Σχισματικοί «Πατρ. Κιέβου»: Δεν έχουμε λόγο να ανήκουμε στη Μόσχα-Το Οικ. Πατριαρχείο ποτέ δεν είχε αναγνωρίσει την προσάρτηση της Μητρ. Κιέβου από τον Πατρ. Μόσχας

Loading...


Έκκληση της Ιεράς Συνόδου του αυτοαποκαλούμνεου «Πατριαρχείου Κιέβου» που δεν αναγνωρίζεται από καμία επίσημη Εκκλησία προς τους Ορθοδόξους αρχιερείς της Ουκρανίας, οι οποίοι βρίσκονται υπό την αιγίδα του Πατριαρχείου Μόσχας, σχετικά με το κανονικό καθεστώς της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας αναφέρει τα εξής: 

Σεβασμιώτατοι Επίσκοποι, αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί,

Λαμβάνοντας υπ’ όψιν την κοινή επιθυμία που διακηρύχθηκε από την μεριά μας, όπως και από τη μεριά σας, να επαναφέρουμε την ενότητα της εκκλησίας σε κανονική βάση και, μη έχοντας τη δυνατότητα, λόγω απουσίας κοινών συνεδριάσεων των επιτροπών του διαλόγου, να μεταφέρουμε απ’ ευθείας σε εσάς τη θέση μας γι’ αυτό το θέμα κατά την παραμονή της διεξαγωγής της Συνόδου θεωρούμε πολύ σημαντικό να σας πούμε ανοιχτά την δική μας οπτική, σχετικά με το κανονικό καθεστώς της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας.

Ι. Είναι προφανές, αποδεδειγμένα και επανειλημμένα πιστοποιημένο γεγονός ότι η Μητρόπολη Κιέβου του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως το 1685-1686 τέθηκε υπό την εξουσία του Πατριάρχη Μόσχας παράνομα και όχι σύμφωνα με τις επιταγές των Ιερών Κανόνων. Μη έχοντας κανένα δικαίωμα να ορίσει μητροπολίτη σε ξένη εκκλησιαστική περιοχή, το 1685 ο Πατριάρχης Μόσχας, χωρίς τη συγκατάθεση του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, όρισε για το θρόνο του Κιέβου τον Γεδεών (Σβιατοπόλκ-Τσετβερτίνσκ). Το επόμενο έτος, κάτω από πίεση από την τουρκική κυβέρνηση και μέσω δωροδοκίας και εκβιασμού, πρεσβευτές από τη Μόσχα ανάγκασαν τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Διονύσιο να εκδώσει επιστολή, η οποία παραχωρούσε στον Πατριάρχη Μόσχας ρόλο τοποτηρητή της Μητροπόλεως Κιέβου και όχι πλήρη διοικητική εξουσία επάνω της. Ο Πατριάρχης Μόσχας δεν τήρησε τους όρους που καθορίζονταν στο έγγραφο. Σύντομα και ο ίδιος ο Πατριάρχης Διονύσιος καθαιρέθηκε από τον πατριαρχικό θρόνο από τη Σύνοδο του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, λόγω της υπογραφής της παράνομης επιστολής.

Οι συνέπειες της αντικανονικής οικειοποίησης της εξουσίας επί της Μητροπόλεως Κιέβου από τον Πατριάρχη Μόσχας ήταν η κατάφωρη παραβίαση των δικαιωμάτων της, η παράνομη κατάργηση την αυτονομίας της και ο υποβιβασμός της σε καθεστώς απλής Επισκοπής της Ρωσικής Εκκλησίας. Αυτό, με τη σειρά του, οδήγησε στη μετατροπή της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Ουκρανία σε όργανο της κρατικής πολιτικής της Ρωσικής Αυτοκρατορίας για τον εκρωσισμό, καθώς και για την καθυπόταξη του λαού της Ουκρανίας στην αυτοκρατορική εξουσία, κάτι που προκάλεσε σε μεγάλο βαθμό την εξάπλωση του αθεϊσμού μεταξύ των ανθρώπων, την υποχώρηση της Ορθόδοξης πίστης και τους διωγμούς της Εκκλησίας από τους Μπολσεβίκους.

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο ποτέ δεν είχε αναγνωρίσει ούτε ως νομικά ούτε ως κανονικά ορθή την πράξη προσάρτησης της Μητροπόλεως Κιέβου από τον Πατριάρχη Μόσχας. Στην αντικανονική πράξη προσάρτησης της Μητροπόλεως Κιέβου από τον Πατριάρχη Μόσχας αναφέρεται ο Τόμος της Αυτοκέφαλης Ορθόδοξης Εκκλησίας της Πολωνίας (1924). Σε επιστολή του Οικουμενικού Πατριάρχη Δημητρίου προς τον Πατριάρχη Μόσχας Αλέξιο Β΄ (1991) αναφέρεται ότι το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως αναγνωρίζει τα κανονικά όρια του Πατριαρχείου Μόσχας, ακριβώς όπως καθορίστηκαν κατά την ανακήρυξη του Μητροπολίτη Μόσχας σε Πατριάρχη το 1589, δηλαδή χωρίς τη Μητρόπολη Κιέβου.

