Ιστορικές εξελίξεις που εκθέτουν την ελληνορθόδοξη κοινότητα: Τι λέει το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων για την εκποίηση

Loading...


Εν μέσω κατακραυγής, η Εκκλησία υπερασπίζεται τις πωλήσεις της γης στην Ιερουσαλήμ, τη Jaffa και την ΚαισάρειαΒουλευτές και ιδιοκτήτες κατοικιών βρίσκονται «στα όπλα», οι Παλαιστίνιοι Χριστιανοί λένε ότι οι συμφωνίες είναι παράνομες και το Ορθόδοξο Πατριαρχείο υποστηρίζει ότι «η πίεση του Ισραήλ μας ανάγκασε να πουλήσουμε εκτάσεις», οι οποίες, σε κάθε περίπτωση, «δεν έχουν θρησκευτική σημασία».

Το Ελληνορθόδοξο Πατριαρχείο των Ιεροσολύμων, σπάζοντας μια πρακτική δεκαετιών σύμφωνα με την οποία μίσθωνε γη στο Ισραήλ, επέλεξε να προχωρήσει σε πώληση εκτάσεων αφού, σύμφωνα με κύκλους της Εκκλησίας, δεν μπορεί πλέον να αντέξει την πίεση που του ασκείται από τις ισραηλινές αρχές.

Το θέμα πρόσφατα βρέθηκε στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων μετά την αποκάλυψη της συμφωνίας για πώληση -σε ιδιώτες επενδυτές- εκκλησιαστικής γης στην Ιερουσαλήμ, στην παραλία της Καισάρειας και στην πόλη της Jaffa, δίπλα στο Τελ Αβίβ.

Η στάση των αρχών του Ισραήλ
Τη Δευτέρα, προγραμματίστηκε συνάντηση των ανώτερων στελεχών της κρατικής Υπηρεσίας Διαχείριση Γης του Ισραήλ πρόκειται να αποφασίσουν τη στάση τους. Παράλληλα, η βουλευτής Rachel Azaria (μέλος του κόμματος Kulanu) προσπαθεί να προωθήσει νομοθεσία που θα μεταφέρει τις εκτάσεις αυτές στο κράτος με παροχή αποζημίωσης στους ιδιώτες.

Το Ελληνορθόδοξο Πατριαρχείο είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος ιδιοκτήτης γης στο Ισραήλ. Οι πωλήσεις, που αποκαλύφθηκαν κατά τη διάρκεια του Ιουλίου, έχουν προκαλέσει ανησυχία στους ισραηλινούς βουλευτές και αξιωματούχους καθώς οι αγοραστές παραμένουν άγνωστοι, με τις ισραηλινές αρχές εκφράζουν φόβους ότι εμπλέκεται το Ιράν ή και άλλες εχθρικές προς το Ισραήλ χώρες.

Οι αντιδράσεις των κατοίκων και των Αράβων χριστιανών
Η πώληση έχει προκαλέσει την έντονη αντίδραση και των κατοίκων που ζουν στα κτίρια που βρίσκονται στα εδάφη που πωλήθηκαν, ενώ στην Ιερουσαλήμ έχουν ήδη ξεκινήσει κινητοποιήσεις.

Η πώληση προκάλεσε την έντονη αντίδραση των Ορθόδοξων Παλαιστινίων, οι οποίοι αντιτίθενται στην ελληνική κυριαρχία στο Πατριαρχείο και επιδιώκουν την αντικατάστασή από παλαιστίνιους κληρικούς. Οι Παλαιστίνοι έφτασαν να ζητήσουν ακόμα και την απομάκρυνση του Πατριάρχη Θεόφιλου του ΙΙΙ.

Σε δήλωσή του την Κυριακή, το Αραβικό Κεντρικό Ορθόδοξο Συμβούλιο – το οποίο συγκέντρωσε 70 μέλη της εκκλησίας από όλη τη χώρα για να συζητήσουν το ζήτημα – χαρακτήρισε τις πωλήσεις γης «αμφισβητούμενες» και παράνομες, προσθέτοντας ότι ο Πατριάρχης δεν είχε δικαίωμα να προχωρήσει στην πώληση των εκτάσεων.

