Βαρθολομαίος και Σύνοδος για το Διάταγμα των Μεδιολάνων: Δε θα σταματήσουμε να στηρίζουμε το διάλογο μεταξύ θρησκειών

Loading...


Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος και η Σύνοδος εξέδωσαν εγκύκλιο με αφορμή τους εορτασμούς για τα 1700 χρόνια από το Διάταγμα των Μεδιολάνων.

Σε αυτήν αναφέρουν μεταξύ άλλων πως το Οικουμενικό Πατριαρχείο δε θα σταματήσει ποτέ να στηρίζει το διάλογο μεταξύ θρησκειών.

Επίσης αναφέρθηκε στο θέμα της απαγωγής των δύο Ιεραρχών στη Συρία και καταδίκασε όλους τους διωγμούς των Χριστιανών στη Μέση Ανατολή. 

Ολόκληρη η εγκύκλιος έχει ως εξής: 
«Ευλογητός ο Θεός ημών, ο ούτως ευδοκήσας» και οικονομών τα πάντα τοις πάσι και οδηγήσας εις την «Αναστάσεως ημέραν ταύτην» καθ’ ην «τα πάντα πεπλήρωται φωτός, ουρανός τε και γη». Συμπληρούνται κατά το τρέχον έτος χίλια επτακόσια έτη από της εκδόσεως του Διατάγματος των Μεδιολάνων περί της ελευθερίας της θρησκευτικής πίστεως και επικοινωνούντες προς την εν παντί τόπω και χρόνω ε κ κ λ η σ ι α ν απευθύνομεν από του Αγιωτάτου Αποστολικού και Πατριαρχικού Οικουμενικού Θρόνου μ η ν υ μ α ελπίδος, αγάπης, ειρήνης και αισιοδοξίας, καθ’ ότι η Εκκλησία υπάρχει ως συνεχής θεοφάνεια. «Ο εωρακώς τον Υιόν εώρακε τον Πατέρα» (πρβλ. Ιωάν. δ΄ 9) και ο εωρακώς τον Θ ε σ μ ο ν της Εκκλησίας εώρακε τον αοράτως μεθ᾿ ημών όντα Θεάνθρωπον Κύριον και το Άγιον Πνεύμα.

Τοιούτος θεσμός εν ελευθερία εστίν η Εκκλησία∙ «τοιούτος ο Χριστιανισμός∙ εν δουλεία ελευθερίαν χαριζόμενος». (πρβλ. Ι. Χρυσοστόμου, Ομιλία ΙΘ΄ εις Α´ Κορινθίους, 193).
Διά του Διατάγματος των Μεδιολάνων οι δ ι ω γ μ ο ι κατά της Εκκλησίας και της θρησκείας κατά τ υ π ο ν νομικόν επαύθησαν και εθεσμοθετήθη διά πρώτην φοράν δι᾿ ανθρωπίνου περιβλήματος η ελευθερία της θρησκευτικής συνειδήσεως εις τον κόσμον. Όμως, η ελευθερία η ο Χριστός ημάς ηλευθέρωσε (πρβλ. Γαλ. ε΄ 1) δεν είναι τ υ π ο ς και γ ρ α μ μ α. Είναι η πραγματική ελευθερία, την οποίαν επιζητούμεν πάντοτε, ώστε να γίνωνται τα πάντα «καινά». Άλλωστε, μήπως δεν προσδοκώμεν καινόν ουρανόν και καινήν γην;

Μέχρι της εποχής του Μεγάλου Κωνσταντίνου, η ιστορία του κόσμου, του προ Χριστού «παλαιού Ισραήλ», αλλά και μετά την θεανθρωπίνην ένσαρκον παρουσίαν του «καινού Ισραήλ», και η ελευθέρα έκφρασις της συνειδητής πίστεως του ανθρώπου ήτο πλήρης διώξεων και διωγμών μέχρι μαρτυρίου αίματος υπέρ της αληθείας.
Εις την ιστορίαν καταγράφονται και δ ι ω γ μ ο ι κατά προσώπων, τα οποία είχον διαφορετικήν αντίληψιν και πίστιν περί της Θεότητος από αυτής την οποίαν είχεν ο άρχων ή η κοινωνία της οποίας απετέλουν μέλη.

