Πανορθόδοξη Σύνοδος και ζήτημα του ημερολογίου

Loading...


Του Μητροπολίτη Ζιμπάμπουε Σεραφείμ Κυκκώτη (εκπροσώπου Αλεξανδρινού Προκαθημένου κ. Θεοδώρου Β’ εις τους Διεθνείς Οργανισμούς) .

Για την ενημέρωση των καλοπροαίρετων απλών πιστών αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι ο Χριστιανισμός είναι μια έκρηξη στο χώρον της Παγκόσμιας Ιστορίας που χαρακτηρίζεται σε Προ Χριστού (π.Χ.) και Μετά Χριστόν Εποχήν (μ.Χ.) Ο Ιησούς Χριστός που ήρθε στο κόσμο για να μας σώσει και να μιλήσει για το θέμα της δικαιοσύνης και της ειρήνης συκοφαντήθηκε, πολεμήθηκε και στραυρώθηκε από τους ισχυρούς της γής. 

Το ίδιο και οι μαθητές του και όσοι τους ακολουθούσαν με τους άγριους και αιμοβόρους ρωμαϊκούς διωγμούς. Ενώ ομιλούσε για την Βασιλεία των Ουρανών χρησιμοποίησε τις καθημερινές δομές και μέσα της τοπικής κοινωνίας. Η Εκκλησία μας οργάνωσε τα εκκλησιαστικά της κέντρα στα πολιτικά και πολιτιστικά κέντρα της εποχής.

Στις μητέρες πόλεις έγιναν οι πρώτες Μητροπόλεις που πήραν μεταγενέστερα και το όνομα Πατριαρχεία. Αλεξάνδρεια, Ρώμη, Νέα Ρώμη (Κωνσταντινούπολη), Αντιόχεια, Ιεροσόλυμα. Οι επικεφαλείς επίσκοποι των πόλεων αυτών είχαν μια βαρύτητα για την λειτουργία του Συνοδικού Συστήματος για την διαφύλαξη της πίστεως της Εκκλησίας και της ομαλής κανονικής της διοίκησης. Μήτηρ των Εκκλησιών ήταν η πόλη της Ιερουσαλήμ όπου σταυρώθηκε και Αναστήθηκε ο Χριστός. Λόγω όμως της επαναστάσεως των Εβραίων, το κέντρο του Χριστιανισμού τον πρώτον αιώνα μεταφέρθηκε στην Αλεξάνδρεια, όπου μάλιστα καθόρισε και την συγγραφή όλων των βιβλίων της Καινής Διαθήκης με την γνωστήν Αλεξανδρινή κοινήν γλώσσαν.

Ο επίσκοπος της είχε τον ειδικόν τίτλο του Πάπα, του Πατέρα. Όταν ο Χριστιανισμός έφτασε και στη Ρώμη, με το μαρτύριο των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, λόγω του ότι ήταν το Πολιτικό Κέντρο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ο επίσκοπος της πήρε τον τίτλο του επισκόπου της Αλεξάνδρειας «Πάπας» κι η Αλεξάνδρεια κατά κάποιο τρόπο πέρασε στη δεύτερη θέση. Με τη μεταφορά της Πρωτεύουσας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στην Ανατολή με το κτίσιμο της Κωνσταντινουπόλεως, στην Νέα Ρώμη, εδόθησαν τα ίδια δικαιώματα της παλαιοτέρας Ρώμης και στην Νέα Ρώμη, η Αλεξάνδρεια πέρασε στην Τρίτη θέση αφού στο μεταξύ δεν ήταν και τόσο σημαντικό πολιτικό κέντρο. Με τη θεολογική της παράδοση όμως η Αλεξάνδρεια ήταν αυτή που με πρόταση του Αγίου Αθανασίου του Μεγάλου η Α’ Οικουμενική Σύνοδος υιθοτέτησε τον όρον «Ομοούσιον» για να συντάξει το γνωστόν Σύμβολον της Πίστεως (το («Πιστεύω»), που από τότε αποτελεί την κοινή σύντομη Ομολογία Πίστεως όλων των Χριστιανών.