Σημείωσε ακόμα πως σύμφωνα με τον οθωμανικό νόμο ο Πατριάρχης είχε την υποχρέωση να διαχειρίζεται την εκκλησιαστική περιουσία σε συνεργασία με την τοπική κοινότητα λαϊκών, αλλά αντ ‘αυτού προτίμησε να κινηθεί στα «κρυφά».

«Τι εμποδίζει τον Πατριάρχη να ανακοινώσει τα ονόματα των αγοραστών;», αναφέρει η ανακοίνωση.

Η απάντηση του Πατριάρχη Θεόφιλου
Την περασμένη εβδομάδα, ο Πατριάρχης απευθύνθηκε στους επικριτές του με μια εκτενή δήλωση στα αραβικά, στην οποία επιδιώκει να απαντήσεις «στις κατηγορίες, τις ψευδείς δηλώσεις και την πλαστογράφηση των γεγονότων» των παλαιστίνιων αντιπάλων, οι οποίοι προσπαθούν «να εξυπηρετήσουν ύποπτους στόχους».

Οι ιστορικές συνθήκες που οδήγησαν στην «πτώση»- Τι αποκαλύπτει πηγή του Πατριαρχείου

Πηγή που συνδέεται στενά με το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, δήλωσε στους Times of Israel ότι οι Παλαιστίνιοι επικριτές του Πατριάρχη «δεν καταλαβαίνουν τις δυσκολίες και τις πιέσεις που ασκήθηκαν στο Πατριαρχείο αλλά ούτε και το πόσο μικρός ήταν ο έλεγχος που είχαμε πραγματικά πάνω σε αυτά τα εδάφη». Πρόσθεσε πως κανένα από τα εδάφη που πωλούνται δεν έχει θρησκευτική αξία, ενώ επιπλέον είπε, πως η Εκκλησία είχε εξαναγκαστεί να τα μισθώσει στο Ισραήλ τόσο φτηνά και για τόσο μεγάλες περιόδους που de facto, δεν υπήρχε καμία πιθανότητα να αποκτήσει πραγματικό έλεγχο πάνω τους.

Τη δεκαετία του 1950, η Παλιά Πόλη της Ιερουσαλήμ, η οποία αποτελεί έδρα του Ελληνορθόδοξου Πατριάρχη, εξακολουθούσε να είναι τμήμα της Ιορδανίας. Καθώς ο Πατριάρχης ήθελε να διατηρήσει τα εδάφη υπό την κυριαρχία του Πατριαρχείου αλλά δεν είχε διαπραγματευτική δύναμη, «το Ισραήλ κατάφερε να καθορίσει επαχθείς όρους εκμίσθωσης και πολύ χαμηλές τιμές», ανέφερε η πηγή. Καθώς ο Πατριάρχης ήταν στην Ιορδανία, ο Έλληνας πρόξενος υπηρέτησε ως απεσταλμένος και μάρτυρας της συμφωνίας των δύο μερών.

Κατά τη διάρκεια του πολέμου έξι ημερών το 1967, το Ισραήλ κατέκτησε την Παλιά Πόλη της Ιερουσαλήμ. Σήμερα, αυτή αποτελεί τμήμα της Ανατολικής Ιερουσαλήμ, για την οποία το Ισραήλ ισχυρίζεται ότι αποτελεί μέρος της πρωτεύουσάς του, όπως και οι Παλαιστίνιοι. Η διεθνής κοινότητα δεν αναγνωρίζει την ισραηλινή κυριαρχία στην Ιερουσαλήμ, έως ότου το ζήτημα επιλυθεί στο πλαίσιο της συνολικής ειρηνευτικής συμφωνίας μεταξύ Ισραηλινών και Παλαιστινίων.