Σημειώνουμε επίσης ότι οι Πρωθιεράρχες της Μόσχας όχι μόνο αντικανονικά οικειοποιήθηκαν την εξουσία επί της Μητροπόλεως Κιέβου αλλά επίσης και τον ιστορικό τίτλο αυτών που πρωτοβάπτισαν τους Ρους του Κιέβου, οι οποίοι από τον καιρό της Βάπτισης του Βλαδιμήρου ονομάζονταν «Κιέβου και πάσης Ρους». Οι Πρωθιεράρχες της Μόσχας ονομάστηκαν «πασών των Ρωσιών», κάτι που επιβεβαιώθηκε από την απόφαση του Τοπικού Συμβουλίου της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας το 1917-1918, κατά την αποκατάσταση του Πατριαρχείου. Η στέρηση του τίτλου «πασών των Ρους» από τον Πρωθιεράρχη του Κιέβου κατά το 1685 και η οικειοποίηση του τίτλου αυτού απο τον Πατριάρχη Μόσχας το 1943 είναι άλλη μια αντικανονική πράξη.

ΙΙ. Δεδομένων των συνθηκών της περιόδου και μη έχοντας την υποστήριξη της κοσμικής εξουσίας, η οποία στάθηκε στο πλευρό των ρωσικών εκκλησιαστικών αρχών, η Μητροπόλη Κιέβου αναγκάστηκε να υποκύψει στην παρανομία.

Αλλά, όταν η Ουκρανία, ως διάδοχο κράτος της αρχαίας Ρους, ανακήρυξε την ανεξαρτησία της το 1991, δημιουργήθηκαν όλες οι κανονικές συνθήκες για την απόρριψη της παράνομης εξουσίας της Μόσχας επί της Μητροπόλεως Κιέβου, δηλαδή της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας.

Όπως έχουμε επανειλημμένα τονίσει, οι κανόνες υποδεικνύουν τη στενή σχέση μεταξύ του κρατικού καθεστώτος, του λαού και της αυτοκεφαλίας της Εκκλησίας του. Συγκεκριμένα, αυτό αποδεικνύει ο λδ΄ κανόνας των Αγίων Αποστόλων: «Οι Επίσκοποι του κάθε έθνους πρέπει να αναγνωρίσουν τον πρώτο ανάμεσά τους, να τον αποδέχονται ως επικεφαλής, και να μην κάνουν τίποτα χωρίς την έγκρισή του». Ο ιζ΄ κανόνας της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου, ο λη΄ κανόνας της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου, ο οποίος αναφέρει ότι «…η τάξη των εκκλησιαστικών πραγμάτων πρέπει να ακολουθεί τους πολιτικούς και κοινωνικούς τύπους» και πολλά άλλα ιστορικά προηγούμενα διακηρύσσουν την αυτοκεφαλία των εθνικών εκκλησιών.

Η αρχή «ένα ανεξάρτητο κράτος – μία αυτοκέφαλη Εκκλησία» είναι κανόνας της Ορθόδοξης παράδοσης, δεν είναι εφεύρεση των σύγχρονων πολιτικών, όπως κάποιοι αναληθώς προσπαθούν να σας πείσουν. Σε αυτό αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ο Τόμος του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως για την αναγνώριση της Αυτοκέφαλης Ορθόδοξης Εκκλησίας της Πολωνίας, ο οποίος παραθέτει απόφθεγμα του Πατριάρχη Φωτίου: «Ας αποδεχθούμε ότι το δίκαιο που αφορά τις θρησκευτικές υποθέσεις, και ιδίως τις υποθέσεις που αφορούν ενορίες, πρέπει να συμβαδίσει με τις πολιτικές και διοικητικές αλλαγές» (1924). Επίσης, το απόσπασμα αρ. 12 από τον ορισμό της Ιεράς Συνόδου του Πατριαρχείου Μόσχας και πασών των Ρωσιών στις 19 Νοεμβρίου του 1943 (Περιοδικό του Πατριαρχείου Μόσχας, τεύχος 3 του 1944, σελ. 3) για την αναγνώριση της αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Γεωργίας, αναφέρει: «σύμφωνα με τους κανόνες της εκκλησίας (ιζ΄ της Δ΄ Οικουμενικής, κ.λπ.), τα σύνορα της εκκλησίας θα πρέπει να ακολουθούν τα σύνορα του κράτους».

