Πνευματική αποστολή του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων στην Βουλγαρία (Α’ ΜΕΡΟΣ)

Loading...


Με την ευλογία του Μακαριωτάτου Πατριάρχου Ιεροσολύμων κ.κ. Θεοφίλου Γ καί της Αγίας και Ιεράς Συνόδου, συνοδεύσαμε μαζί με τον π. Ιουστίνο –ηγούμενο του Φρέατος του Ιακώβ- την Ιερά Εικόνα των Αγίων Ισαποστόλων Κωνσταντίνου και Ελένης, η οποία εμπεριέχει τεμάχιον Τιμίου Ξύλου, σε διάφορες πόλεις, επαρχίες και μητροπόλεις του Πατριαρχείου Βουλγαρίας -προς ευλογίαν και πνευματικήν ενίσχυσιν των πιστών.

Η πνευματική αυτή αποστολή του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων στην Βουλγαρία διήρκησε δέκα ημέρες -από την 26ην Ιουνίου έως και την 5ην Ιουλίου 2012- και πραγματοποιήθηκε κατόπιν αιτήσεως του Μακαριωτάτου Μητροπολίτου Σόφιας και Πατριάρχου πάσης Βουλγαρίας κ.κ. Μαξίμου, ο Οποίος διάγει το 98ο έτος της ηλικίας του.

Την ευθύνη της οργάνωσης, του προγραμματισμού και την γενική επιμέλεια της προσκυνηματικής περιήγησης στη χώρα, είχε ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Δοροστόλου κ. Αμβρόσιος μαζί με τον Πρωτοσύγκελό του, Πρωτοπρεσβύτερο π. Ντόμπριτς (π. Ευάγγελος).

Ήταν ένα κοπιαστικό -αλλά ευλογημένο- προσκυνηματικό ταξίδι και για εμάς, σε ιερούς χώρους, σε εκκλησίες και μοναστήρια της Βουλγαρίας. Η Βουλγαρία έχει περίπου 4.720 ναούς, 600 παρεκκλήσια και μονές, καθώς και δύο Θεολογικές Σχολές -της Σόφιας και του Βελίκο Τύρνοβο- και τρία Τμήματα Θεολογίας -στα Πανεπιστήμια του Σούμεν, του Κάρτζαλι και του Πλόβντιβ (Plovdiv-Φιλιππούπολη).

Η προσκυνηματική περιήγηση της Ιεράς Εικόνας με το Τίμιο Ξύλο στην Βουλγαρία ξεκίνησε αμέσως μετά από την προσγείωσή μας στο αεροδρόμιο Όκπρομ, της Σόφιας. Εκεί, μας επιφυλάχθηκε λαμπρή υποδοχή από την Πατριαρχική Συνοδεία, η οποία αποτελείτο από τον Θεοφιλέστατο Επίσκοπο Ζνεπόλεως κ. Ιωάννη -βοηθό Επίσκοπό του Μακαριωτάτου και της Ιεράς Μητροπόλεως Σόφιας, από Πρωτοσυγκέλους Μητροπόλεων, από ιερείς, από ιεροδιακόνους, και από τον γενικό γραμματέα του Υπουργείου Θρησκευμάτων της Βουλγαρίας. Την ίδια ημέρα αναχωρήσαμε, με τη συνοδεία της τουριστικής αστυνομίας, για την παλαιά βυζαντινή πόλη Μεσημβρία

(Mesembria) -το σημερινό Νεσέμπαρ (Nesebar η Nessebur). Η πόλη αυτή ευρίσκεται στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας, σε απόσταση 600 χιλιομέτρων από την Σόφια και 20 χιλιομέτρων βόρεια από το Μπουργκάς (Πύργος). Την ονομάζουν, το Μαργαριτάρι της Μαύρης Θάλασσας η το Ντουμπρόβνικ (λιμάνι στην Αδριατική θάλασσα, της Δαλματίας της Κροατίας) της Μαύρης Θάλασσας.

