«Σβήνει» η Ελλάδα, στην ομογένεια…

Loading...


Η πρόεδρος του Κρητικού Συλλόγου στο Βανκούβερ μιλάει για το πώς η εξέλιξη επηρεάζει τις ρίζες, αλλά και για το πως ένας ψάλτης βρήκε δουλειά σε χρόνο ρεκόρ!

Η Ελλάδα στην ομογένεια αρχίζει να χάνεται. Βρισκόμαστε πλέον στην τέταρτη γενιά. Σιγά –σιγά τα πράγματα αλλάζουν αν και γίνεται μεγάλη προσπάθεια μέσα από τις ελληνικές κοινότητες για τη διατήρηση του ελληνικού στοιχείου, της γλώσσας και των παραδόσεων», είπε στο MadeinCreta η πρόεδρος του συλλόγου Κρητών, στο Βανκούβερ του Καναδά, κ. Ευθαλία Καραπιδάκη που αυτές τις ημέρες μαζί με το σύζυγό της, κ. Μανώλη, βρίσκονται στη γενέτειρά τους, το Αλάγνι.
Η εξήγηση που δίνεται είναι απλή. Αυτή η αλλαγή της συμπεριφοράς οφείλεται στους μεικτούς γάμους, όπως σημειώνει. Στη Μητροπολιτική Κοινότητα του Αγίου Γεωργίου του Βανκούβερ που είναι η πρώτη που ιδρύθηκε από τους πρώτους Έλληνες της διασποράς το 1927, το 70% των γάμων που τελούνται σήμερα είναι μεικτοί. Μάλιστα μέρος της λειτουργίας γίνεται και στην αγγλική γλώσσα.

Σαφώς και υπάρχουν και οι νέοι άνθρωποι που παρακολουθούν μαθήματα στα ελληνικά σχολεία που συντηρούν οι κοινότητες, που μαθαίνουν να χορεύουν τους παραδοσιακούς χορούς, που εκκλησιάζονται και τηρούν τις παραδόσεις, που φτιάχνουν ελληνικά φαγητά και γλυκίσματα, όμως υπάρχει και η άλλη πλευρά που αποκόπτεται από τις ρίζες της.

Ο σύλλογος Κρητών του Βανκούβερ, αξίζει να σημειωθεί ότι, ήταν ο πρώτος ελληνικός σύλλογος  που ιδρύθηκε το 1967, αριθμεί σήμερα μόνο 180 μέλη την ώρα που ο αριθμός των κατοίκων με κρητική καταγωγή είναι μεγαλύτερος.

Αυτό το φαινόμενο δεν αφορά μόνο στους καταγόμενους από το νησί αλλά και από τα  άλλα μέρη της Ελλάδας.

Παλαιότερα, μόνο στο Βανκούβερ, υπήρχαν 35 σύλλογοι από διάφορα μέρη της Ελλάδας. Τώρα έχουν πάψει να λειτουργούν, παρά το γεγονός ότι στην  ευρύτερη περιφέρεια ζουν περισσότεροι από 15.000 Έλληνες.

«Όταν  ήρθαμε εμείς μετανάστες, λαχταρούσαμε να έρθουμε στο σύλλογο, να δούμε τους δικούς μας ανθρώπους. Και μεγαλώσαμε τα παιδιά μας με αυτή την νοοτροπία. Σήμερα τα πράγματα είναι αλλιώς».

Η κ. Ευθαλία δεν έκρυψε την ανησυχία της για αυτό το γεγονός, για τη διατήρηση της ελληνικής γλώσσας αλλά και των παραδόσεων. Πρόεδρος στο σύλλογο είναι τα τελευταία τέσσερα χρόνια, αλλά εκεί μέσα έχει περάσει όλη της, τη ζωή.

«Μας στεναχωρεί αυτό, ιδιαίτερα εμάς που φύγαμε πρώτοι από την Ελλάδα. Κάνουμε μεγάλη προσπάθεια, για να τους βρούμε  και να τους προσεγγίσουμε και να τους φέρουμε κοντά μας. Ακόμα και ανθρώπους πιο μεγάλους από εμένα που τους θυμάμαι όταν ήρθα εδώ».

Το θέμα των γάμων ήταν πάντα κάτι που απασχολούσε τους Έλληνες της διασποράς. Μια πραγματικότητα που αντικατοπτρίζεται σε δύο γνωστές ταινίες από διαφορετικές σκοπιές, και διαφορετικές περιόδους είναι οι «Νύφες» του Παντελή Βούλγαρη, και «Γάμος αλά Ελληνικά» της Ν. Βαρντάλος.

Τα πρώτα χρόνια της μετανάστευσης, εννιά στους δέκα μετανάστες ήταν νέοι άνδρες. Δεν υπήρχαν Ελληνίδες για να αναπτυχθούν σχέσεις και οι Αμερικανίδες, οι Αυστραλέζες, οι Καναδέζες δεν κάλυπταν αυτή την ανάγκη. Δόθηκε τότε το δικαίωμα να γίνονται προσκλήσεις σε «αρραβωνιαστικιές» με τον όρο ότι όταν αυτές έφταναν στο χώρο προορισμού θα έρχονταν σε γάμο με το μετανάστη που τους απηύθυνε την προσκληση. Μια απλή ανταλλαγή φωτογραφίας, ένα σύντομο γράμμα ήταν αρκετά για τον ξενιτεμένο να καλέσει ένα κορίτσι.