Κατά τον ίδιο τρόπο τη Αρχαία Εκκλησία ακολούθησε το λεγόμενο Ιουλιανό Ημερολόγιο, που σήμερα το ονομάζουμε Παλαιόν Ημερολόγιο. Πρίν τη Γέννηση του Χριστού, ο κάθε Λαός ακολουθούσε το δικό του Ημερολόγιο, για παράδειγμα οι Εβραίοι μέχρι σήμερα κατά την αντίληψη τους από το έτος της δημιουργίας του κόσμου, οι Αρχαίοι Έλληνες την ημερομηνία από την έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων, οι Ρωμαίοι την ημερομηνία από της κτίσεως της Ρώμης, οι Κινέζοι έχουν μέχρι σήμερα το δικό τους, το ίδιο και οι Ινδουϊστές. Οι Μουσουλμάνοι ξεκινούν από τον έβδομο αιώνα με την εμφάνιση του Ισλάμ. Ζουν δηλαδή σήμερα στον 14ον αιώνα (να θυμηθούμε τι κάνανε κι σταυροφόροι χριστιανοί του μεσαίωνα με επιδρομές και φόνους).

Για πρώτη φορά στην Παγκόσμια Ιστορία, όπως καθιερώθηκε η Αλεξανδρινή κοινή Ελληνική γλώσσα με τον Μέγα Αλέξανδρον και τους διαδόχους του που εγράφησαν όλα τα βιβλία της Καινής Διαθήκης, στη γλώσσα δηλαδή που μπορούσε να συνεννοείται η Παγκόσμια Κοινωνία, με την επικράτηση της Ισχυρής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (η δήθεν PAX ROMANA όπως σήμερα η τάση για την PAX AMERIKANA), καθιερώθηκε για πρώτη φορά και ένα κοινόν Ημερολόγιον για να συνεννοείται στο θέμα του χρόνου καλύτερα η τότε Παγκόσμια κοινωνία του πρώτου αιώνα μ.Χ. Αυτός που ήταν επικεφαλής τότε της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας για την υιοθέτηση ενός κοινού Ημερολογίου που στηριζόταν στις προτάσεις των καλύτερων τότε μαθηματικών και αστροφυσικών επιστημόνων του Πλανήτη μας ήταν ο Ιούλιος Καίσαρ. Γι’ αυτό το κοινόν αυτό Ημερόγιον πήρε το όνομα του και είναι γνωστόν ως Ιουλιανό (αυτό που όλοι μας σήμερα λέμε Παλαιόν Ημερολόγιο).

Στα τέλη του 16ου αιώνα στο χώρο της Ευρώπης έγινε μια μερική διόρθωση του Ιουλιανού Ημερολογίου, που λόγω των εμφυλίων σπαραγμών στους Ευρωπαϊκούς Λαούς το διορθωμένο Ημερολόγιο επικυρώθηκε από τον τότε Πάπα της Ρώμης Γρηγόριο και έτσι το νέο Ημερολόγιο είναι γνωστόν σήμερα ως Γρηγοριανό. Οι Ορθόδοξοι Λαοί επειδή προερχόταν από τους Ρωμαιοκαθολικούς δεν το αποδέχθησαν για τρείς αιώνες και μερικοί ακόμη σήμερα Εκκλησίες δεν το ακολουθούν (Πατριαρχεία Ιεροσολύμων, Ρωσίας και Σερβίας, Εκκλησία Πολωνίας και Άγιον Όρος και Μονή Αγίας Αικατερίνης Σινά). Τα νεώτερα όμως Κράτη άρχισαν να το ακολουθούν και ταυτόχρονα και αρκετές Ορθόδοξες Εκκλησίες. Στη συνέχεια θα δούμε πως προσέγγισε το θέμα η Ορθόδοξη Εκκλησία μέσα από Διορθόδοξες Αποφάσεις έτσι ώστε να μη τα βάζουμε με τα Μέλη της υφιστάμενης Διορθόδοξης Επιτροπής, που αντί να προσευχώμαστε γι’ αυτούς να τους ενισχύει ο Θεός για όσα οι Ορθόδοξες Εκκλησίες μας τους εμπιστεύονται να διακονήσουν να βγαίνουν μερικοί με ασέβεια να τους συκοφαντούν με ανυπόστατες φαντασίες δημιουργώντας σύγχυση στους ευσεβείς χριστιανούς.