Είναι μία ιστορική πόλη, μία Πόλη-Μουσείο, με ιστορία 3.000 χρόνων και με πολλά αρχαία Ρωμαϊκών, Ελληνιστικών και Βυζαντινών χρόνων. Έχει μεγάλη τουριστική κίνηση και είναι ένας από τους κυριώτερους τουριστικούς προορισμούς της Βουλγαρίας.

Στην θέση που ήταν η αρχαία πόλη Μεσημβρία βρίσκεται το σημερινό Νεσέμπαρ. Είναι κτισμένο πάνω σε μια βραχώδη χερσόνησο -παλαιότερα ήταν νησί- και ενώνεται με τη στεριά, με μία λωρίδα γης. Η μικρή καστροπολιτεία, με την ελληνική ψυχή, που θυμίζει έντονα τη Μονεμβασία, για χιλιάδες χρόνια αντέχει στο πέρασμα του χρόνου. Έχει πολλά αρχαιολογικά ερείπια της προχριστιανικής περιόδου, ακρόπολη, ναό του Απόλλωνα, αρχαία αγορά, τμήματα αρχαίων θρακικών τειχών. Έχει σαράντα βυζαντινές εκκλησίες, μεσαιωνικά μνημεία από την περίοδο που η πόλη αποτελούσε μία από τις σημαντικότερες περιοχές του Βυζαντίου στα δυτικά παράλια της Μαύρης Θάλασσας, ενώ τα ξύλινα σπίτια τα οποία έχουν κατασκευαστεί τον 19ο αιώνα αποτελούν χαρακτηριστικά δείγματα της αρχιτεκτονικής εκείνης της περιόδου.

Το 1983, λόγω της σημαντικής ιστορικής σημασίας της και λόγω των πολλών και διαφορετικών πολιτισμών που πέρασαν από αυτήν, η πόλη ανακηρύχθηκε από την UNESCO ως Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς, θεωρουμένη ως «Πόλη-Μουσείο». Σήμερα, το Νεσέμπαρ έχει πληθυσμό 12.000 κατοίκων.

Ο πρώτος οικισμός στην περιοχή δημιουργήθηκε από αρχαίους Θράκες. Στις αρχές του 6ου π.Χ. αιώνα, κατά τον δεύτερο ελληνικό αποικισμό, ιδρύθηκε ελληνική αποικία από Μεγαρείς (Έλληνες δωρικής καταγωγής), η οποία αποτέλεσε μεγάλο και σημαντικό εμπορικό κέντρο. Το 71 π.Χ. την κατέλαβαν οι Ρωμαίοι.

Το 1452 μ.Χ. παραχωρήθηκε -από τον Κωνσταντίνο ΙΑ’ τον Παλαιολόγο- στον Ούγγρο ηγεμόνα Ουνυάδη, ως αντάλλαγμα για τη συμμαχία του στον πόλεμο κατά των Τούρκων. Η κατάληψη της πόλης από τους Οθωμανούς, το 1453, σηματοδότησε την αρχή της παρακμής της. Η πόλη ωστόσο διατήρησε τα αρχιτεκτονικά της μνημεία. Το 1878, έγινε μέρος της αυτόνομης Οθωμανικής επαρχίας της Ανατολικής Ρωμυλίας, μέχρι την ένωσή της -το 1886- με την Βουλγαρία. Μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα η Μεσημβρία (Nesebar) αποτελούσε μια μικρή πόλη Ελλήνων κατοίκων, κυρίως ψαράδων και αμπελουργών.

Μετά την φυγή των Ελλήνων, το 1925, χτίστηκε το νέο τμήμα της πόλης και η ιστορική παλαιά πόλη αναστηλώθηκε. Ακόμα και σήμερα οι ντόπιοι την ονομάζουν πόλη του θεού Απόλλωνα.

