Χαιρετισμός του Οικουμενικού Πατριάρχου προς την Αντιπροσωπεία της Εκκλησίας της Ρώμης

Loading...


Ακολουθεί ο Χαιρετισμός της Α. Θ. Παναγιότητος του Οικουμενικού Πατριάρχου κ. κ. Βαρθολομαίου προς την Αντιπροσωπείαν του Πάπα Ρώμης Βενεδίκτου Ις’
επί τη διαγενομένη Θρονική Εορτή της Μητρός Εκκλησίας…

«Σεβασμιώτατε αδελφέ εν Χριστώ Καρδινάλιε κύριε Kurt Koch, Πρόεδρε του Ποντιφικού Συμβουλίου επί της προωθήσεως της Ενότητος των Χριστιανών, και λοιπά μέλη της Αντιπροσωπείας της Αυτού Αγιότητος, του προσφιλούς αδελφού Πάπα και Επισκόπου της πρεσβυτέρας Ρώμης.

Ολοκαρδίως ευχαριστούμεν υμίν και τω αποστείλαντι υμάς Αγιωτάτω Πάπα Βενεδίκτω ΙϚ´ διά την αγάπην της σεβασμίας Εκκλησίας της Πρεσβυτέρας Ρώμης προς την καθ’ ημάς Αγιωτάτην Εκκλησίαν της Νέας Ρώμης, την εκφραζομένην διά της συμμετοχής σας εις την ημετέραν χαράν επί τη Θρονική Εορτή του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ως, αντιστοίχως, πράττομεν και ημείς κατά την Θρονικήν Εορτήν της εν Ρώμη Εκκλησίας.

Διατηρούμεν εισέτι, αδελφοί, ζωηράν την συγκίνησιν εκ της προσφάτου συναντήσεως ημών μετά του αδελφού Πάπα Ρώμης εν τη έδρα Αυτού, κατά τον εορτασμόν της πεντηκοστής επετείου από της συγκλήσεως της Β´ Βατικανής Συνόδου, η οποία  ε τ α μ ε ν  αληθώς νέαν οδόν εις την πορείαν προς την ενότητα των Εκκλησιών.Εν νοερά κοινωνία και σήμερον μετά του Αγιωτάτου Αδελφού, ευχαριστούμεν και πάλιν Αυτώ διά τας αποδοθείσας ημίν τιμάς, και ιδιαιτέρως διά την ανταλλαγήν αδελφικών απόψεων και σκέψεων ως προς την κοινήν πορείαν προς την ενότητα.

Η ιδιότης των ιδρυτών των Εκκλησιών ημών, της Πρεσβυτέρας και της Νέας Ρώμης, Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Ανδρέου, ως κατά σάρκα αδελφών, αποτελεί μίαν ώθησιν δι’ αμφοτέρας τας Εκκλησίας μας προς αληθή βίωσιν της πνευματικής αδελφωσύνης και αποκατάστασιν της κοινωνίας εν τω αυτώ πνεύματι, εν αληθεία και εν αγάπη.

Ατυχώς, κατά την διαδρομήν των αιώνων, η αδελφωσύνη αύτη επλήγη ισχυρώς, με αποτέλεσμα να διασπασθή η πνευματική ενότης των Εκκλησιών μας. Επί σειράν αιώνων θεολόγοι αλλά και εκκλησιαστικοί άνδρες αμφοτέρων των Εκκλησιών εδαπάνων τας δυνάμεις των ουχί εν τω πλαισίω του διαλόγου, αλλά προς μεμονωμένην προβολήν και υποστήριξιν των ιδίων θέσεων, μη λαμβάνοντες υπ’ όψιν το του Ιερού Χρυσοστόμου «Αλλ᾿ είπας άπαξ, και ουκ ήκουσεν∙ ουκούν ειπέ και δις, και τρις, και τοσαυτάκις, έως αν πείσης. Καθ’ εκάστην ημέραν ο Θεός ημίν διαλέγεται, και ουκ ακούομεν, και ουκ αφίσταται διαλεγόμενος∙ ταύτην και συ μίμησαι την κηδεμονίαν περί τον πλησίον» (Εις Αδριάντας, Ομιλία ΙΣΤ, P.G. 49, 171-172).