Απόφαση του Πανορθοδόξου Συνεδρίου για το Ημερολόγιο,

Κωνσταντινούπολη, 1923

 

      «Το Πανορθόδοξον Συνέδριον συνελθόν εν Κωνσταντινουπόλει κατά Μάϊον του 1923 υπό την προεδρείαν της Α.Θ. Παναγιότητος του Οικουμενικού Πατριάρχου Μελετίου του Δ΄.

      Αναγνωρίσαν ότι η άρσις της μεταξύ του θρησκευτικού και του πολιτικού ημερολογίου διαφοράς είναι ανάγκη αναπόφευκτος και ότι ουδέν κανονικόν κώλυμα υπάρχει διά την διόρθωσιν του εν χρήσει εκκλησιαστικού Ημερολογίου κατά τα δεδομένα της Αστρονομικής Επιστήμης, ομοφώνως αποφασίζει την διόρθωσιν του Ιουλιανού Ημερολογίου ως εξής:

1. Aπαλείφονται αι 13 ημέραι του Ιουλιανού Ημερολογίου αι αποτελούσαι την διαφοράν αυτού εν σχέσει προς τα από της εν Νικαία Α΄. Οικουμ. Συνόδου μέχρι σήμερον ηλιακά έτη. Ούτω η 1η Οκτωβρίου 1923 θα λογισθεί 14η Οκτωβρίου 1923.

2. Αι εορταί των απαλειφθεισών ημερών θα εορτασθώσιν ή άπασαι ομού την 14ην Οκτωβρίου 1923 ή ως θέλει ορίση τούτο ο Επίσκοπος της Επαρχίας.

3. Άπαντες οι μήνες του έτους θα διατηρήσωσιν τον αυτόν αριθμόν ημερών, άς έχουσι σήμερον. Εν τοις βισέκτοις ενιαυτοίς ο Φεβρουάριος θα έχη ως και σήμερον 29 ημέρας.

4. Θα υπάρχωσιν, ως μέχρι σήμερον δύο είδη ετών, τα κοινά, εκ 365 ημερών και τα βίσεκτα εκ 366 ημερών. Βίσεκτα έτη είναι τα άνευ υπολοίπου διά του 4 διαιρούμενα έτη, ως ήτο μέχρι σήμερον. Εξαιρούνται μόνον τα έτη των αιώνων, διά τα οποία θα ισχύει ο κατωτέρω κανών.

5. Τα έτη των αιώνων (δηλαδή τα λήγοντα εις δύο μηδενικά) τότε μόνο θα είναι δίσεκτα, όταν ο αριθμός των αιώνων διαιρούμενος διά του 9 δώση υπόλοιπον 2 ή 6. Όλα τα άλλα έτη των αιώνων θα είναι έτη κοινά. Επομένως μεταξύ των κατωτέρω σημειουμένων ετών των αιώνων, θα είναι δίσεκτα να υπογραμμι-ζόμενα. Ούτω

2000 2100 2200 2300

2400 2500 2600 2700 2800

2900 3000 3100 3200

3300 3400 3500 3600 3700

Κατά την διακανόνησιν ταύτην το μέσον μήκος του πολιτικού έτους θα αποτελήται εκ 365 ημερών, 5 ωρών, 48΄ και 48΄΄ λεπτών, εν πλήρει συμφωνία προς το μέσον μήκος του τροπικού έτους.

