυ βρίσκεται η βασιλική της Αγίας Σοφίας (Sveta Sofia), την οποία επισκεφθήκαμε κατόπιν. Ο ναός αυτός -της του Θεού Σοφίας- είναι ο θεματοφύλακας της ιστορίας της πόλης, με μεγάλη πολιτισμική και ιστορική αξία και -ως παλλόμενη καρδιά- χτυπά στον ρυθμό της πανέμορφης αυτής πρωτεύουσας, η οποία και πήρε το όνομά της από αυτόν τον ιερό ναό. Τυλιγμένη μέσα σε πολλούς θρύλους, η εκκλησία αυτή αποτελεί μία από τις σημαντικότερες παλαιοχριστιανικές βασιλικές στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Οικοδομήθηκε το 450-457 μ.Χ. πάνω στα θεμέλια τεσσάρων αρχαιότερων κοιμητηριακών ναών.

Κατά την τουρκοκρατία η εκκλησία χρησιμοποιήθηκε ως αποθήκη πολεμικών λαφύρων των Τούρκων, από τις νίκες τους στη Δυτική Ευρώπη. Κατόπιν την έκαναν τζαμί,  προσέθεσαν μιναρέ και λειτούργησε ως μουσουλμανικό τέμενος πάνω από δύο αιώνες.

Το 1818 καταστρέφεται το ανατολικό της μέρος -μετά από μία ισχυρή σεισμική δόνηση και γκρεμίζεται ο μιναρές. Οι Τούρκοι διορθώνουν τις ζημιές, αλλά το 1858 μία δεύτερη σεισμική δόνηση γκρεμίζει και πάλι τον μιναρέ και το βόρειο τμήμα του νάρθηκα και σκοτώνονται εντός του ναού, οι δυό γιοι του Χότζα. Ο θάνατός τους έγινε δεκτός ως κακός οιωνός από τους Τούρκους, οι οποίοι εγκαταλείπουν οριστικά το κτίριο.
Κατόπιν χρησιμοποιήθηκε ως αποθήκη φωταερίου για τον φωτισμό της πόλης και το 1892 στον τρούλο του κτίζεται παρατηρητήριο των πυροσβεστών. Το 1900 αρχίζει σιγά-σιγά η ανασυγκρότησή του για παρεκκλήσι, ενώ το 1955 ανακηρύσσεται σπουδαίο μνημείο πολιτισμού.

Ο ιστορικός αυτός ναός είναι, όπως ήδη αναφέραμε, αφιερωμένος στην Αγία του Θεού Σοφία, όπως και η Αγία Σοφία της Κωνσταντινούπολης. Με την πάροδο όμως των αιώνων συνδέθηκε και με τέσσερις ακόμα σπουδαίες Άγιες Σοφίες οι οποίες τιμήθηκαν σε αυτόν τον ναό, δηλαδή με την Αγία Σοφία και τις τρεις θυγατέρες της (την Πίστη, την Ελπίδα και την Αγάπη), και με άλλες τρεις Άγιες Σοφίες, οι οποίες τιμώνται στη Βουλγαρία.
Ο ναός αποτελεί ένα από τα σύμβολα και καυχήματα της Σόφιας και είναι η ανάδοχός της. Η βουλγαρική πρωτεύουσα έχει καθιερώσει ως εορτή της, η Ημέρα της Σόφιας, την 17η Σεπτεμβρίου (μνήμη Αγ.Σοφίας, Πίστεως, Ελπίδος και Αγάπης).

Εντός του ναού γίνονται -αυτό το χρονικό διάστημα- αρχαιολογικές ανασκαφές και μάλιστα έχει βρεθεί η υπόγεια πλέον νεκρόπολη με πολλούς τάφους, με τοιχογραφίες, υπέροχα μωσαϊκά, εικόνες, κατακόμβες. Όλα αυτά τα ευρήματα αναστηλώνονται και συντηρούνται για να μπορέσουν να γίνουν προσβάσιμα για τους επισκέπτες, μέσα σε ένα μοναδικό υπόγειο μουσείο.