Οι συμφωνίες με τις «περίεργες εταιρείες» και η επιθετική στάση της Ισραηλινής JNF

Η μίσθωση για την γη των 173 στρεμμάτων στην παράκτια περιοχή της Καισάρειας, που σήμερα αποτελεί τμήματα ενός εθνικού πάρκου, δεν μπορεί να λήξει πριν από το 2200, καθώς η συμφωνία που υπογράφηκε τη δεκαετία του 1970 έχει διάρκεια 135 χρόνια, με δυνατότητα ανανέωσης για άλλα 100 έτη.

Πρόσφατα αποκαλύφθηκε ότι η γη αυτή πωλήθηκε το 2015 για 1 εκατομμύριο δολάρια στην Saint Ventures, offshore εταιρεία με έδρα στη νήσο του Αγίου Βικεντίου.

Παρόμοια συμφωνία έγινε και για μια μικρότερη έκταση, περίπου 1,5 στρέμματος γύρω από τον Πύργο του Ρολογιού της Jaffa, η οποίο πωλήθηκε το 2013 για περίπου 1,8 εκατομμύρια δολάρια σε μια άλλη εταιρεία με έδρα στην Καραϊβική, με την ονομασία Bona Trading.

Οι δύο εταιρείες θεωρείται ότι συνδέονται με ουκρανό επιχειρηματία, με στενή σχέση με τον Πατριάρχη και με Εβραίου επιχειρηματία από το Ηνωμένο Βασίλειο.

Η Caesarea Investments, η εταιρεία που κατέχει τώρα το μισθωτήριο της έκτασης στην Jaffa, υποστήριξε στο δικαστήριο τον περασμένο Δεκέμβριο ότι διατηρεί το δικαίωμα να αγοράσει τη γη καθώς επίσης και ότι η συμφωνία με την Bona Trading πρέπει να ακυρωθεί.

Στην περίπτωση της γης στις γειτονιές Talbieh και Nayot της Ιερουσαλήμ, η εκκλησία υπέγραψε τρεις συμβάσεις μεταξύ του 1951 και του 1952, διάρκειας 99 ετών η κάθε μια, που περιλαμβάνουν δικαίωμα ανανέωσης για περίοδο τουλάχιστον 49 επιπλέον ετών σε μία περίπτωση, και επ’ αόριστον σε άλλες δύο. Η τιμή για την ανανέωση θα αποτελέσει επίσης αντικείμενο διαπραγμάτευσης ενώ έχουν συμφωνηθεί και οι λεπτομέρειες για τον ορισμό διαμεσολαβητή στην περίπτωση που οι συνομιλίες οδηγηθούν σε αδιέξοδο.

Η συμφωνία σχετικά με την πώληση της γης στην Ιερουσαλήμ προκάλεσε τεράστια αίσθηση εξαιτίας της αβεβαιότητας στην οποία περιέρχονται χιλιάδες ιδιοκτήτες ακινήτων. Η γη στην οποία χτίστηκαν τα σπίτια και τα διαμερίσματά τους ήταν – μέχρι πρόσφατα – νοικιασμένη από τη JNF (Εβραϊκό Εθνικό Ταμείο), το οποίο, με τη σειρά του, την ενοικίασε από την Εκκλησία.

Η JNF – που ιδρύθηκε το 1901 για να αγοράσει και να αναπτύξει γη στην τότε Παλαιστίνη για εβραϊκή εγκατάσταση – έχει μέχρι στιγμής αρνηθεί να ενεργοποιήσει την δυνατότητα του επέκταση των μισθώσεων, όταν αυτές τελειώσουν το 2050 και το 2051, υποστηρίζοντας ότι δεν γνωρίζει αρκετά για τη νέα συμφωνία ή για τους αγοραστές. Οι τελευταίοι επέλεξαν να διατηρήσουν την ανωνυμία τους και προς το παρόν μόνο το όνομα της εταιρείας τους, της Nayot Komemiyut Investments, έχει γίνει γνωστό.

