Για την Ελένη, τον Χρήστο, τον Γιάννη…

Loading...


Ένα διαφορετικό σχολείο ελληνικής γλώσσας για παιδιά νέων μεταναστών μετά από πρωτοβουλία της Ελληνικής Κοινότητας Μελβούρνης και Βικτωρίας

«Θέλω να έχω μία αυξημένη επικοινωνία με τα παιδιά μου. Δεν θέλω να αρκούμαστε κάποια στιγμή στο καλημέρα και καλησπέρα μόνο» είναι τα λόγια του Κώστα Στεφανίδη, του Έλληνα αρχιτέκτονα, που πριν από ενάμισι χρόνο αποφάσισε να αναζητήσει ένα καλύτερο αύριο γι’ αυτόν και την οικογένειά του στην Αυστραλία.

Είναι λόγια που ακούστηκαν πριν από λίγες μέρες, αλλά θα μπορούσαν να είχαν ακουστεί και πριν 40 ή 50 χρόνια από τα χείλη κάποιων άλλων Ελλήνων μεταναστών της εποχής εκείνης και, σίγουρα, κάποιοι απ’ εσάς που ανήκετε σε εκείνη την γενιά των μεταναστών έχετε κάνει παρόμοιες σκέψεις εν ευθέτω χρόνω.

Ο Κώστας μιλά για την Ελένη και τον Χρήστο του, δύο από τα πολλά παιδιά των νέων Ελλήνων μεταναστών της Αυστραλίας και τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγός του Αθηνά (η οποία σημειωτέον είναι και δασκάλα) ανησυχούν για το μέλλον των Ελληνικών τους.

Τα ελληνικά των δύο 7χρονων παιδιών δεν έχουν καμία σχέση με τα ελληνικά των συνομήλικων τους. Πώς θα μπορούσαν άλλωστε. Για την Ελένη και τον Χρήστο τα ελληνικά «είναι μητρική γλώσσα, ενώ για τα παιδιά της τρίτης και τέταρτης γενιάς Ελληνοαυστραλών στην Αυστραλία, τα ελληνικά είναι δεύτερη γλώσσα» αναφέρει χαρακτηριστικά η μητέρα τους Αθηνά, και προσθέτει… «ούτε τα παιδιά μας μπορούν να πάνε σε απογευματινά σχολεία με παιδιά της τρίτης και τέταρτης γενιάς και να ωφεληθούν ουσιαστικά λόγω του επιπέδου των ελληνικών τους ούτε τα παιδιά της τρίτης και τέταρτης γενιάς θα μπορούσαν να παρακολουθήσουν Ελληνικά μαζί με τα παιδιά μας αν το επίπεδο των γνώσεων τους δεν είναι εφάμιλλο των δυνατοτήτων των παιδιών που έρχονται τώρα από την Ελλάδα».

Και αυτή είναι η πραγματικότητα ή, αν θέλετε, η αλλαγή της σύνθεσης της μαθητικής κοινότητας της παροικίας που συντελείται τα τελευταία δύο χρόνια. Μία αλλαγή που η Ελληνική Κοινότητα Μελβούρνης και Βικτωρίας είδε, άκουσε, πληροφορήθηκε από τους ίδιους τους νέους μετανάστες και αποφάσισε να κοιτάξει με πολύ περισσότερη σοβαρότητα, αποφασίζοντας τη σύσταση ενός σχολείου ελληνικών που θα απευθύνεται αποκλειστικά σε μαθητές που έχουν την ελληνική ως μητρική γλώσσα.

«ΤΟ ΘΕΩΡΗΣΑΜΕ ΚΑΘΗΚΟΝ ΜΑΣ»

Ο Νίκος Ντάλας μαζί με μέλη του Δ.Σ. της Κοινότητας, αλλά και άλλα ενεργά μέλη του οργανισμού, ανέλαβαν να κάνουν αυτήν την ιδέα πραγματικότητα.

«Το θεωρήσαμε καθήκον μας» μου λέει. «Είμαστε ένας μη κερδοσκοπικός οργανισμός και πιστεύουμε ότι η Ελληνική Κοινότητα πρέπει, όπως πάντα έκανε, να ανταποκρίνεται στις ανάγκες της παροικίας. Ξέρουμε ότι οι οικογένειες των νέων Ελλήνων μεταναστών αντιμετωπίζουν πολλές δυσκολίες εγκατάστασης και προσαρμογής στη νέα τους ζωή – δεν θα μπορούσε να ήταν διαφορετικά άλλωστε. Η διατήρηση της ελληνομάθειας αποτελεί γι’ αυτούς προτεραιότητα και αυτό είναι κάτι που το διαπιστώσαμε όχι μόνο από τα όσα ακούμε από καιρούς αλλά και μετά ένα σχετικό ερωτηματολόγιο που συμπλήρωσαν πρόσφατα. Συνεπώς αυτό που προσπαθούμε να κάνουμε είναι να καλύψουμε αυτό το κενό» αναφέρει χαρακτηριστικά.