Αφήνοντας τον υπέροχο Ιερό Ναό της Αγίας Σοφίας περάσαμε ακριβώς απέναντι, στο κτίριο της Ιεράς Συνόδου. Βρίσκεται στην πλατεία του Αγίου Αλεξάνδρου Νιέφσκυ. Πρόκειται για ένα λαμπρό νεοκλασικό κτίριο χαρακτηριστικό του οποίου είναι τα σμαλτωμένα κόκκινα και χρυσά τούβλα.
Χτίστηκε το διάστημα 1906-1908. Διάφορα γλυπτά που κοσμούσαν την πρόσοψη του ναού καταστράφηκαν κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου.

Μπροστά στην είσοδο υπάρχει ένα ωραίο κεντρικό μωσαϊκό το οποίο απεικονίζει τρεις παλαιούς ιεράρχες, τον Ιλαρίωνα της Μακαριόπολης (Metropolite Ilarion Makariopolski), τον Αυξέντιο του Βέλες (Metropolite Avksentiy Veleshki) και τον Παϊσιο της Φιλιππούπολης. Λόγω του ότι η Φιλιππούπολη λέγεται σήμερα Plovdiv (Πλόβντιβ), ο τελευταίος είναι γνωστός και ως Παΐσιος του Πλόβντιβ (Metropolite Paisiy Plovdivski).
Οι τρεις αυτοί ιεράρχες ήταν οι αρχηγοί στους αγώνες για την ανεξαρτησία της Βουλγαρικής Εκκλησίας. Θεωρούνται οι πατέρες της Βουλγαρικής Εκκλησίας, διότι με τις ενέργειές τους δημιουργήθηκε το Βουλγαρικό Εξαρχάτο. Ο Ιλαρίων της Μακαριόπολης ήταν ελληνοτραφής και έγινε μέλος της πρώτης Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Βουλγαρίας.

Ο Αρχιγραμματέας της Ιεράς Συνόδου, ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Στοβίου κ.Ναούμ, μας υποδέχθηκε και μας ξενάγησε σε όλους τους χώρους της Ιεράς Συνόδου. Είδαμε εκεί, την αίθουσα των συνεδριάσεων της Ιεράς Συνόδου, τα γραφεία, τις αίθουσες υποδοχής, τα αρχονταρίκια. Το κτίριο αυτό αποτελεί σήμερα και την κατοικία όλων των ιεραρχών και συνοδικών, καθώς και το γραφείο του Πατριάρχου.

Καθώς η πνευματική αποστολή του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων στην Βουλγαρία -με τον Τίμιο και Ζωοδόχο Σταυρό- πλησίαζε στο τέλος της, επιστρέψαμε στον μητροπολιτικό ναό της Αγίας Κυριακής για να παραλάβουμε την Ιερά Εικόνα με το Τίμιο Ξύλο. Ο βοηθός Επίσκοπος του Πατριάρχου, Θεοφιλέστατος κ.Ιωάννης μας πληροφόρησε ότι μέσα στο μικρό χρονικό διάστημα που έμεινε η Ιερά Εικόνα στην εκκλησία, είχαν προσκυνήσει τον Τίμιο Σταυρό περίπου τρεις χιλιάδες πιστοί.

Ξεκινήσαμε -για το ταξίδι της επιστροφής μας στην Αγία Γη- μέσα σε κλίμα πολύ φορτισμένο συγκινησιακά. Όλοι μας αποχαιρετούσαν δακρυσμένοι και έραιναν την Ιερά Εικόνα με ροδοπέταλα και ροδόσταμο. Δεν ήταν δυνατόν να φύγουμε από το μεγάλο πλήθος των πιστών. Μπήκαμε τελικά στο αυτοκίνητο βουβοί από την συγκίνηση.