Βασιζόμενη σε αυτήν την κανονική προϋπόθεση, η Σύνοδος της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας δήλωσε την 1-3 Νοέμβρη του 1991: «Μία ανεξάρτητη Εκκλησία σε ένα ανεξάρτητο κράτους είναι καθεστώς κανονικά δικαιολογημένο και ιστορικά αναπόφευκτο» (Ορισμός της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας, 1-3 Νοέμβριου του 1991, σχετικά με την πλήρη ανεξαρτησία της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας). Σημειώνουμε ότι την απόφαση αυτή υπέγραψαν όλοι τότε οι Επίσκοποι της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας, συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου του Τοποτηρητή του θρόνου της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας (του Πατριαρχείου Μόσχας) Μητροπολίτη Ονουφρίου.

ΙΙΙ. Με βάση τα παραπάνω, δηλώνουμε ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας, ως διάδοχος της Μητροπόλεως Κιέβου, Γαλικίας και πάσης Ρους δεν έχει κανέναν κανονικό λόγο να τελεί υπό την εξουσία των Πρωθιεραρχών της Μόσχας. Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας, σύμφωνα με την ιστορική παράδοση και τους ιερούς κανόνες, βάσει της απόφασης της Συνόδου της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας διακήρυξε την αυτοκεφαλία της απο 1-3 Νοεμβρίου του 1991. Στην προσπάθειά της να διατηρήσει την αδελφική επικοινωνία εν αγάπη και ειρήνη με όλες τις κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες της Ουκρανίας, προσέφυγε στη Μητέρα Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως και στο Πατριαρχείο Μόσχας, με Έκκληση να αναγνωριστεί η αυτοκεφαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας.
Πασίγνωστο και αναμφισβήτητο είναι το γεγονός ότι ούτε η Μητέρα Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως ούτε το Πατριαρχείο Μόσχας παρείχαν κάποια επίσημη άρνηση στο εν λόγω αίτημα. Κατά τη διάρκεια προσωπικής συνάντησης με τον Οικουμενικό Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως και με τους ιεράρχες του Πατριαρχείου, ακούσαμε επανειλημμένα διαβεβαιώσεις ότι η Εκκλησία της Ουκρανίας δικαιούται να είναι αυτοκέφαλη και να αναγνωριστεί ως τέτοια, μετά από τη συνένωσή της σε μια ενιαία Εθνική Εκκλησία, και όχι να τεθεί υπό την αιγίδα του Πατριαρχείου Μόσχας. Ακριβώς γι’ αυτή τη ένωση σε μια αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία απευθυνόμαστε επανειλημμένα με εκκλήσεις προς εσάς.

Το Πατριαρχείο Μόσχας αποφάσισε να εξετάσει το αίτημα της Συνόδου της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας του 1991 κατά την Τοπική του Σύνοδο, όμως η Τοπική Σύνοδος του 2009, σε αντίθεση με τις αποφάσεις και τις υποσχέσεις του Πατριαρχείου Μόσχας δεν εξέτασε το θέμα, αλλά και δεν απέρριψε επίσημα το αίτημα.

Ιστορικά προηγούμενα δείχνουν σαφώς ότι η έλλειψη αναγνώρισης της αυτοκεφαλίας μίας εθνικής Εκκλησίας από άλλες εθνικές Εκκλησίες δεν σταματά την εκκλησιαστική ζωή. Έτσι συμβαίνει και με τη δική μας Εκκλησία, η οποία, αναμένοντας την αναγνώριση ως αυτοκέφαλη, μεγαλώνει και δυναμώνει, προσφέροντας πνευματική υπηρεσία στο ουκρανικό λαό.

IV. Βασιζόμενοι στους κανόνες, σημειώνουμε με πικρία ότι το σχίσμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Ουκρανία έγινε το Μάιο του 1992, λόγω μη συμμόρφωσης ορισμένων αρχιερέων στους κανόνες υπακοής προς τον Προκαθήμενο, στους κανόνες της Χάρτας σχετικά με τη διοίκηση της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας και στις αποφάσεις της Συνόδου της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας του 1991 σχετικά με την αυτοκεφαλία, οι οποίες μάλιστα φέρουν και τις υπογραφές τους. Κάτω από παράνομη και αντικανονική πίεση από την πλευρά του Πατριάρχη της Ρωσίας και ανθρώπων ειδικών υπηρεσιών, ορισμένοι αρχιερείς συγκεντρώθηκαν το Μάιο του 1992 στο Χάρκοβο, χωρίς την συγκατάθεση του Προκαθημένου, Μητροπολίτη Κιέβου και πάσης Ουκρανίας. Μη συμμορφούμενοι προς τις δικαστικές διαδικασίες, ανακοίνωσαν την καθαίρεσή του και την εκλογή άλλου.