Η Παλαιά Διαθήκη αναφέρεται εις τον θεωρούμενον κοσμοκράτορα τότε βασιλέα Ναβουχοδονόσορα· εις την κατασκευήν μεγάλης εικόνος του προσώπου του· και εις την α π α ι τ η σ ι ν αυτού παρά πάντων των υπηκόων του όπως προσκυνούν αυτήν δι᾿ εδαφιαίας υποκλίσεως.
«Οι τρεις ευαγείς Παίδες» ερρίφθησαν εις την κάμινον του πυρός, διότι ηρνήθησαν να προσκυνήσουν το ε ι δ ω λ ο ν του Ναβουχοδονόσορος. Ηρνήθησαν εν τη πράξει να αποδώσουν εις κοσμικόν βασιλέα την αξίαν της ισοθείας, την οποίαν απέδιδεν αυτός ούτος εις τον εαυτόν του. Εδιώχθησαν και έσχον μαρτυρικόν τέλος διά τον αυτόν λόγον και η Αγία Σολωμονή και οι επτά μακαββαίοι παίδες συν τω διδασκάλω αυτών Ελεαζάρω. Την α υ θ ε ν τ ι α ν του Ναβουχοδονόσορος διέψευσε πανηγυρικώς η κ α μ ι ν ο ς του πυρός, η οποία, προτυπούσα το Μυστήριον της Υπεραγίας ημών Θεοτόκου, εδρόσισε και εφύλαξεν ασινείς τους Τρείς Παίδας, ως το Πυρ της Θεότητος την Παρθένον Θεοτόκον.

Οι αρνηθέντες να προσκυνήσουν τον εξ αλόγου υ π ε ρ η φ α ν ε ι α ς ιδιοποιηθέντα την ιδιότητα του Θεού α ν θ ρ ω π ο ν αιχμάλωτοι Παίδες εν τη καμίνω λέγοντες μεγάλη τη φωνή, «πάντα τα έργα υμνείτε τον Κύριον», προεικόνισαν την ε λ ε υ θ ε ρ ι α ν την οποίαν έφερεν ο Κύριος, «γενόμενος υπό νόμον ίνα τους υπό νόμον κερδήση» (πρβλ. Α΄ Κορ. θ΄ 20).
Εις τας αρχαίας Αθήνας, ο φιλόσοφος Σωκράτης κατεδικάσθη εις θάνατον με την αιτιολογίαν ότι δεν απεδέχετο τους θεούς τους οποίους η πόλις ελάτρευεν. Ομοίως ατομικαί διώξεις κατά των υποστηριζόντων διαφορετικάς δοξασίας αναφέρονται πολλαί υπό των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων όπως επί παραδείγματι η δίωξις του Αναξαγόρου του Κλαζομενίου επειδή υπεστήριζεν ότι ο ήλιος είναι πυρακτωμένη πέτρα ή η δίωξις του Διαγόρου του Μηλίου επειδή εκατηγόρει τα αρχαία ειδωλολατρικά μυστήρια και απέτρεπε τους πολίτας να συμμετέχουν εις αυτά.
Οπωσδήποτε οι διωγμοί, πραγματικοί και ιδεολογικοί, ανά τους αιώνας, καίτοι ωδήγησαν πολλάκις και οδηγούν εις το εν μαρτυρία μ α ρ τ υ ρ ι ο ν, ουδέποτε κατέλυσαν την μεταξύ των ανθρώπων θρησκευτικήν α ν ε κ τ ι κ ο τ η τ α, η οποία διεκηρύχθη επισήμως διά του Διατάγματος των Μεδιολάνων.