Ξεκαθαρίζει, εντούτοις, ότι η προσπάθεια της Κοινότητας δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ως μία έμμεση αιχμή προς τα άλλα απογευματινά σχολεία της Μελβούρνης. «Υπάρχουν αρκετά ημερήσια σχολεία που διδάσκουν ελληνικά ως μέρος του αναλυτικού τους προγράμματος. Ωστόσο, η πλειονότητα των μαθητών που φοιτούν σε αυτά, είναι παιδιά γεννημένα στην Αυστραλία που μαθαίνουν τα ελληνικά ως δεύτερη γλώσσα. Είναι, λοιπόν, εύλογο να υστερούν στο να καλύψουν τις ανάγκες των παιδιών που μόλις έχουν έρθει από την Ελλάδα και το επίπεδο των Ελληνικών τους είναι σαφώς διαφορετικό».

Ο κ. Ντάλας αναφέρει ότι μέχρι αυτή τη στιγμή έχουν εκδηλώσει ενδιαφέρον πάνω από 100 οικογένειες με κατά μέσο όρο δύο παιδιά για την κάθε οικογένεια, ενώ τα περισσότερα απ’ αυτά τα παιδιά είναι σε επίπεδο πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης.

«Εκείνο που μας φανέρωσε το ερωτηματολόγιο είναι ότι οι περισσότερες οικογένειες νέων μεταναστών έχουν εγκατασταθεί στα νότια προάστια της Μελβούρνης γεγονός που σημαίνει ότι ένα από τα δύο μας τμήματα θα βρίσκονται εκεί. Έχουμε αποφασίσει για ένα τμήμα στην περιοχή του Chadstone, ενώ το δεύτερο θα είναι στο κέντρο της πόλης» αναφέρει ο κ. Ντάλας και προσθέτει… «Γνωρίζοντας, επίσης, τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι οικογένειες των νέων μεταναστών, που επίσης είναι αναμενόμενο καθώς οι άνθρωποι προσπαθούν να ορθοποδήσουν σε μία νέα χώρα, τα δίδακτρα θα είναι φθηνότερα γι’ αυτά τα σχολεία».

ΒΑΣΙΚΟΙ ΑΞΟΝΕΣ Η ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ Ο ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Μπορεί ο Νίκος Ντάλας, ο Κώστας και ο Θόδωρος Μάρκος και άλλοι γνωστοί παράγοντες και μέλη της Κοινότητας Μελβούρνης και Βικτωρίας να «χτίζουν» το διαφορετικό αυτό σχολείο, αλλά το σχολείο αυτό το «έχτισε» στο μυαλό της πρώτα η φιλόλογος και άρτι αφιχθείσα από την Ελλάδα, Μαρία Μπακαλίδου, που είναι και μητέρα δύο παιδιών.

«Είδα την ανάγκη από την πρώτη στιγμή και από τα ίδια μου τα παιδιά. Παράλληλα, επειδή διδάσκω, είδα και το επίπεδο της γλώσσας στα σχολεία. Δεν θέλω να χρησιμοποιήσω χαρακτηρισμούς όπως κακό ή καλό, απλώς δεν είναι κατάλληλο για τα παιδιά που έχουν τα Ελληνικά ως μητρική τους γλώσσα»

Η κ. Μπακαλίδου, που είναι και υπεύθυνη για την ανάπτυξη της ύλης που θα διδάσκεται σ’ αυτό το σχολείο, μάς πληροφορεί ότι θα στηρίζεται πάνω στα ελληνικά βιβλία γλώσσας της Ελλάδας, ενώ παράλληλα τα παιδιά θα διδάσκονται και πολιτισμό.

«Κατ’ αρχήν, επειδή είναι απογευματινό σχολείο και τα παιδιά είναι ήδη κουρασμένα από το ημερήσιο, θα το συμπυκνώσουμε σε τρίωρο. Η πρώτη μιάμιση ώρα θα είναι αποκλειστικά αφιερωμένη στη γλώσσα και στο δεύτερο μέρος τα παιδιά θα διδάσκονται ελληνική ιστορία, γεωγραφία, μελέτη περιβάλλοντος, μαθήματα που εντάσσονται στο πλαίσιο των σπουδών πολιτισμού» αναφέρει η κ. Μπακαλίδου.

Τα τμήματα αυτά θα επανδρωθούν με δασκάλους από την Ελλάδα, οι οποίοι όπως, χαρακτηριστικά, ανέφεραν τόσο ο κ. Ντάλας όσο και η κ. Μπακαλίδου, γνωρίζουν την ψυχολογία αλλά και τη νοοτροπία του μαθητή της Ελλάδας.