Στην περίπτωση που οι μισθώσεις δεν ανανεωθούν, οι ιδιοκτήτες των σπιτιών αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο της έξωσης, της μεγάλης αύξησης των ενοικίων, αλλά δεν αποκλείεται ακόμα και η παράταση της διαμονής τους ως ενοικιαστές έναντι αντιτίμου.

Σύμφωνα με την πηγή των Times of Israel, η συμφωνία Nayot-Talbieh δεν παρείχε στην Εκκλησία μεγάλο οικονομικό όφελος, καθώς από την αρχή της μίσθωσης έως και το 2006, η JNF πλήρωσε στην εκκλησία λιγότερο από 1 εκατομμύριο δολάρια.

Το 2006, η JNF σταμάτησε να καταβάλει ενοίκιο, σύμφωνα με την πηγή, υποστηρίζοντας ότι οι λογαριασμοί της εκκλησίας είχαν μπλοκαριστεί λόγω μη καταβολής φόρων και ότι, συνεπώς, δεν υπήρχαν νόμιμοι λογαριασμοί για να καταβληθούν οι πληρωμές.

Όμως τα χαμηλά έσοδα δεν ήταν το μόνο μειονέκτημα της συμφωνίας.

Σύμφωνα με την ίδια πηγή, περισσότερο από το ήμισυ των εδαφών των περιοχών Talbieh-Nayot (83 στρέμματα) δεν βρίσκονται ούτως ή άλλως υπό τον έλεγχο της εκκλησίας. Έχουν ήδη μετατραπεί σε πάρκα (το πάρκο Liberty Bell Garden και το Sacher Park), έκταση έχει δοθεί στο μουσείο του Ισραήλ, ενώ έχουν χτιστεί συναγωγές, σχολεία και δρόμοι.

Το Μοναστήρι του Σταυρού το Ανατολικό Ορθόδοξο που βρίσκεται στη συνοικία Nayot της Ιερουσαλήμ δεν αποτελεί, σύμφωνα με την πηγή, μέρος της συμφωνίας.

Άλλα 27 στρέμματα, αποτέλεσαν αντικείμενο μιας δικαστικής διαμάχης μεταξύ της JNF και της Εκκλησίας στα δικαστήρια, καθώς αποτέλεσαν μέρος μιας απάτης που ήρθε στο φως το 2000. Στην περίπτωση αυτή, ένα ζευγάρι Ισραηλινών προσπάθησε να επεκτείνει παράνομα τις μισθώσεις στην περιοχή Talbieh-Nayot για λογαριασμό της JNF για 999 χρόνια, πείθοντας τον τότε Πατριάρχη Θεόδωρο, ο οποίος βρισκόταν σε προχωρημένη ηλικία και καταβεβλημένος από αρρώστια, να υπογράψει τη σύμβαση επέκτασης λέγοντάς του ότι υπέγραψε μια ευχετήρια κάρτα για το Πάσχα.

Τα ποινικά δικαστήρια τότε διέταξαν την ακύρωση της συμφωνίας, αλλά στα αστικά δικαστήρια η JNF – σύμφωνα με την πηγή – ζήτησε την εφαρμογή επισημάνσεων αποκλεισμού στις συγκεκριμένες εκτάσεις. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε ενάντια στο αίτημα, αλλά επέτρεψε στη JNF να σημειώσει στο κτηματολόγιο ότι τα εδάφη θα μπορούσαν να υποβληθούν σε διαδικασία αμφισβήτησης στο Επαρχιακό Δικαστήριο της Ιερουσαλήμ. Εν ολίγοις, η απόφαση έδωσε τη δυνατότητα στη JNF να συνεχίσει τις προσπάθειες να αποσπάσει τη γη από την Εκκλησία.

«Αυτά τα εδάφη έγιναν μια τόσο καυτή πατάτα στε βαθμό που η Εκκλησία αποφάσισε να τα πουλήσει», ανέφερε η πηγή, προσθέτοντας ότι το Πατριαρχείο δεν ήταν πρόθυμο να παίξει τον ρόλο του κακού που θα έπρεπε να διώξει τους ιδιοκτήτες των σπιτιών, εάν οι μισθώσεις δεν ανανεωθούν και αφεθούν να λήξουν σε 30 χρόνια.