Στην αρχαία βυζαντινή είσοδο της λαμπρής αυτής πόλεως, τύχαμε θερμής υποδοχής από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Σλίβεν κ. Ιωαννίκιο και από πλήθος ιερέων και πιστών. Με πομπή φθάσαμε στόν  Ιερό Ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, έναν υπέροχο μεγάλο Ναό με παλαιές ελληνικές βυζαντινές εικόνες -ο οποίος βρίσκεται στο κέντρο της Μεσημβρίας- όπου και λειτουργήσαμε.

Στην Αγία Τράπεζα του Ναού είναι γραμμένο στα ελληνικά ότι ο Ναός κτίστηκε με δαπάνες των ελλήνων κατοίκων της Μεσημβρίας και ότι εγκαινιάστηκε το έτος 1884.

Στην πόλη αυτή μείναμε δύο ημέρες για να έχουν τον χρόνο να προσκυνήσουν όλοι οι κάτοικοι της πόλεως, καθώς και επισκέπτες-προσκυνητές, οι οποίοι είχαν έρθει από την Ρωσία, την Ουκρανία και την Σερβία. Ο ναός έμεινε ανοικτός σχεδόν όλη τη νύκτα.

Κατά τη διάρκεια της διήμερης παραμονής μας στην Μεσημβρία επισκεφθήκαμε την πόλη της Αγχιάλου και την ανδρώα μονή του Αγίου Γεωργίου, που ευρίσκεται εκεί. Παλαιότερα, η μονή απείχε 20 χιλιόμετρα από την πόλη, η οποία έχει πλέον επεκταθεί κατά πολύ, με αποτέλεσμα η μονή του Αγίου Γεωργίου να βρίσκεται –σήμερα- εντός της πόλεως. Εκτός από προσκύνημα και μονή, λειτουργεί και ως ενορία για τους κατοίκους.

Θαυμάσαμε τις πολλές βυζαντινές εικόνες και, κυρίως, την θαυματουργική εικόνα του Αγίου Γεωργίου, η οποία θεωρείται μία από τις δέκα θαυματουργές εικόνες της χώρας. Ονομαστό μέχρι τις ημέρες μας είναι και το υπέροχο θαυματουργό αγίασμα του Αγίου Γεωργίου. Κρυστάλλινο νερό, ιαματικό, θαυματουργικό! Άξια λόγου επίσης, ήταν και η μεγάλη εικόνα του Αγίου Νικολάου -εικόνα του 1700- με αφιέρωση και δέηση στα ελληνικά.

Με τον ηγούμενο της μονής, ο οποίος μας συνόδευε, επισκεφθήκαμε στη συνέχεια και τον μοναδικό ελληνικό Ναό στην Αγχίαλο (Πομόρια), τον ιερό ναό της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος (1765).

Η Αγχίαλος (Πομόρια-Pomorie), κτισμένη στις παρυφές μιας μεγάλης πεδιάδας, η οποία ωνομαζόταν  -από την Βυζαντινή εποχή- κάμπος της Αγχιάλου, ιδρύθηκε τον 6ο π.Χ. αιώνα. Η αρχική της ονομασία ήταν Αγχιάλη, «Αγχιάλη πολίχνιον Απολλωνιατών» η Αγχιάλεια η Αγχίαλος. Στη Ρωμαϊκή εποχή μετωνομάστηκε σε Ουλπία η Ουλπιάνα και κατά την Βυζαντινή εποχή ωνομαζόταν  Αχωλός η Αχελώ.

Η Αγχίαλος διατήρησε συμπαγή ελληνικό πληθυσμό κατά την διάρκεια της Οθωμανικής κυριαρχίας. Μετά την Άλωση της Πόλης (1453) κατέφυγαν και εγκαταστάθηκαν στην Αγχίαλο μερικές από τις πιο επιφανείς οικογένειες του Βυζαντίου (Παλαιολόγοι, Καντακουζηνοί, Δούκες, Ράλληδες κ.α.). Οι Καντακουζηνοί της Αγχιάλου διακρίθηκαν στο εμπόριο και υπήρξαν προστάτες των γραμμάτων. Πολλοί Έλληνες, κάτοικοι της Αγχιάλου, ήταν μέλη της Φιλικής Εταιρείας ήδη, πριν από το 1819.