6. Αι ακίνητοι εορταί θα έχωσι την ημερομηνίαν, ήν είχον μέχρι σήμερον.

7. Αι κινηταί εορταί θα καθορίζωνται εκ της εορτής του Πάσχα. Κατά τας κανονικάς διατάξεις, αίτινες διατηρούνται άθικτοι, το Πάσχα θα εορτάζηται την Κυριακήν, ήτις έπεται τη πρώτη Πανσελήνω μετά την εαρινήν Ισημερίαν.

8. Ο καθορισμός της Πασχαλινής Πανσελήνου θα γίνηται επί τη βάσει αστρονομικών υπολογισμών, λαμβανομένων πάντοτε υπ’ όψιν των υπό της Επιστήμης πραγματοποιουμένων προόδων. Ο δε καθορισμός της ημερομηνίας του Πάσχα θα γίνηται κατά τον χρόνον της Αγίας πόλεως Ιερουσαλήμ.

9. Το Οικουμενικόν Πατριαρχείον θα παρακαλέση τα Αστεροσκοπεία ή τα τμήματα της ουρανίου μηχανικής των Πανεπιστημίων Αθηνών, Βελιγραδίου, Βουκουρεστίου και Πουλκόβα (Πετρούπολις) να καταρτίσωσι πίνακας του Πασχαλίου μακράς διαρκείας τους οποίους θα ανακοινώση εις απάσας τας Ορθοδόξους Εκκλησίας.

10. Η παρούσα μεταρρύθμισις του Ιουλιανού Ημερολογίου δεν δύναται να αποτελέση εμπόδιον προς μεταγενεστέραν αυτού τροποποίησιν, ήν ήθελαν αποδεχθή άπασαι αι Χριστιανικαί Εκκλησίαι»[1]

 

Α΄ ΔΙΑΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΔΙΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΡΟΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, ΓΕΝΕΥΗ, 1971

 

   Το ανακοινωθέν της Διασκέψεως αυτής αναφέρει τα ακόλουθα σημεία:

“Η Διορθόδοξος Προπαρασκευαστική Επιτροπή είχεν ως έργον αυτής την διατύπωσιν της ενιαίας Ορθοδόξου απόψεως επί των 6 ορισθέντων ακολούθων θεμάτων:

α. Η Θεία Απόκαλυψις

β. Πληρεστέρα συμμετοχή του λαϊκού στοιχείου εν τη λατρευτική και τη άλλη

    ζωή της Εκκλησίας.

γ. Αναπροσαρμογή των περί νηστείας εκκλησιαστικών διατάξεων, συμφώνως

    ταις απαιτήσεσι της συγχρόνου εποχής.

δ. Κωλύματα Γάμου.

ε. Ημερολογιακόν ζήτημα. Μελέτη του ζητήματος εν αναφορά προς την περί

    Πασχαλίου απόφασιν της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, και εξεύρεσις τρόπου

    προς αποκατάστασιν συμπράξεως μεταξύ των Εκκλησιών εν τω ζητήματι

    τούτω, και

ς. Η Οικονομία εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία.

Η Διορθόδοξος Προπαρασκευαστική Επιτροπή

1. Διετύπωσεν – επί τη βάσει της θεολογικής ερεύνης και επεξεργασίας των θεμάτων, τα οποία ανέλαβον κατά σειράν, του μεν πρώτου η Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως, του δευτέρου η Εκκλησία Βουλγαρίας, του τρίτου η Εκκλησία της Σερβίας, του τετάρτου και του πέμπτου η Εκκλησία της Ρωσίας και η Εκκλησία της Ελλάδος, κεχωρισμένως, και του έκτου η Εκκλησία της Ρουμανίας και των επ’ αυτών γενομένων παρατηρήσεων και σχολίων διαφόρων Ορθοδόξων Εκκλησιών – την ενιαίαν επ’ αυτών άποψιν, κατόπιν επισταμένης μελέτης και ανταλλαγής επ’ αυτών απόψεων, προκειμένου ίνα υποβάλη τον επί ενός εκάστου των θεμάτων καταρτισθέντα φάκελον, τη Α΄ Προσυνοδική Πανορθοδόξω Διασκέψει, διά τα περαιτέρω.