Ήδη φαίνεται εμπειρικώς ότι έχει ωριμάσει εις τας καρδίας αμφοτέρων των πλευρών, ότι από τούδε και εις το εξής πρέπει να αντιστραφή η κατεύθυνσις των προσπαθειών μας. Πρέπει, δηλαδή, να δαπανώμεν τας πνευματικάς δυνάμεις μας ουχί εν τη προσπαθεία ανευρέσεως δικαιολογιών διά την ενίσχυσιν των θέσεων, τας οποίας υπεστηρίξαμεν κατά το παρελθόν προς δικαιολόγησιν του σχίσματος, αλλά να καταβάλλωμεν ειλικρινή προσπάθειαν διά την ανεύρεσιν επιχειρημάτων, επιβεβαιούντων το εσφαλμένον της διχαστικής τάσεως και αναζητούντων τρόπους προσεγγίσεως και, έτι περισσότερον, πλήρους αποκαταστάσεως της ενότητος των Εκκλησιών.

Ο καλλίτερος τρόπος, διά την μελέτην του θέματος τούτου, είναι η συνέχισις και η καλλιέργεια των διεκκλησια-στικών διαλόγων και σχέσεων, και ιδιαιτέρως του εξελιχθέντος από διαλόγου της   α γ α π η ς  εις ουσιαστικόν και θ ε ο λ ο γ ι- κ ο ν διάλογον μεταξύ των δύο ημών Εκκλησιών, της Ορθοδόξου και της Ρωμαιοκαθολικής. Η προσωπική γνωριμία των μελών και ιδιαιτέρως των ιθυνόντων των Εκκλησιών, οδηγεί πολλάκις εις την διαπίστωσιν, ότι τα πρόσωπα είναι καλής διαθέσεως, και ότι η βαθυτέρα εν αντικειμενικότητι γνώσις των προκαλεσάντων την ρήξιν θεμάτων, αρκεί διά να διαλύση φόβους, καχυποψίας, δυσπιστίας και συγκρούσεις του παρελθόντος.

Τα σύγχρονα μέλη, και ιδιαιτέρως τα κορυφαία, των Εκκλησιών ημών διαπνέονται, κατά το πλείστον, υπό αγαθής διαθέσεως διά την άρσιν των κληρονομημένων εμποδίων, και την επίτευξιν της πολυποθήτου ενότητος εν τη πίστει, η οποία θα συνεπιφέρη και την ομολογουμένως υπό πάντων επιθυμητήν ευχαριστιακήν κοινωνίαν ημών. Ατυχώς, οι ρυθμοί προόδου και μεταστροφής των ψυχών προς την κατεύθυνσιν αυτήν είναι βραδείς, ένεκα της ανθρωπίνης ημών αδυναμίας να υπακούσωμεν εις το Θέλημα του Θεού, υπερβαίνοντες θέσεις και καταστάσεις και «θ ε ο λ ο γ ι α ς», υποστηριχθείσας μέχρι προ τινος, και εισέτι υπό πολλών μέχρι σήμερον, εντός των κόλπων αμφοτέρων των Εκκλησιών ημών, προβαλ-λομένας, ως αποδεικνύει και αυτή αύτη η πορεία του επί τριάκοντα δύο έτη διεξαγομένου Θεολογικού ημών Διαλόγου.

Οφείλομεν συνεπώς να επιταχύνωμεν τας προόδους ταύτας, πυκνούντες και ενισχύοντες όση ημίν δύναμις τον Διάλογον της αληθείας, ώστε διά των συχνών και πολλαπλών πεδίων συζητήσεων να προάγεται η γνώσις και να διευκολύνεται η αλληλοκατανόησις και να οδηγώμεθα εις «πάσαν την αλήθειαν» (πρβλ. Ιωάν. ις΄ 13), ήτις πάντοτε και υπέρ πάντα νικά. Καί «μηδέν προτιμότερον της αληθείας και της οικείας εαυτών ασφαλείας», κατά τον φωστήρα της Καππαδοκίας Μέγαν Βασίλειον (Επιστολή 245, Θεοφίλω Επισκόπω, P.G. 32, 925 Β-C).