Μετά την έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, στην Αγχίαλο απαγχονίστηκαν ο Μητροπολίτης Ευγένιος και πολλοί πρόκριτοι και ιερείς.
Η Αγχίαλος έγινε έδρα επισκόπου από τον 2ο μ.Χ. αιώνα. Κατά τη διάρκεια του 15ου αιώνα προήχθη σε Μητρόπολη. Είχε πολλές εκκλησίες, αλλά κάηκαν όλες το 1906 που η πόλη κατεστράφη. Διεσώθη μόνον -και υπάρχει μέχρι σήμερα- ο ελληνικός Ναός της Μεταμορφώσεως του Χριστού -τον οποίο και επισκεφθήκαμε- καθώς και η μονή του Αγίου Γεωργίου, (για την οποία έχουμε μιλήσει πιο πάνω), η οποία κτίστηκε το 1856 από την ελληνική κοινότητα και έχει μεγάλη περιουσία σε κτήματα, αμπέλια και αλυκές.

Σύμφωνα με ελληνικές πηγές, στα μέσα του 19ου αιώνα η Αγχίαλος είχε 4.000 Έλληνες και 50 οικογένειες Τούρκων, εν ω στα τέλη του 19ου, και στις αρχές του 20ου αιώνα, κατοικούσαν στην πόλη 5.800 Έλληνες, σε σύνολο περίπου 6.000 κατοίκων. Οι επίσημες βουλγαρικές στατιστικές δίνουν ότι η Αγχίαλος είχε 5.365 Έλληνες κατοίκους το 1893 και το 1900 είχε 4.579 Έλληνες κατοίκους.

Πόσα λοιπόν να πρωτοδιηγηθή και να γράψη κανείς για το ένδοξο ιστορικό παρελθόν της πόλεως της Αγχιάλου και των Ελλήνων κατοίκων αυτής; Σήμερα η πόλη ονομάζεται -στα Βουλγαρικά- Πομόρια (Pomorie), όνομα το οποίο διατηρεί την ελληνική ετυμολογία, καθώς σημαίνει «παρά την θάλασσαν» (po=κοντά, more=θάλασσα) και είναι μια μοντέρνα πόλη με πολλά ξενοδοχεία και πολύ τουρισμό, η οποία -παράλληλα- διατηρεί μέρος των αρχαιοτήτων της και της μακραίωνης πολιτιστικής της κληρονομιάς.

Αφήνοντας τις πόλεις της Μεσημβρίας και της Αγχιάλου, με την εικόνα των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης με τον Τίμιο Σταυρό, φθάνουμε σε μια άλλη ονομαστή πόλη, την πόλη της Δοροστόλου, της σημερινής Σιλίστρας (Silistra).

Εκεί, στην κεντρική πλατεία της Σιλίστρας, είχαμε –λόγω του Τιμίου Σταυρού- λαμπρή υποδοχή, από πλήθος κόσμου.
Μας υποδέχθηκε θερμότατα ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Δοροστόλου κ. Αμβρόσιος, μαζί με άλλους Αρχιερείς, τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Βάρνης και Μεγάλης Πρεσλάβας κ. Κύριλλο, τον Θεοφιλέστατο Επίσκοπο Δεβόλεως κ. Θεοδόσιο -ηγούμενο της Μονής του Τρωϊάν, δύο Αρχιερείς από το Πατριαρχείο της Ρουμανίας και πλήθος ιερέων, μοναζουσών, πιστών και προσκυνητών από άλλες επαρχίες, πόλεις και χωριά της Βουλγαρίας, καθώς και από την Ρουμανία.