2. Εξέφρασε την επιθυμίαν, όπως η Γραμματεία Προπαρασκευής της Αγίας Μεγάλης Συνόδου προβή, μετά την 1ην Νοεμβρίου εις την δημοσίευσιν των υπό της Διορθοδόξου Επιτροπής καταρτισθέντων εισηγητικών κειμένων και την εν μεταφράσει κυκλοφορίαν αυτών, και αναζητήση τρόπους εκφράσεως ενδεχομένων επ’ αυτών σκέψεων, εφ’ ων οφείλει αύτη να ενημερώνη τα μέλη της Προπαρασκευαστικής Επιτροπής.

Εξέφρασεν ομοφώνως την επιθυμίαν, όπως η Α΄ Προσυνοδική Πανορθόδοξος Διάσκεψις προβή εις την αναθεώρησιν του υπό της Α΄. Πανορθοδόξου Διασκέψεως της Ρόδου (1961) καταρτισθέντος καταλόγου θεμάτων της Αγίας και Μεγάλης της κατ’ Ανατολάς Ορθοδόξου Εκκλησίας»[2]. Μεταξύ των θεμάτων αυτών ήταν και το Ημερολογιακόν ζήτημα.

 

Ημερολογιακόν ζήτημα

 Μελέτη του ζητήματος εν αναφορά προς την περί Πασχαλίου απόφασιν της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου και εξεύρευσις τρόπου προς αποκατάστασιν συμπράξεως μετά των Εκκλησιών εν τω ζητήματι τούτω.

    Ο εορτασμός του Πάσχα θα έδει να είναι ταυτόχρονος δι’ όλην την Ορθόδοξον Καθολικήν Εκκλησίαν, ήτοι την πρώτην Κυριακήν μετά την πρώτην πανσέληνον, μετά την εαρινήν ισημερίαν.

……Το γε νύν έχον, κατά την γνώμην των ειδικών αστρονόμων το νέον- ορθόδοξον ημερολόγιον είναι ακριβέστερον ή το παλαιόν. Όθεν, η καλυτέρα οδός προς λύσιν του ημερολογιακού- πασχαλίου προβλήματος είναι η υπό πασών των επί μέρους Ορθοδόξων Εκκλησιών αποδοχή του νέου – ορθοδόξου ημερολογίου, ως προς τας ακινήτους εορτάς και ως προς το Πασχάλιον. Η συνοδική πανορθόδοξος απόφασις περί ενιαίου ημερολογίου και ενιαίου Πασχαλίου θα δεήση να είναι υποχρεωτική διά πάσας τας επί μέρους τοπικάς Ορθοδόξους Εκκλησίας.

…..Η Διορθόδοξος Προπαρασκευαστική Επιτροπή μετ’ ευχαριστήσεως επισημαίνει το κατά αγαστήν συνήθειαν επικρατήσαν έθος, καθ’ ο εν τισι περιοχαίς, ένθα μία επί μέρους Ορθόδοξος Εκκλησία εφαρμόζει το Εορτολόγιον και Πασχάλιον κατά το Νέον Ορθόδοξον Ημερολόγιον και υπάρχουσι παρ’ αυτή Κοινότητες ή παροικίαι ετέρας Εκκλησίας, ακολουθούσης το παλαιόν Ημερολόγιον και Πασχάλιον, αι τελευταίαι αύται προσαρμόζονται προς το επιτοπίως κρατούν σύστημα. Τούτο ισχύει και τανάπαλιν. Η Διορθόδοξος Προπαρασκευαστική Επιτροπή συνιστά, όπως το έθος τούτο γενικευθή παρά πάσας ταις Εκκλησίαις, ως πρώτον βήμα εν των από κοινού εορτασμώ του Πάσχα.