Ώριμος καρπός της γνώσεως ταύτης είναι η  σ τ α δ ι α κ η συμφωνία επί μεμονωμένων μεν εκάστοτε σημείων, η οποία όμως εις τον πίνακα των διαφωνιών και των συμφωνιών θα αυξάνη συνεχώς το χρώμα των συμφωνιών, μέχρις ότου εκλείψωσι πάσαι αι διαφωνίαι. Τότε θα δοξολογήσωμεν άπαντες από κοινού, ηνωμένοι εν τη πίστει και τη αγάπη, τον Σωτήρα Χριστόν, ο Οποίος θα έχη εξαγάγει ημάς εις  α ν α ψ υ -χ η ν  διά μέσου πυρός και ύδατος.

Η υμετέρα επίσκεψις σήμερον ενταύθα, αδελφοί εν Κυρίω ηγαπημένοι, προς συμμετοχήν εις την ημετέραν χαράν διά την εορτήν της Αγιωτάτης Εκκλησίας της Κωνσταντι-νουπόλεως επί τη μνήμη του Αγίου Αποστόλου Ανδρέου, του μαθητού Ιωάννου του Προδρόμου και Βαπτιστού, και εν συνεχεία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, συμβάλλει ουσιωδώς εις την αναθέρμανσιν του ενδιαφέροντος διά την πρόοδον του διαλόγου μεταξύ των Εκκλησιών ημών. Ακόμη και όταν δεν κατορθώνεται να καταλήξουν οι διαλεγόμενοι αντιπρόσωποι εις κοινήν παραδοχήν ωρισμένων συμπερασμάτων, η χρησιμότης του φαινομενικώς μόνον αποτυχόντος, εν δεδομένη συγκυρία, διαλόγου, εξακολουθεί να είναι σπουδαία, διότι ακόμη και η διαπίστωσις της διαφωνίας ωθεί εις την επιδίωξιν της συμφωνίας. Η δε επιδίωξις της επιτυχίας ενός σκοπού, είναι το θ ε μ ε λ ι ο ν διά την πραγματοποίησιν αυτού. Η μη συμφωνία επί θέματος ή επί σημείου τινός οδηγεί εις την επανάληψιν της συζητήσεως, με κοινήν πρόθεσιν να μη αποτύχη εκ νέου, και, υπαρχούσης καλής θελήσεως, η Χάρις του Θεού, η οποία παρακολουθεί τα πάντα, θα επιβραβεύση τους καλής θελήσεως συνομιλητάς, με την άνωθεν έμπνευσιν υπό του Αγίου Πνεύματος, της κοινής αποδοχής του πρέποντος πορίσματος, καθ’ ότι κατά τον εκ των προκατόχων ημών Άγιον Γρηγόριον τον Θεολόγον «ου δεινόν ηττηθήναι λόγω, ου γαρ πάντων ο λόγος» (Δεν είναι κακό να νικηθή κάποιος στον διάλογο· διότι δεν είναι προνόμιο όλων ο διάλογος) (Γρηγορίου του Θεολόγου, Εις Ήρωνα τον φιλόσοφον, P.G. 35, 1224 Β).

