«Μύρισε» Μεγάλη Σαρακοστή

Loading...


Κήρυγμα Θεόδωρου Κυρίτση

Φίλτατοι και αγαπητοί αναγνώστες της μεγάλης αυτής ηλεκτρονικής εφημερίδος του απανταχού ελληνισμού. Σήμερα, Κυριακή, “μυρίζει” Μεγάλη Σαρακοστή. “Μυρίζει” νηστεία, “μυρίζει” προσευχή. Η Εκκλησία μας σήμερα, σας παρουσιάζει μία ωραιοτάτη εικόνα. Της προσευχής, της ταπεινοφροσύνης, της αλλαζονείας. Ανoίγει σήμερα – ουσιαστικά από χθες το βράδυ στον Εσπερινό- το ευλογημένο βιβλίο το οποίο λέγεται Τριώδιον, που έχει τρεις χορδές. Το βιβλίο αυτό είναι γεμάτο από προσευχές, από ευχές, από όμορφα τροπάρια και, ιδίως, για την  ταπεινοφροσύνη και για την προσευχή.

Και αρχίζει το Τροπάριο: Μην προσευξόμεθα φαρισαϊκώς, αδελφοί! Τι θέλει να μας πει μ΄αυτό; Να μην είμαστε, λέει, όπως οι Φαρισαίοι. Ποιοί ήσαν οι Φαρισαίοι; Οι Φαρισαίοι ήταν εκείνοι οι οποίοι ήτανε οι νομικοί της Ιερουσαλήμ. Γιατί αυτοί, μαζί με τους υιούς του Ααρών, επίεσαν το λαό να σταυρώσουν τον Χριστό. Τα δύο σωματεία, το Ιερατείο του Ααρών και το Νομικό Συμβούλιο της Ιερουσαλήμ! Αυτοί ήσαν εκείνοι οι οποίοι έκαναν πλύση εγκεφάλου στο λαό για να φωνάξουνε το: σταύρωσον, σταύρωσον αυτόν!

Καιρός πλέον. Οι μεγάλες εορτές των Χριστουγέννων, επέρασαν. Τώρα όμως σιγά-σιγά αρχίζει νέα περίοδος. Πλησιάζουμε την Αγίαν και Μεγάλην Τεσαρακοστή.

Είμαστε διαβατάρικα πουλιά σ΄αυτόν τον κόσμο. Προσωρινοί, είμαστε. Πόσο καιρό θα ζήσουμε σ΄αυτόν τον μάταιο κόσμο, δεν το γνωρίζουμε. Αλλά, για να περάσουμε στον άλλον κόσμο, τον ποθούμενο, πρέπει να έχουμε και ένα καλό διαβατήριο. Ποιό είναι αυτό το διαβατήριο, για την αιώνια ζωή; Είναι η αγάπη, η ταπεινοφροσύνη, η προσευχή.

Μας λέει ο Χριστός, εις την Ευαγγελική περικοπή, παρμένη από τον Ιερό Ευαγγελίστή Λουκά, Κεφ. 18 Χορ. Εδάφια 10-14 (μικρό τεμάχιο είναι και δεν θα κάνουμε άσχημα εάν ανοίξουμε το σκονισμένο Ευαγγέλιο, την Καινή Διαθήκη και να το μελετήσουμε). Μας λέγει πως δύο άνθρωποι αποφάσισαν να πάνε στην Εκκλησία για να προσευχηθούν. Ο ένας ήτανε Φαρισαίος και ο άλλος ήτανε Τελώνης.

Τι είναι ο Φαρισαίος, επιτρέψτε μου μια μικρή ανάλυση: Οι Φαρισαίοι, αδελφοί μου, ήτανε νομικοί, οι οποίοι κρατούσανε το νόμο πολύ σωστά, αλλά κατά τα άλλα όμως μέσα τους ήτανε ο Θεός να βάλει το χέρι του!  Σαπίλα και βρωμιά! Εγύριζαν στους δρόμους  με μεγάλα φαρδειά ρούχα και περίμεναν όλους τους άλλους να τους δέχονται  με μεγάλο σεβασμό διότι ήσανε οι μορφωμένοι άνθρωποι!