   Η Διορθόδοξος Προπαρασκευαστική Επιτροπή συνιστά επίσης την από κοινού μετά των μη Ορθοδόξων χριστιανών μελέτην των περί ημερολογίου και πασχαλίου ζητημάτων, ίνα επιτευχθή εις το μέλλον ο υπό πάντων επιθυμητός ταυτόχρονος εορτασμός των μεγάλων χριστιανικών εορτών υφ’ όλου του χριστιανικού κόσμου»[3].

 

A΄ ΠΡΟΣΥΝΟΔΙΚΗ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΔΙΑΣΚΕΨΙΣ, ΓΕΝΕΥΗ, 1976.

Οι εργασίες της Διασκέψεως περιλάμβαναν συζητήσεις σε ολομέλεια και συνεδριάσεις τριών Επιτροπών. Η πρώτη Επιτροπή εξέτασε την αναθεώρηση του καταλόγου των θεμάτων της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου και το θέμα της μεθολογίας προπαρασκευής της Συνόδου ως προς τα συγκεκριμένα θέματα που θα εξετάσει. Η δεύτερη Επιτροπή έκανε μια γενική επισκόπηση και αξιολόγηση της πορείας των σχέσεων και των διαλόγων της Ορθοδόξου Εκκλησίας μετά των λοιπών Χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών, ως και μετά του Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών. Η Τρίτη Επιτροπή εξέτασε το θέμα του κοινού υφ’ άπαντων των χριστιανών εορτασμού του Πάσχα εν ωρισμένη Κυριακή[4].

    Οι αποφάσεις της Διασκέψεως επί τη βάσει των εισηγήσεων των τριών Επιτροπών είναι οι ακόλουθες:

     Ως προς τα δύο πρώτα θέματα της Ημερησίας Διατάξεως, ήτοι, α) την, συστάσει της Διορθοδόξου Προπαρασκευαστικής Επιτροπής, εξ αναθεωρήσεως του καταλό-γου της Α΄. Πανορθοδόξου Διασκέψεως της Ρόδου (1961) επιλογήν περιωρισμένου αριθμού θεμάτων της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου και β) την εκ νέου θεώρησιν και τον καθορισμόν της μεθόδου προπαρασκευής αυτών, η Διάσκεψις, αποδεχθείσα την σχετικήν εισήγησιν της, αναθέσει αυτής, επί τούτω Α΄. Επιτροπής αυτής, ομοφώνως αποφασίζει:

A. Διά το θεματολογικόν

1. Όπως η ημερησία Διάταξις της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου αποτελεσθή εκ των ακολούθων δέκα θεμάτων:

α. Ορθόδοξος Διασπορά

β. Το Αυτοκέφαλον και τρόπος ανακηρύξεως αυτού

γ. Το Αυτόνομον και τρόπος ανακηρύξεως αυτού

δ. Δίπτυχα

ε. Το ζήτημα κοινού Ημερολογίου

στ. Κωλύματα Γάμου

ζ. Αναπροσαρμογή των περί νηστείας εκκλησιαστικών διατάξεων

η. Σχέσεις Ορθοδόξων Εκκλησιών προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον

θ. Ορθοδοξία και Οικουμενική Κίνησις

ι. Συμβολή των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών εις επικράτησιν των

    χριστιανικών ιδεωδών της ειρήνης, της ελευθερίας, της αδελφωσύνης και της

    αγάπης μεταξύ των λαών και άρσιν των φυλετικών διακρίσεων.