Στη δεύτερη ταινία που δείχνει μια μεταγενέστερη εποχή, ο γάμος με ξένο συνεχίζει να είναι ταμπού στις ελληνικές οικογένειες. Η πρωταγωνίστρια για να παντρευτεί ένα Αμερικάνο, χρειάζεται να κάνει επανάσταση.

Όλα αυτά πλέον έχουν ευτυχώς ξεπεραστεί, δυστυχώς όμως φαίνεται ότι επηρεάζουν τις ρίζες.

Βίζα εξπρές για ψάλτη!

Με την κρίση στην Ελλάδα, πολλοί είναι και πάλι οι Έλληνες που ψάχνουν την τύχη τους στο εξωτερικό. Καθημερινά γίνονται τηλεφωνήματα και προς τις ελληνικές κοινότητες του Βανκούβερ. Όμως καμία κοινότητα και καμία δύναμη δεν μπορεί να προσπεράσει τους αυστηρούς νόμους και εύκολα βρίσκει κανείς εργασία, μόνο εάν έχει ειδικότητα που δεν μπορεί να καλυφθεί από τους μόνιμους κατοίκους του Βανκούβερ, όπως αυτή … του ψάλτη!

«Για να έρθει και να μείνει κάποιος και να βρει δουλειά πρέπει να υπάρχει ενημέρωση στις αρχές από τον εργοδότη που προσφέρει τη θέση εργασίας, την οποία εγγυάται για τρία χρόνια.

Επιπλέον αυτή η θέση εργασίας κοινοποιείται στις τοπικές εφημερίδες για δυο  εβδομάδες. Αν δεν καλυφθεί η θέση από κάτοικο του Βανκούβερ τότε μόνο δίνεται η άδεια να έρθει.

Αυτό συνέβη μια φορά πέρυσι που ψάχναμε ψάλτη. Ήταν η μόνη βίζα που εγκρίθηκε για Έλληνα σε χρόνο ρεκόρ!»

Η προσωπική ιστορία

Από το Αλάγνι στο Βανκούβερ, η 20χρονη τότε Ευθαλία  Βασιλάκη, βρέθηκε πριν 49 χρόνια, για να πάει να βρει τον αρραβωνιαστικό της, που μόλις είχε εγκατασταθεί.

Ο νεαρός επίσης Μανώλης Καραπιδάκης είχε φύγει νωρίτερα από το ίδιο μικρό χωριό του Ηρακλείου, για να βρει στην τύχη του στη Γερμανία. Τελικά στέριωσε στο Βανκούβερ, αν και στη συνέχεια της κοινής τους ζωής έκαναν δυο φορές την  διαδικασία του επαναπατρισμού. Δεν κατάφεραν να ορθοποδήσουν. Ήταν μεν Έλληνες είχαν όμως μάθει … με σύστημα.

Την ημέρα που η  κ. Ευθαλία αποχαιρετούσε την οικογένειά της, τη θυμάται σαν τώρα. Ήταν 27 Οκτωβρίου 1964. Μια εποχή δύσκολη για την Ελλάδα που έχει καταγράψει το μεγαλύτερο κύμα μετανάστευσης στην ιστορία της.

«Φέτος κλείνουμε 49 χρόνια έξω. Όσο χρόνια και να περάσουν, όμως, ο τόπος σου δεν ξεχνιέται και δε χορταίνεται» είπε στο MadeinCreta.

Στο Βανκούβερ, στην αρχή, τα πράγματα ήταν δύσκολα.

Μπαρμπέρης στο επάγγελμα ο σύζυγος, στην καρδιά της πόλης, θα ανοίξει μαζί με κάποιον άλλον το παραδοσιακό του κουρείο με τις προδιαγραφές της εποχής, όπως θα το άνοιγε και στο Αλάγνι.

Τα εργαλεία του, το πινέλο και η λεπίδα, και το καλό του χέρι, θα τον κάνουν τον ξακουστό κουρέα του Βανκούβερ, θα γίνει πολλές φορές ρεπορτάζ ενώ στη συνέχεια το κουρείο του θα γίνει «αλυσίδα».

Παρά το γεγονός ότι είχαν εξασφαλίσει μια καλή ποιότητα ζωής, είχαν το σπίτι τους, και ήταν πλέον Καναδοί υπήκοοι, οικογενειακώς, αποφάσισαν να επιστρέψουν πίσω, το 1974 και το 1982.

«Κάναμε δυο φορές τη διαδικασία επαναπατρισμού αλλά οι συνθήκες ήταν επίσης δύσκολες. Εκτός από αυτό, ο σύζυγος,  δεν μπορούσε να προσαρμοστεί και να κάνει δουλειές με την ελληνική νοοτροπία.

Τα πράγματα έξω για να αναρριχηθείς επαγγελματικά, όταν έχεις εξειδίκευση, είναι πιο εύκολα, από ότι εδώ», σημείωσε.