Τι κέρδισε τελικά το Πατριαρχείο;

Η συμφωνία, η οποία απέφερε στην εκκλησία συνολικά 32,4 εκατομμύρια δολάρια, υποχρεώνει τους επενδυτές να καλύψουν όλες τις προηγούμενες και τυχόν μελλοντικές δαπάνες που σχετίζονται με τις δικαστικές υποθέσεις, καθώς και τους φόρους που συνδέονται με τη συναλλαγή.

Με άλλα λόγια η συμφωνία Talbieh-Nayot όχι μόνο απομάκρυνε όλα τα ανοικτά μέτωπα που είχε η Εκκλησία, αλλά, επέτρεψε στο Πατριαρχείο και να εξοφλήσει μερικά από τα χρέη του.

Αυτά αρχικά αφορούσαν σε φόρους 100 εκατομμυρίων ΝΑΚ για τις εκκλησιαστικές εκτάσεις που ανήκουν στο ελληνορθόδοξο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία (Mar Elias), μεταξύ της Ιερουσαλήμ και της Βηθλεέμ. Η πληρωμή ενός συμβιβαστικού ποσού ύψους 10,25 εκατομμυρίων ΝΑΚ (2,9 εκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ) στις Αρχές επέτρεψε στην εκκλησία να απελευθερώσει τις εκτάσεις από τις δικαστικές επισημάνσεις αποκλεισμού.

Η προφορική συμφωνία μεταξύ της Πατριαρχείου και των υποστηρικτών του δίνει σε αυτό την ελευθερία να ενεργεί ελεύθερα εντός των συνόρων του Ισραήλ, αλλά απαγορεύει να πουλήσει γη στη Δυτική Όχθη. Αν και γενικά θεωρείται ότι είναι πλούσια, η Εκκλησία – ως ανεξάρτητη νομική οντότητα – μπορεί να κατέχει μεγάλες εκτάσεις γης αλλά έχει ελάχιστη ρευστότητα και εισοδήματα.

Οι ιδιοκτησίες του Πατριαρχείου προσφέρονται με ελάχιστο ή μηδενικό αντίτιμο στην ορθόδοξη κοινότητα, ενώ παράλληλα το ίδιο δαπανά σχεδόν 1 εκατομμύριο δολάρια το μήνα για λειτουργικά έξοδα. Τα μισά από αυτά πηγαίνουν στους μισθούς των επισκόπων και στο προσωπικό, και τα υπόλοιπα καλύπτουν τα έξοδα των ελάχιστων (ζημιογόνων) σχολείων που διατηρεί στο Ισραήλ, την Ιορδανία και τη Δυτική Όχθη.

Ενώ τα έξοδά του Πατριαρχείου αυξάνονται, η παραδοσιακή βάση των πιστών και δωρητών έχει συρρικνωθεί σχεδόν στο μηδέν, καθώς οι χριστιανοί Άραβες εγκατέλειψαν την περιοχή για την Ευρώπη και τις ΗΠΑ εδώ και δεκαετίες.

«Υπάρχουν μόνο 8.000 χριστιανοί που έμειναν στην Ιερουσαλήμ», ανέφερε η πηγή. «Στη Δυτική Όχθη και το Ισραήλ, δεν φτάνουν ούτε το ένα τοις εκατό.»

Και καθώς η ελληνική οικονομική κρίση δεν σχετίζεται με τα οικονομικά προβλήματα της Εκκλησίας, δεν πρέπει να περιμένουμε σωτηρία από παρέμβαση της Αθήνας.

«Το Πατριαρχείο είναι αδύναμο και μπορεί να πιεστεί από πολλές κατευθύνσεις», ανέφερε η πηγή. «Και λόγω του ότι η πώληση της γης της Ιερουσαλήμ δημοσιοποιήθηκε, ο Πατριάρχης νοιώθει αμηχανία και ντροπή».