Κατά την εν τω ιερώ Ευαγγελίω του Αγίου Ιωάννου εξιστορουμένην αλήθειαν -καθ’ ότι ο λόγος του Θεού αλήθειά εστιν (πρβλ. Ιωάν. ιζ΄ 17)- ο Απόστολος Ανδρέας ανεκοίνωσε περιχαρής εις τον αδελφόν αυτού Άγιον Απόστολον Πέτρον, ότι «ευρήκαμεν τον Μεσσίαν» και ωδήγησεν αυτόν εις τον Ιησούν. Α δ ε λ φ ο ς, λοιπόν, οδηγεί α δ ε λ φ ο ν προς τον Κύριον. Εν προκειμένω, δεν έχει σημασίαν διά την σημερινήν εποχήν, ποίος εκ των δύο αδελφών ωδήγησε τον έτερον προς τον Ιησούν. Αμφότεροι οφείλομεν, ο τε διάδοχος του Αποστόλου Πέτρου και ο του Αποστόλου Ανδρέου, να μαρτυρήσωμεν εκάτερος τω αδελφώ αυτού ότι «ευρήκαμεν τον Μεσσίαν» και να οδηγήσωμεν τα βήματά μας αμφότεροι προς Αυτόν. Διότι Αυτός είναι η ῾Ο δ ο ς  και η  Α λ η θ ε ι α  και η  Ζ ω η. Εκείνος, ο πορευόμενος συνεχώς αοράτως μαζί μας προς Εμμαούς, ή εις την «Γαλιλαίαν» εκάστου εξ ημών, είναι η ᾽Α-ν α σ τ α σ ι ς  και η Σ ω τ η ρ ι α του κόσμου, Αυτός και η ᾽Ε λ-  π ι ς  της ανθρωπότητος διά την έξοδον εκ πάσης  κ ρ ι σ ε ω ς, και εκ της ηθικής και εκ της οικονομικής, η οποία ταλανίζει την εποχήν μας.

Όθεν, οφείλομεν ημείς αμφότεροι, ο τε αδελφός Πάπας Ρώμης και η ημετέρα Μετριότης, και αι ημέτεραι Εκκλησίαι, και πάντες οι πνευματικοί ηγέται, να υποδείξωμεν διά του παραδείγματός μας εις τον κυρίαρχον του πλούτου κόσμον, όπως μνησθή της  ε υ σ π λ α γ χ ν ι α ς  και της  α γ α π η ς προς τους έχοντας ανάγκην, διότι άλλως διακυβεύεται η κοινωνική συνοχή, η οποία, εάν διαταραχθή, θα επιφέρη τεραστίας καταστροφάς εις δικαίους και αδίκους.

Το τρέχον έτος παρέρχεται. Με τρομακτικάς και ουχί θετικάς προβλέψεις διά τας εξελίξεις των ανθρωπείων εις την παγκόσμιον σφαίραν. Κατά το εν όψει σωτήριον έτος 2013 εορτάζομεν την 1700ην επέτειον από της εκδόσεως του Διατάγματος των Μεδιολάνων, διά του οποίου διεκηρύχθη υπό του αυτοκράτορος των Ρωμαίων Αγίου Κωνσταντίνου του Μεγάλου η ελευθερία της πίστεως των χριστιανών, και εν γένει η θρησκευτική ελευθερία. 

Την ελευθερίαν ταύτην την οποίαν επηγγέλθη ο Χριστός, και εν τη οποία ηλευθέρωσεν ημάς, (πρβλ. Γαλ. ε΄ 1), οφείλομεν να διατηρήσωμεν και να ενισχύσωμεν. Καί αυτό πράττομεν, δι᾿ έργων και λόγων, αι δύο Εκκλησίαι ομού. Η υμετέρα Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία εώρτασε την 50ην επέτειον από της ενάρξεως της Β´ Βατικανής Συνόδου. Η Αγία ημών Ορθόδοξος Εκκλησία ευρίσκεται εις την ευχάριστον θέσιν να ανακοινώση ότι η προπαρασκευή της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου αυτής σχεδόν ωλοκληρώθη και ευρίσκεται εις το τελευταίον στάδιον αυτής, και μέλλει να συγκληθή αύτη εν ουχί μακρώ χρόνω, θέλει δε αποφανθή, μεταξύ άλλων,  και επί του θέματος των διαλόγων της Ορθοδοξίας μετά των λοιπών Εκκλησιών και λάβη τας προσηκούσας αποφάσεις εν ενότητι και αυθεντικότητι, ώστε να προωθηθή η πορεία προς «την ενότητα της πίστεως» εν τη κοινωνία του Αγίου Πνεύματος, εν τη βεβαιότητι ότι «του Θεού και της επ᾿ αυτόν ελπίδος, ουδέν τοις της αληθείας ερασταίς προτιμότερον» (Μεγάλου Βασιλείου, Επιστολή 151, Ευσταθίω αρχιάτρω, P.G. 32, 608Β).