Με λαμπρή πομπή και λιτανεία φθάσαμε στον μητροπολιτικό ναό των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου. Εκεί ετελέσθη δέησις, αγιασμός και, στη συνέχεια, έγιναν προσφωνήσεις και αντιφωνήσεις, εκ μέρους του Πατριαρχείου των Ιεροσολύμων -από τον Αρχιμανδρίτη π. Ιουστίνο, ηγούμενο του Φρέατος του Ιακώβ- και εκ μέρους του Πατριάρχου Βουλγαρίας κ.κ. Μαξίμου -από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Δοροστόλου κ.Αμβρόσιο.

Στην παραποτάμια (είναι δίπλα στον ποταμό Δούναβη) πόλη της Σιλίστρας παραμείναμε για τέσσερις ημέρες.
Την μεθεπομένη ημέρα -παραμονή της εορτής των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου- πήγαμε, την Ιερά Εικόνα των Ισαποστόλων με το Τίμιο Ξύλο, στο χωριό Καλιπέτροβο. Το Καλιπέτροβο βρίσκεται σε απόσταση 60 χιλιομέτρων από την πόλη της Δοροστόλου. Εκεί τελέσθηκε ο Εσπερινός -με αγιασμό και αρτοκλασία, στον Ιερό Ναό του Αγίου Δημητρίου.

Ανήμερά της εορτής τών  Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου η θεία Λειτουργία και πανήγυρις τελέσθηκε στον ομώνυμο ναό στην πόλη της Σιλίστρας με λιτάνευση της Ιεράς Εικόνος με το Τίμιο Ξύλο.

Συλλειτούργησαν ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Δοροστόλου Αμβρόσιος, ο Βάρνης και Μεγάλης Πρεσλάβας Κύριλλος, ο Δεβόλεως Θεοδόσιος, ο Στοβίου Ναούμ -Αρχιγραμματέας της Ιεράς Συνόδου, ο Βελίκης Σιώνιος -Σχολάρχης της Εκκλησιαστικής Σχολής της Μητροπόλεως Σόφιας και ηγούμενος της Ιεράς ανδρώας Μονής του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου Λοπούσνα (Lopushna) και ο Αγαθονικίας Μπόρις -ηγούμενος της Ιεράς Μονής Μπάτσκοβο.

Η πόλη αυτή, της Δοροστόλου (Σιλίστρας), ευρίσκεται στο βορειοανατολικό άκρο της Βουλγαρίας, στην δεξιά όχθη του ποταμού Δούναβη (στην αριστερή όχθη του ποταμού, ευρίσκεται η Ρουμανία). Η πόλη ήταν γνωστή και ως Δουρόστολος η Ντράσταρ και, αργότερα, ήταν γνωστή και ως Θεοδωρόπολις, από τον Άγιο Θεόδωρο τον Στρατηλάτη, ο οποίος -λέγεται- ότι βοήθησε τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου Ιωάννη Τσιμισκή, το 970-971 μ.Χ., στη μάχη του Δουροστόλου.

Είναι μία ωραία πόλη με ερείπια Ρωμαϊκών και Βυζαντινών χρόνων, με βυζαντινές Εκκλησίες, με κάστρο μεσαιωνικό και πολλά μνημεία, με ένα υπέροχο αρχαιολογικό μουσείο και πολλά άλλα εκθέματα. Η πόλη καλύπτει μια περιοχή 516 χιλιομέτρων με 18 χωριά και έχει πληθυσμό 36.000 κατοίκων.

Επόμενη στάση της αποστολής μας ήταν η πόλη Τέρβελ, στη νότια Βουλγαρία, και ο Ναός του Αγίου Γεωργίου, όπου -και εδώ- τέθηκε σε προσκύνημα η Ιερά Εικόνα με το Τίμιο Ξύλο. Η πόλη αυτή -σύμφωνα με βυζαντινές πηγές- έλαβε το όνομά της από τον Χαν (=αρχηγός, ηγεμόνας) Τέρβελ η Τερβέλη, ο οποίος ήταν αυτοκράτορας της Βουλγαρίας στην αρχή του 8ου μ.Χ. αιώνα. Ο Τέρβελ ήταν Χριστιανός, όπως και ο παππούς του Χαν Κουμπράτ. Ήταν γιος του Ασπαρούχ, του ιδρυτού του Βουλγαρικού κράτους.