Οι ρωμαίοι αυτοκράτορες κατείχοντο υπό απολυταρχικού πνεύματος και κατέστησαν εαυτούς αρχηγούς και της θρησκείας. Μάλιστα δε έφθασαν μέχρι του σημείου να απαιτούν την αναγνώρισιν εις αυτούς θεικής ιδιότητος και αντιστοίχου τιμής.
Η υπό των Χριστιανών απόρριψις των ως άνω απαιτήσεων του αυτοκράτορος προεκάλει την οργήν αυτού, ένεκα κυρίως της αμφισβητήσεως της αυθεντίας αυτού. Αποτέλεσμα της τοιαύτης ανθρωποκεντρικής θεωρήσεως οι γνωστοί ανηλεείς διωγμοί, οι οποίοι προεκάλεσαν εκατόμβας μαρτύρων, οίτινες «έπλυναν τας στολάς αυτών και ελεύκαναν αυτάς εν τω αίματι του Αρνίου» (Αποκ. ᾿Ιωάν. ζ΄,14).

Συμπερασματικώς, οι διωγμοί κατά της θρησκείας κατέληξαν εις το απόφθεγμα του Ιερού Χρυσοστόμου: «Τον δε Θεώ πολεμούντα ουκ ένι ποτέ εις χρηστόν καταστρέψαι τέλος· αλλ᾿ ο τοιούτος εν αρχή μεν της τόλμης ουδέν ίσως πείσεται δεινόν […] αν δε επιμένη τη παροινία […] μηδέποτε της προς τον Θεόν άπτεσθαι μάχης, ως ουκ ενόν την αήττητον εκείνην χείρα διαφυγείν» (Εις τους πολεμούντας τον μοναχικόν βίον Α´ , P.G. 47,319).

Οι Αυτοκράτορες Κωνσταντίνος ο Μέγας, της Ανατολής, και Λικίνιος, της Δύσεως, παρεδέχθησαν μετά τρεις αιώνας σκληροτάτων διωγμών κατά των χριστιανών, ότι η θρησκευτική μισαλλοδοξία και οι συνεχείς διωγμοί κατ᾿ αυτών εις ουδέν ωφέλησαν την Αυτοκρατορίαν. Απεφασίσθη δε υπ᾿ αυτών όπως επιτραπή εις τους χριστιανούς η ελευθέρα άσκησις της πίστεως και της υπ’ αυτών λατρείας του Θεού. Την βούλησιν του Μεγάλου Κωνσταντίνου, «λογισαμένου το έντεχνον του διαβολικού πολέμου» απεικονίζει το περιεχόμενον του πάντοτε σ υ γ χ ρ ο ν ο υ τούτου Διατάγματος των Μεδιολάνων του έτους 313 μ.Χ., το οποίον απετέλεσε την β α σ ι ν της μετά πολλούς αιώνας αναγνωρισθείσης παγκοσμίως ελευθερίας της θρησκευτικής συνειδήσεως.
 Το Διάταγμα των Μεδιολάνων περιλαμβάνει προκεχωρημένας θέσεις διά την θρησκευτικήν ελευθερίαν, εκπεφρασμένας εις δεκατρείς ενότητας. Θεσπίζονται α ρ χ α ι παράδοξοι διά την περίοδον εκείνην του Δ´ αιώνος, αι οποίαι παραμένουν πάντοτε αρχαί και οδοδείκται, έστω και εάν προβάλληται ο ισχυρισμός ότι εφαρμόζονται αύται πλήρως και εν τω κειμένω «εν τω πονηρώ» κόσμω τούτω της «αδικίας» και της επικρατήσεως του «σκότους», αντί της Δικαιοσύνης και του Φωτός.

Ομολογούνται και διακηρύσσονται: ο σεβασμός εις την σκέψιν και εις την βούλησιν εκάστου να επιμελήται των θείων πραγμάτων ως αυτός βούλεται· η ευλάβεια και το σέβας προς το θείον και η απόδοσις εις τους Χριστιανούς και εις πάντας της ελευθερίας της επιλογής θρησκείας, άνευ ενοχλήσεώς τινος· η παράδοσις πάραυτα άνευ χρονοτριβής τινος εις το σώμα των χριστιανών, την Εκκλησίαν και την Σύνοδον, των κατασχεθέντων και αφαιρεθέντων τόπων λατρείας αυτών και λοιπά· ταύτα δε πάντα, ώστε «η θεία μέριμνα, η οποία μας περιβάλλει, της οποίας πείραν ελάβομεν ήδη εις πολλάς περιστάσεις, να μείνη εις ημάς ασφαλής διά παντός».