Ο άλλος, ήτανε  ένας αμαρτωλός, ένας Τελώνης. Ποιός ήτανε ο Τελώνης; Είναι αυτοί οι οποίοι πηγαίνουνε και μαζεύουνε τους φόρους, κι αν δεν έχουνε, σε βγάζουν έξω από το σπίτι σου, σου παίρνουν ό,τι έχεις και δεν έχεις, είτε είσαι φτωχός, είτε είσαι χήρα, σου παίρνουν ό,τι έχεις και δεν έχεις και σε βγάζουνε στους πέντε δρόμους, όπως λέμε.

Και οι δύο πήγανε στην εκκλησία  για να προσευχηθούν. Και μπαίνει πρώτα ο Φαρισαίος,  με μεγάλη υπερηφάνεια, την ώρα που ακουγότανε μία ωραία ψαλμωδία. Κι άρχισε να προσεύχεται πολύ δυνατά και να λέγει: Κύριε, εγώ δεν είμαι σαν τους άλλους  ανθρώπους. Εγώ είμαι καθαρός, δύο φορές την εβδομάδα νηστεύω, κάθε Πέμπτη που πήγε ο Μωϋσής στο Όρος να πάρει τον Νόμο, δηλαδή τις δέκα εντολές, και τη Δευτέρα που κατέβηκε, για να τις φέρει στο λαό…

Αντί να ξεκλειδώσει τα τρίσβαθα της καρδιάς του και να δείχνει τις πληγές και τις αράχνες που του έκαμε η αμαρτία και να ζητεί με δάκρυα την ευσπλαχνεία του Θεού, όχι με τέτοιο τρόπο, αλλά να μετράει προς τον Θεό τις αρετές του και, μάλιστα, για να βάλει πιο περισσότερο χρώμα, αρχίζει να βρίζει όλους τους άλλους ανθρώπους! Θεέ μου σε ευχαριστώ γιατί δεν είμαι σαν τους άλλους… Όλοι τους είναι άρπαγες, άδικοι, διεφθαρμένοι, παλιανθρώποι, ακόμη και σαν τούτον εδώ τον αρχιληστή, τον Τελώνη, που είναι φορτωμένος με όλες τις αδικίες που ετόλμησε κι αυτός να μπει μέσα στο ναό Σου, και να τον μολύνει…

Κι εξακολούθησε να απαριθμεί τις αρετές του! Που καταντάει κανένας άνθρωπος, όταν η υπερηφάνεια αρχίζει να παίρνει τα ύψη της συνειδήσεώς του. Μάλιστα! Στον εαυτό του βλέπει μόνον  αρετές. Στους άλλους  όλο κακίες. Αυτός είναι ένα διαμάντι μέσα στα κάρβουνα! Ένα φως μέσα στο σκοτάδι! Ενώ οι άλλοι, τι είναι οι άλλοι; μας το λέει…

Ο άλλος, όμως,  ο Τελώνης, πρωτού ακόμη πάει στην Εκκλησία, άρχισε να αισθάνεται μέσα στην ψυχή και την καρδιά του δυνατούς χτύπους. Είδε μπροστά του να παιρνούν όλες οι αμαρτίες του. Είδε τους φτωχούς, που τους είχε βγάλει στους δρόμους, είδε τα ορφανά να κλαίνε, είδε τις χήρες να τρέχουνε να βρίσκουνε -σαν σήμερα στην Ελλάδα- ρουχαλάκια για τα παιδάκια τους, ψωμάκι από τους κάδους των απορρημάτων! Όλα αυτά τα είδε σαν κινηματογραφική ταινία να περνούν από μπροστά του. Κι όταν αντίκρυσε τον Ιερό ναό κι άκουσε την υμνοδεία, ένα ανατρίχειασμα τον έπιασε και σιγά-σιγά άνοιξε την πόρτα.  Τότε του φάνηκε σαν ένα χέρι να τον εμποδίζει και μια φωνή να του λέει: Στάσου εκεί ακίνητος! Εσύ δεν είσαι άξιος να αντικρύσεις το πρόσωπο του Θεού. Έτσι αυτός ενόμισε πως του είπε μια φωνή χωρίς να καταλάβει ότι δεν ήτανε τίποτε άλλο παρά η συνείδησή του που του φώναζε.