Στο αεροδρόμιο μας συνόδευσαν ο Πατριαρχικός Επίτροπος και αντικαταστάτης του Πατριάρχου, Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Σλύβεν κ.Ιωαννίκιος, ο Αρχιγραμματέας της Ιεράς Συνόδου Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Στοβίου κ.Ναούμ, ο Ζνεπόλεως κ.Ιωάννης και αρκετοί ιερείς και διάκονοι.

Μόλις φθάσαμε στο αεροδρόμιο, κάναμε και πάλι δέηση. Ασπάστηκαν ξανά τον Τίμιο Σταυρό οι Αρχιερείς και οι κληρικοί που μας συνόδευαν, και -στη συνέχεια- όλο το προσωπικό του αεροδρομίου και της τουριστικής αστυνομίας που ήταν κοντά μας -άγρυπνος φρουρός- όλο αυτό το δεκαήμερο.

Εκτιμώντας αυτήν την ταπεινή μας αποστολή στη Βουλγαρία, που πραγματοποιήθηκε με την ευλογία του Ελληνορθοδόξου Πατριαρχείου μας των Ιεροσολύμων, θεωρούμε ότι ήταν για μας μια αξέχαστη εμπειρία αγάπης και αβραμιαίας φιλοξενίας από όλους τους αδελφούς μας στη Βουλγαρία, κληρικούς και λαϊκούς. Πιστεύουμε ότι πέτυχε ο σκοπός της επίσκεψής μας, που δεν ήταν άλλος από το να ωφεληθούν πνευματικά και να προσκυνήσουν όλοι εκείνοι, οι οποίοι -λόγω κρίσεως οικονομικής- αδυνατούν να επισκεφτούν τους Αγίους Τόπους.

Έγινε λαϊκό προσκύνημα ο Τίμιος Σταυρός παντού όπου πηγαίναμε, και υποδέχονταν με τιμές αρχηγού κράτους  την Ιερά Εικόνα των Ισαποστόλων Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης με το τεμάχιο του Τιμίου Ξύλου, το οποίο ευρίσκεται στο κέντρο της εικόνας. Η συγκίνηση για εμάς ήταν μεγάλη.

Θαυμάσαμε την πίστη των προσερχομένων πιστών και την κατάνυξή τους στις δεήσεις και τις ιερές ακολουθίες. Θαυμάσαμε την προσωπικότητα του Μακαριωτάτου Πατριάρχου πάσης Βουλγαρίας κ.κ.Μαξίμου, αλλά και των Αρχιερέων και ιερέων, που όλοι τους είναι εξαιρετικοί. Ο ένας καλύτερος από τον άλλον. Αρχιερείς και ιερείς με μόρφωση πνευματική, αγιοπατερική, αλλά και κατά κόσμον. Σχεδόν οι περισσότεροι γνωρίζουν την ελληνική γλώσσα  και είναι πτυχιούχοι Θεολογίας, από τα πανεπιστήμια των Αθηνών και της Θεσσαλονίκης.

Η πνευματική αυτή αποστολή πέτυχε μία ακόμα μεγαλύτερη σύσφιξη των σχέσεων μεταξύ της Σιωνίτιδος Εκκλησίας των Ιεροσολύμων με την Εκκλησία της Βουλγαρίας. Πληροφορηθήκαμε επίσης -από τον ίδιο τον κλήρο- ότι το Ελληνορθόδοξο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων είχε παλαιότερα πολλά μετόχια στη Βουλγαρία, στις περισσότερες επαρχίες της χώρας. Όμως, λόγω των καθεστώτων και των κυβερνήσεων, χάθηκαν όλα.
Ελπίζουμε στο μέλλον τα Ιεροσόλυμα να αποκτήσουν ακόμα μεγαλύτερη και στενότερη πνευματική σχέση με την ευλογημένη αυτή χώρα.
Είθε ο Πανάγιος Θεός να τους ευλογεί σε όλες τους τις σκέψεις και ενέργειες.

Αρχιμανδρίτης Ιγνάτιος
Ηγούμενος Ιεράς Μονής των Ποιμένων, Βηθλεέμ