Διά του Διατάγματος τούτου και διά των ακολουθησασών μεταρρυθμίσεων του Μεγάλου Κωνσταντίνου, εισήλθεν εις τον κόσμον η έννοια των α ν θ ρ ω π ι ν ω ν  δ ι κ α ι ω μ α τ ω ν. Καθιερώθησαν διά πρώτην φοράν αι ανωτέρω περιγραφόμεναι αξίαι, ο σεβασμός της ανεξιθρησκείας, η ελευθερία της εκφράσεως της θρησκευτικής συνειδήσεως – αξίαι της ανθρωπίνης ζωής- και πάντα όσα απετέλεσαν την βάσιν της σήμερον ισχυούσης σχετικής νομοθεσίας και των περιλαμβανομένων εν αυτή διατάξεων εις τας κατά καιρούς διακηρύξεις διεθνών οργανισμών και κρατικών ολοτήτων.

 Ο Μέγας Κωνσταντίνος, ουκ εξ ανθρώπων λαβών την κλήσιν, περιεπτύχθη πάντας, λαόν και Εκκλησίαν, πιστούς και απίστους, και εγένετο διάκονος του έργου της ευημερίας εν γαλήνη και της σωτηρίας της ανθρωπότητος. Από της εποχής του και εξής η Εκκλησία του Χριστού μεταμορφώνει τους θεσμούς, την ζωήν και αναγεννά τον κόσμον, όπως ακριβώς η Βάτος η καιομένη και μη φλεγομένη του Σινά, η Μήτρα «η τον αχώρητον χωρήσασα», την Ζωήν, «ίνα ζωήν έχωμεν» (πρβλ. Ιωάν. ι΄ 10).

Παρατηρούντες μετά προσοχής την έκτοτε ιστορίαν του κόσμου, ιδία σήμερον, μετά 1700 έτη από της θεσπίσεως διά του Διατάγματος τούτου του Μεγάλου Κωνσταντίνου, διαπιστούμεν μετά λύπης, ότι ατυχώς αι θεσπιζόμεναι υπ᾿ αυτού διατάξεις υπέρ της θρησκευτικής ελευθερίας πολλάκις κατά το παρελθόν παρεβιάσθησαν, ουχί μόνον εις βάρος των Χριστιανών, αλλά ενίοτε και υπό των Χριστιανών κατ᾿ αλλήλων και κατά των οπαδών άλλων θρησκειών.

Δυστυχώς, όταν οι Χριστιανοί κατέστησαν πλειονοψηφία εις την κοινωνίαν, υπήρξαν περιπτώσεις τινές υπερζηλωτικής τάσεως μεταξύ αυτών. Εκ των πλέον αξιοκατακρίτων συμπεριφορών της μισαλλοδοξίας χριστιανών κατ᾿ αλλήλων υπήρξε το μεταξύ αυτών σχίσμα και η διαίρεσις της Μιάς Εκκλησίας, λησμονησασών των επακολουθησασών γενεών ότι «ου μεμέρισται ο Χριστός» (πρβλ. Α΄ Κορ. α΄ 13) και ότι οι άνθρωποι είμεθα «γη και σποδός» (Σοφ. Σιράχ. ι΄, 9) και ηγνοήσαμεν και παραβλέπομεν την αγωνίαν της διαιρέσεως του αρράφου χιτώνος του Kυρίου, της Εκκλησίας, κατά τόπον και επί μέρους ως Μιάς και Καθολικής και Αποστολικής. Καί ως άλλη «κάμινος κακίας» (πρβλ. Παροιμ. ις΄ 30), δεν έχομεν αγάπην και ειρήνην και ανεκτικότητα, και δεν υποβάλλομεν εις εαυτούς και αλλήλους το καίριον ερώτημα μήπως «ο κρίνων πάσαν την γην ου ποιήσεις κρίσιν» (Γεν. ιη΄,25-26) και δι’ ημάς;