Ο Τελώνης αισθάνθηκε πως μπήκανε μέσα στην καρδιά του αυτά τα λόγια. Είδε σε μιά στιγμή σαν κινηματογραφική ταινία, όπως προείπα, όλες τις αμαρτίες του και ξέσπασε σε ένα δυνατό κλάμα. Και άρχισε να χτυπάει τα στήθη του και να ζητάει το έλεος του Θεού: Ο Θεος ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ. Δεν είμαι άξιος να σηκώσω τα μάτια μου εις τον ουρανό. Είμαι αμαρτωλός, Κύριε. Το έλεός Σου ζητώ. Ο Θεος ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ …

Και οι δυό, φίλτατοι και αγαπητοί αναγνώστες των φτωχών αυτών λόγων, ανήλθαν στο ιερό για να ξεχάσουνε τα γήϊνα και να πετάξουν στα ουράνια και να αγνισθούν από τη χάρη του Θεού. Αλλά τα αποτελέσματα, γνωστά. Ο Φαρισαίος εξέχασε πως ήταν και αυτός άνθρωπος.  Ο Τελώνης, όμως, με φόβο και με πόνο λέει τις αμαρτίες του και ζητεί το έλεος του Θεού. Η ευσπλαχνία του Θεού με τα πανάγια φτερά της τον σκεπάζει και λέει ο Χριστός: κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ ἢ γὰρ ἐκεῖνος;  Ποιός από τους δύο έλαβε την ελεημοσύνη και το έλεος του Θεού; Ο Φαρισαίος ή ο Τελώνης; Και συνεχίζει:

Ότι πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, ὁ δὲ ταπεινῶν ευατόν υψωθείσεται.

Πολλές φορές με βλέπουν φίλοι μου και μ΄ακούν στα ραδιοφωνικά μου προγράμματα και ομιλούν και πολλοί άλλοι γύρω από αυτά τα προγράμματα. Σε μια στιγμή με είδε ένας φίλος μου που ομιλούσα με μία γυναίκα η οποία είχε ξεφύγει από τον δρόμο του Θεού και μου λέγει, πάτερ είναι δυνατόν εσύ να συνομιλείς με αυτό το πρόσωπο που είναι πασίγνωστο για τις πολλές αμαρτίες; Τον κοιτάζω κατάματα και του λέω: Φίλτατε και αγαπητέ συνάδελφε, ας μην λησμονούμε, ο Χριστός δεν ήλθε για τους δικαίους, αλλά για τους αμαρτωλούς! Και που ξέρεις εσύ αν αυτό το πρόσωπο, ποιά ήτανε τα αίτια για να κυλησθεί στο βούρκο της αμαρτίας; Το σκέφθηκες λιγάκι; Ποιός έσπρωξε αυτό το πρόσωπο να αμαρτήσει. Ερώτησες εάν είχε πατέρα, ερώτησες εάν είχε αδελφό να προσέχει, ερώτησες εάν η μάνα της ήταν εις θέση να την ταϊζει, να εξεύρει το ψωμί, ερώτησες εάν τα αδέλφια της δεν είχανε να φάνε και αναγκάστηκε να κυλήσει στο βούρκο της αμαρτίας για να βάλει ψωμί στο φτωχικό τραπέζι της οικογένειάς της;

Αλλά το χέρι του Θεού, είναι πολύ μεγάλο. Και δεν πρέπει εμείς να κατακρίνουμε, παρά μόνον εάν μπορούμε να δώσουμε ένα χέρι βοηθείας εις αυτούς τους αδυνάτους. Είσαι πλούσιος; Μαζί σου δεν πρόκειται να πάρεις τίποτα. Άνοιξε το χεράκι σου  και βοήθησε τη φτωχολογιά. Είσαι φτωχός;  Να προσεύχεσαι και γι αυτούς που έχουν κυλισθεί στο βούρκο της αμαρτίας.