Το 704 μ.Χ. βοήθησε τον έκπτωτο αυτοκράτορα Ιουστινιανό Β’ να ανακαταλάβη τον θρόνο του. Μετά την επανενθρόνισή του, ο Ιουστινιανός Β’ έδωσε στον Τέρβελ το χέρι της κόρης του, τον τίτλο του Καίσαρα και την περιοχή Ζαγόρα (Στάρα Ζαγκόρα=Παλαιά Ζαγορά).

Επόμενος σταθμός μας, για προσκύνηση των κατοίκων, ήταν η πόλη του Μεγάλου Τυρνόβου, το σημερινό Βέλικο Τάρνοβο. Είναι μία πόλη της βορειοκεντρικής Βουλγαρίας, κτισμένη στις όχθες του ποταμού Γιάντρα (παραπόταμος του Δούναβη). Εκεί, στον πανέμορφο βυζαντινό ναό της Αναστάσεως -ο οποίος εγκαινιάστηκε πρόσφατά- μας ανέμεναν ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Μεγάλου Τυρνόβου κ. Γρηγόριος, μαζί με πλήθος ιερέων και πιστών.

Η παλαιά πόλη ήταν κτισμένη σε τρεις λόφους, στον Τσάραβετς, στην Τραπέζιτσα και την Σβέτα Γόρα (=Ιερό Βουνό).
Ο λόφος της Τραπέζιτσας είναι διάσημος για τις ορθόδοξες εκκλησίες που υπάρχουν εκεί.

Το Βέλικο Τάρνοβο ήταν η μεσαιωνική πρωτεύουσα της Βουλγαρίας. Ήταν γνωστή ως η πρωτεύουσα της δεύτερης Βουλγαρικής αυτοκρατορίας και συχνά αναφέρεται ως «η πόλη των Τσάρων». Κατά τους βυζαντινούς χρόνους ήταν η δεύτερη σημαντικότερη πόλη, μετά την Κωνσταντινούπολη. Ήταν πόλη κοσμοπολίτικη, με πολλούς ξένους εμπόρους και διπλωμάτες.

Από τον 12ο  μέχρι και τον 14ο μ.Χ. αιώνα το Βέλικο Τάρνοβο ήταν το ισχυρότερο οχυρό της Βουλγαρίας, αλλά και το πιο σημαντικό πολιτικό, οικονομικό και θρησκευτικό κέντρο της αυτοκρατορίας. Ο Βούλγαρος ιερέας Γκρέγκορι Τσαμπλάκ (Γρηγόριος Τσαμπλάκος), 14ος μ.Χ. αι., περιγράφει την πόλη ως “μία πολύ μεγάλη και πανέμορφη πόλη, η οποία περιτριγυριζόταν με τείχη και είχε 12.000 με 15.000 κατοίκους».

Από το 17ο μ.Χ. αιώνα, οι Μητροπολίτες Τυρνόβου ώρισαν την ελληνική γλώσσα για τις λειτουργίες, ίδρυσαν ελληνικό σχολείο και ελληνική βιβλιοθήκη. Οι Φαναριώτες ηγεμόνες συνέχισαν αυτό το έργο.

Σήμερα, είναι σημαντικό διοικητικό, οικονομικό και εκπαιδευτικό κέντρο στην Βόρεια Βουλγαρία. Προσελκύει πολύ τουρισμό λόγω της σπουδαίας αρχιτεκτονικής της παλαιάς πόλης και συνδυάζει προϊστορική, θρακική και αρχαία κληρονομιά.
(συνεχίζεται)

Αρχιμανδρίτης Ιγνάτιος
Ηγούμενος Ιεράς Μονής των Ποιμένων, Βηθλεέμ