Εν τη πεποιθήσει ταύτη τα μεν οπίσω επιλανθανόμενοι τοις δε έμπροσθεν επεκτεινόμενοι (πρβλ. Φιλιπ. γ΄ 14) και αποβλέποντες εις τον ταυτιζόμενον προς την Αλήθειαν δημιουργόν του παντός Κύριον, πορευόμεθα αι δύο Εκκλησίαι προς τα έσχατα, αφορώσαι εις τον δυνάμενον ίνα ποιήση υπερεκπερισσού ων αιτούμεθα ή νοούμεν, «το Α και το Ω, τον πρώτον και τον έσχατον, αρχήν και τέλος» (πρβλ. Αποκ. κβ΄, 13), πιστεύοντες ότι η Θεία Βουλή θα οδηγήση «εις πάσαν την αλήθειαν», «ίνα ώμεν εν» οι εις Αυτόν πιστεύοντες, ουχί μόνον τύποις και λόγοις, αλλ᾿ ουσία και πράξεσι.

Κατά την οφειλετικήν και ιστορικήν ταύτην συν-πορείαν,  επιζητούντες βεβαίως την ενότητα μεταξύ ημών, οφείλομεν συγχρόνως να καταδείξωμεν πρωτίστως αυτήν, ιδία σήμερον,  όσον αφορά  εις τον τρόπον αντιμετωπίσεως της δυστυχίας των πενομένων πνευματικώς κυρίως, αλλά και υλικώς, συνανθρώ-πων μας. 

Τούτο ασφαλώς είναι ευκολώτερον και αμέσου εφαρμογής. Καλούμεθα, λοιπόν, οι πνευματικοί ηγέται και κληρικοί να προσέλθωμεν ως ο καλός Σαμαρείτης, και δη όχι «κατά συγκυρίαν» αλλά «έως ημέρα εστί», και να «καταδήσωμεν τα τραύματα αυτών», «επιχέοντες έλαιον και οίνον» (πρβλ. Λουκ. ι΄, 31 και 34).  Θα  καταδείξωμεν και τοιουτοτρόπως ότι αποβλέπομεν εις τον «άνθρωπον», και ότι εκείνος, ο συν-άνθρωπος, «άνθρωπον έχει»,  την Εκκλησίαν, καθ’ ότι δι᾿ αυτόν τον άνθρωπον και τον κόσμον ο Σωτήρ ημών «άνθρωπος γέγονε και σάρκα περιεβλήθη…» και ότι Αυτώ «πάντα δυνατά, πάντα υπακούει, πάντα υποτέτακται» (πρβλ. Δοξαστικόν της Λιτής της Κυριακής του Παραλύτου, Ποίημα του Κουμουλά, Πεντηκοστάριον, Έκδοσις Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, 1959, σελ. 71-72), και ο Οποίος μόνος θα είπη, όταν έλθη το πλήρωμα του χρόνου, «άρον σου τον κράββατον και περιπάτει». Καί τότε θα εμφανισθώμεν «εις τα πέρατα», κηρύττοντες ηνωμένοι την δύναμιν και το μέγα Έλεος Αυτού, του Κυρίου των δυνάμεων και της δόξης.

Διά των σκέψεων τούτων και αδελφικών αισθημάτων, υποδεχόμενοι υμάς, Σεβασμιώτατε αδελφέ Καρδινάλιε, μετά της τιμίας υμών συνοδείας, ευχαριστούμεν και αύθις θερμώς τον αποστείλαντα υμάς Αγιώτατον αδελφόν Επίσκοπον της Πρεσβυτέρας Ρώμης, διά την συμμετοχήν αυτού εις την χαράν και πανήγυριν της Θρονικής ημών Εορτής, ευχόμενοι πάσαν Χάριν και Ευλογίαν του Παναγάθου Θεού επί τας Εκκλησίας ημών και τον δοκιμαζόμενον κόσμον Αυτού, πρεσβείαις της Υπεραγίας Θεοτόκου, του εορταζομένου σήμερον Αγίου Ανδρέου του Πρωτοκλήτου, του αυταδέλφου αυτού Αποστόλου Πέτρου, και πάντων των Αγίων. Αμήν».