Αυτό ήταν παραβίαση μίας σειράς Ιερών Κανόνων. Ο ιστ΄ κανόνας της Συνόδου της Αντιοχείας, λέει: «Τέλεια Σύνοδος είναι αυτή, στην οποία συμπαρευρίσκεται (με τους Επισκόπους) και ο Μητροπολίτης» (βλ. και τον η΄ κανόνα της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου). Πέρα από αυτό, ο ιδ΄ κανόνας της Πρωτοδευτέρας Συνόδου δίνει εντολή: «Αν ένας Επίσκοπος, προφασιζόμενος μια κατηγορία εναντίον του οικείου Μητροπολίτη, χωριστεί από την κοινωνία με αυτόν πριν την απόφαση της Συνόδου και δεν μνημονεύσει το όνομά του, όπως είναι συνηθισμένο κατά τη Θεία Μυσταγωγία, η αγία Σύνοδος όρισε γι’ αυτόν να καθαιρεθεί, εάν η μη κοινωνία του με τον οικείο Μητροπολίτη δημιουργήσει σχίσμα. Γιατί ο καθένας πρέπει να γνωρίζει το μέτρο του και ούτε Πρεσβύτερος πρέπει να καταφρονεί τον Επίσκοπό του, ουτέ Επίσκοπος το Μητροπολίτη του».

Έτσι, δεν μπορούμε να δεχθούμε τη λεγόμενη Σύνοδο του Χαρκόβου ως θεμιτή και σωστή, επειδή συγκλήθηκε από απλούς Επισκόπους, χωρίς τη γνώση και συγκατάθεση του Προκαθημένου της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας. Ωστόσο, δεν επιθυμούμε να συνεχίζεται αυτή η διαίρεση περαιτέρω. Και έτσι, αφήνοντας στην τελική κρίση του Θεού και του πληρώματος της Εκκλησίας όσα προκάλεσε η συγκέντρωση των επισκόπων στο Χάρκοβο το Μάιο του 1992 και όλες τις τραγικές συνέπειες της παραβίασης των κανόνων που συνέβησαν εκεί, τώρα καλούμε εσάς, αγαπητοί αδελφοί, για την αποκατάσταση της ενότητας.

Ελπίζουμε ότι με τη θέληση του Θεού θα επιλέξετε τον πρώτο ανάμεσά σας, αυτόν που θα οδηγήσει εσάς, τους κληρικούς, και το ποίμνιο σας, μέσω της κανονικής, ορθής οδού για την αποκατάσταση της ενότητας της εκκλησίας, για την απελευθέρωση από την παράνομη εξουσία του Πατριαρχείου Ρωσίας και για τη δημιουργία μίας εθνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας.

Σας ευχόμαστε ειλικρινά την ευλογία και τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, δια των πρεσβειών πάντων των Αγίων της Ουκρανικής γης.

Με αγάπη εν Χριστώ,

ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΚΙΕΒΟΥ ΡΟΥΣ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΟΥΚΡΑΝΊΑΣ ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΠΕΡΕΓΙΑΣΛΑΒ-ΧΜΕΛΝΙΤΣΚΙ ΚΑΙ ΜΠΙΛΟΤΣΕΡΚΙΒΣΚ ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΛΒΙΒ ΚΑΙ ΣΟΚΑΛ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΜΠΙΛΓΟΡΟΝΤ ΚΑΙ ΟΜΠΟΓΙΑΝΣΚ ΙΩΑΣΑΦ

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΤΣΕΡΚΑΣΙ ΚΑΙ ΤΣΙΧΙΡΙΝ ΙΩΑΝΝΗΣ

ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΝΤΟΝΕΤΣΚ ΚΑΙ ΜΑΡΙΟΥΠΟΛΕΩΣ ΣΕΡΓΙΟΣ

ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΡΙΒΝΕ ΚΑΙ ΟΣΤΡΟΓ ΙΛΑΡΙΩΝ

ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΤΣΕΡΝΙΓΙΒ ΚΑΙ ΝΙΖΙΝ ΕΥΣΤΡΑΤΙΟΣ

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΤΣΕΡΝΙΒΤΣΙ ΚΑΙ ΜΠΟΥΚΟΒΙΝΑ ΔΑΝΙΗΛ

ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΒΙΝΝΙΤΣΑ ΚΑΙ ΜΠΡΑΤΣΛΑΒ ΜΙΧΑΗΛ

ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΝΤΝΙΠΡΟΠΕΤΡΟΒΣΚ ΚΑΙ ΚΡΙΒΙ ΡΙΓ ΣΥΜΕΩΝ