 

    Ως προς το τέταρτον θέμα της Ημερησίας Διατάξεως, ήτοι:

«Εξέτασις του θέματος του κοινού υφ’ άπαντων των χριστιανών εορτασμού του Πάσχα εν ωρισμένη Κυριακή», η Διάσκεψις, αποδεχθείσα την εισήγησιν της επί τούτω Γ΄. Επιτροπής αυτής, αποφασίζει:

   Όπως λαμβανομένων υπ’ όψιν, αφ’ ενός της εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία υπαρχούσης επιθυμίας του κοινού εορτασμού του Πάσχα υφ’ απάντων των χριστιανών, αφ’ ετέρου δε των υφισταμένων ποιμαντικών δυσχερειών εις ωρι-σμένας κατά τόπους Εκκλησίας, αλλά συγχρόνως και της ανάγκης σταθμίσεως και των άλλων εν Δύσει υπαρχουσών Ορθοδόξων ποιμαντικών υπαγορεύσεων και ότι, ως εκ τούτου, επιβάλλεται εξισορροπημένη αντιμετώπιστις του ζητήμα-τος και, επομένως, αποφυγή πάσης βεβιασμένης επ’ αυτού πανορθοδόξου αποφάνσεως, μελετηθή το όλον ζήτημα εμπεριστατωμένως από πάσης πλευράς. Προς τούτο ανατίθησι τη Γραμματεία επί της Προπαρασκευής της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, όπως, το ταχύτερον δυνατόν, συγκαλέση επί τούτω συνέδριον, του οποίου να μετάσχωσιν υπεύθυνοι ποιμενάρχαι, κανονιολόγοι, αστρονόμοι, ιστορικοί και κοινωνιολόγοι, και το οποίον να υποβάλη τα πορίσματα της εργασίας αυτού διά της Γραμματείας εις την επομένην Προσυνοδικήν Πανορθόδοξον Διάσκεψιν»[5].

 

Β΄ ΠΡΟΣΥΝΟΔΙΚΗ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΔΙΑΣΚΕΨΙΣ, ΓΕΝΕΥΗ, 1982

Α Π Ο Φ Α Σ Ε Ι Σ [6]

 

Επί του θέματος: Ημερολογιακόν Ζήτημα.

    Μελέτη του ζητήματος εν αναφορά προς την περί Πασχαλίου απόφασιν της Α΄. Οικ. Συνόδου και εξεύρεσις τρόπου συμπράξεως μεταξύ των Εκκλησιών εν τω ζητή-ματι τούτω, ως επίσης και το θέμα του κοινού υφ’ απάντων των χρ/νών εορτασμού του Πάσχα εν ωρισμένη Κυριακή, η Β΄ Προσυνοδική Πανορθόδοξος Διάσκεψις:

1. Ήκουσε τας επιστημονικάς επεξηγήσεις αστρονόμων καθηγητών επί του θέματος και ανεγνώρισεν, ότι εις ακριβέστερος προσδιορισμός της ημερο-μηνίας του Πάσχα -πάντοτε την Α΄. Κυριακήν μετά την Πανσέληνον μετά την εαρινήν ισημερίαν, κατά την απόφασιν της Α΄. εν Νικαία Συνόδου – επί τη βάσει των επιστημονικών τούτων δεδομένων, θα ηδύνατο να συμβάλη εις την λύσιν του ζητήματος.

2. Ευρέθη σύμφωνος, εν τη περαιτέρω εξετάσει του ζητήματος, επί των εξής κεφαλαιώδους σημασίας σημείων:

α. Ότι το όλον θέμα, πολύ πέραν της επιστημονικής ακριβείας, είναι θέμα εκκλησιαστικής αυτοσυνειδησίας της μιας και αδιαιρέτου Ορθοδοξίας, της οποίας η ενότης κατ’ ουδένα λόγον ή τρόπον πρέπει να διασαλευθή.