Ένας Πατέρας της Εκκλησίας μας, ο Εφραίμ ο Σύριος, αποφάσισε να κάνει ένα ταξείδι και γονατιστός κάτω προσεύχεται στον Χριστόν να του παρουσιάσει ένα άλλο πρόσωπο για να γίνει το ταξείδι του πιο ήσυχο, να γίνει πιο καλύτερο, να μην είναι μονάχος του. Αν ο Κύριος του παρουσιάσει κανένα άλλο πρόσωπο, ούτως ώστε με τις κουβέντες, το ταξείδι αυτό να είναι πιο καλύτερο, από ότι έπρεπε να είναι. Στο δρόμο παρουσιάζεται μια γυναίκα.  Και είπε ο Άγιος: Τι να την κάνω αυτή τη γυναίκα; Εσταμάτησε. Η γυναίκα τον κοιτάζει κατάματα. Και της λέγει: Γιατί με κοιτάς κατάματα;

Σε κοιτάζω κατάματα, του λέει η γυναίκα, διότι εσύ εβγήκες από τα χέρια του Δημιουργού, ενώ εγώ βγήκα από σένα! Εσύ, του λέει, εβγήκες από χώμα και από νερό. Εγώ εβγήκα από σένα! Για σκεφθείτε! Παίρνουμε χώμα, παίρνουμε νερό, το δίνουμε στον πλάστη και εκείνος ο οποίος γνωρίζει να φτιάχνει πήλινα βάζα ή ποτήρια, θα τα κάνει σύμφωνα με το πρόγραμμα που έχει στο χέρι του. Άλλοτε κάνει κούπες, άλλοτε κάνει πιάτα, άλλοτε κάνει βάζα. Γαιτί δεν δίδομε και μεις τον εαυτό μας με ταπεινοφροσύνη, με προσευχή, με ειλικρίνεια, με αγάπη, με συμπόνια προς τον πλησίο, γιατί δεν δίδομε τον εαυτόν μας εις τον Θεόν να μας κάνει αυτός ό,τι νομίζει καλύτερο;

Με αυτές τις σκέψεις, κλείνουμε σήμερα το πρώτο μας κήρυγμα γύρω από τα προεόρτια της Μεγάλης Σαρακοστής. Αδελφοί, μην προσευξόμεθα φαρισαϊκώς. Πρέπει να έχουμε ταπεινοφροσύνη, αγάπη, ομόνοια. Να είμαστε υπερήφανοι που είμαστε Έλληνες και να κοιτάζουμε παντοιοτρόπως να βοηθούμε όσο μπορούμε και ιδίως, αυτό το ηλεκτρονικό Μέσον που συνδέει τον απανταχού ελληνισμό. Η εφημερίδα αυτή δεν βγαίνει μοναχή της. Χρειάζεται κόπος, μόχθος, χρήμα κ.ο.κ. Πρέπει  όλοι μας έστω και από αυτό της ψυχής μας  ένα μέρος να βγάλουμε για να βοηθήσουμε αυτό το έργο που έχει ο κ. Χρήστος Μαλασπίνας για τον απανταχού ελληνισμό.  Έστω και από υστέρημα της ψυχής και της καρδιάς μας. Βοηθείστε όσο μπορέσετε για να συνεχιστεί το θεάρεστο αυτό έργο.

Έως την επομένη Κυριακή, φίλτατοι και αγαπητοί μου, Άγγελος Κυρίου να προβαδίζει τα βήματά σας εις την πλησιεστέραν Εκκλησία της γειτονιάς σας.

Χαίρετε.