β. Ότι είναι θέμα υπευθύνου εκτιμήσεως υπό της Εκκλησίας των ποιμαντικών ευθυνών αυτής και των αντιστοίχων ποιμαντικών αναγκών του ποιμνίου αυτής, γ. Ότι εις σημερινήν διάρθρωσιν των εκκλησιαστικών πραγμάτων ο πιστός λαός του Θεού είναι ανέτοιμος ή τουλάχιστον απροπαρασκεύαστος και απληροφό-ρητος διά να αντιμετωπίση και δεχθή μίαν αλλαγήν εις το θέμα του προσδιορισμού της ημερομηνίας του Πάσχα.

3. Έκρινε, διά ταύτα πάντα, ότι πάσα αναθεώρησις επί το ακριβέστερον της πράξεως εν τω καθορισμώ της ημερομηνίας του Πάσχα, εν τη οποία πράξει και έχομεν άλλωστε τον από αιώνων κοινόν εορτασμόν του Πάσχα ημών, αφεθή δι’ ευθετώτερον καιρόν, του Θεού ευδοκούντος.

4. Θεωρεί απαραίτητον και την εφεξής συστηματικωτέραν κατά το δυνατόν πληροφόρησιν του ποιμνίου εις εκάστην επί μέρους Ορθόδοξον Εκκλησίαν, ίνα η Ορθοδοξία, εν ευρύτητι νου και καρδίας, προχωρήση επί της οδού της από κοινού, εν ακριβεία, αλλά και εν πιστότητι προς το πνεύμα και το γράμ-μα της αποφάσεως της Α΄ Οικ. Συνόδου επιτεύξεως ενιαίου εορτασμού της μεγίστης των εορτών του Χριστιανισμού, τούθ’ όπερ ήτο και η σαφής πρόθεσις της αγίας εκείνης Α΄. Οικουμενικής Συνόδου.

5. Διακηρύττει, ότι το ημερολόγιον και αι επί τούτου δημιουργηθείσαι ανώμαλοι καταστάσεις δεν πρέπει να οδηγώσιν εις διχασμούς, διαστάσεις ή και σχίσματα ακόμη, και ότι τυχόν αντιφρονούντες προς την κανονικήν αυτών Εκκλησίαν πρέπει να υιοθετήσωσι την εκ παραδόσεως καθιερωμένην τιμίαν αρχήν της υπακοής προς την κανονικήν Εκκλησίαν και της επανασυνδέσεως αυτών εντός των κόλπων αυτής εν ευχαριστιακή κοινωνία, και εν τη πεποιθήσει ότι «το σάββατον διά τον άνθρωπον εγένετο και ουχ ο άνθρωπος διά το σάββατον»[7].

 

[1] «Απ. Βαρνάβας», Επίσημο Περιοδικό Εκκλησίας Κύπρου, τεύχ 117, σελ.357 – 361, 1923

[2] «Απόστολος Βαρνάβας», Τεύχος 1, σελ. 30 – 32, 1972, Λευκωσία.

[3] Μιτσίδη Α., Α΄. Διάσκεψις της Διορθοδόξου Προπαρασκευαστικής Επιτροπής της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, «Απόστολος Βαρνάβας», τεύχος 11, σελ. 473 – 481, 1971, Λευκωσία, τεύχος 1, σελ. 28 – 32, 1972, τεύχος 3, σελ. 94 – 115, 1972, τεύχος 5, σελ. 165 – 178, 1972

[4] Ανδρέα Μητσίδη, Η Α΄. Προσυνοδική Πανορθόδοξος Διάσκεψις, «Απόστολος Βαρνάβας», τεύχος 11, σελ. 234, Λευκωσία, 1976.

[5] «Απόστολος Βαρνάβας», τεύχος 11, σελ. 237 – 241, Λευκωσία, 1976.

[6] Πρέπει να διευκρινίσουμε ότι οι αποφάσεις αυτές δεν έχουν κανονική ισχύν προ της επ’ αυτών αποφάνσεως της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου.

[7] Μάρκ. 2,27.



Ετικέτες