Τον παρελθόντα αιώνα, η Ορθόδοξος ιδιαιτέρως Εκκλησία κατεδιώχθη απηνώς υπό του αθειστικού καθεστώτος και των λοιπών εξαρτωμένων ιδεολογικώς εξ αυτού καθεστώτων, ιδιαιτέρως εις τας χώρας της Ανατολικής Ευρώπης. Εις ωρισμένας δε χώρας οι Χριστιανοί αντιμετωπίζονται ακόμη και σήμερον μετά μεγάλης δυσμενείας, παρ᾿ όλον ότι διά πολλών διεθνών συμβάσεων έχει πλέον παγκοσμίως αναγνωρισθή το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας.

Αι σχετικαί προς την θρησκευτικήν καταπίεσιν εκθέσεις των αρμοδίων Διεθνών Οργανισμών βρίθουν συγκεκριμένων περιπτώσεων θρησκευτικής καταπιέσεως εις βάρος κυρίως χριστιανικών θρησκευτικών μειονοτήτων και μεμονωμένων χριστιανών.
Ήδη και σήμερον χρειάζεται, δυστυχώς, να τονίζηται, ότι η ανεξιθρησκεία και η ελευθερία της λατρείας είναι πολιτιστική κατάκτησις. Μεγάλαι περιοχαί της γης κατοικούνται υπό ανθρώπων οι οποίοι δεν ανέχονται θρησκευτικήν πίστιν διαφορετικήν της ιδικής των.

Θρησκευτικοί διωγμοί εξακολουθούν να γίνωνται, αν και δεν έχουν την μορφήν των κατά των πρώτων χριστιανών διωγμών. Διακρίσεις διάφοροι δυσμενείς διά τους οπαδούς ωρισμένων θρησκευτικών πίστεων υφίστανται και πολλάκις είναι εντόνως καταπιεστικαί. Εις πολλάς περιπτώσεις επικρατεί ο θρησκευτικός φανατισμός και φονταμενταλισμός, ώστε το Διάταγμα των Μεδιολάνων να είναι επίκαιρον και σήμερον και να απευθύνηται προς εκείνους, οι οποίοι, παρά την πάροδον 1700 ετών από της εκδόσεώς του, δεν το έχουν εφαρμόσει εν τω συνόλω του.
Καθορώντες την πορείαν της ανθρωπότητος από του Ιερού τούτου Κέντρου της Ορθοδοξίας, εν ελευθερία ομολογούμεν ότι ατυχώς, παρά την ραγδαίαν πρόοδον της κατ᾿ άνθρωπον επιστήμης και τας ανακαλύψεις, δεν έφθασεν εισέτι ως σύνολον ο κόσμος εις την ανωτέραν αντίληψιν και παραδοχήν της θρησκευτικής ελευθερίας και ότι απαιτείται σύντονος προσπάθεια διά την επίτευξιν του στόχου τούτου.
Οι σύγχρονοι θρησκευτικοί διωγμοί κατά των Χριστιανών αποκαλύπτουν και πάλιν την δ υ ν α μ ι ν τ η ς  π ι σ τ ε ω ς και την Χ α ρ ι ν  τ η ς  α γ ι ο τ η τ ο ς.

 Πατέρες, Αδελφοί και Τέκνα εν τω Αναστάντι Κυρίω,

Η εορταζομένη αύτη ε π ε τ ε ι ο ς αποτελεί καίριον σ η μ α. Το σήμα ότι όταν ο άνθρωπος απολέση την ενότητά του προς την Εκκλησίαν, η οποία συγκροτείται διά του Τριαδικού «καθώς», απόλλυσι και την ελευθερίαν του. Διότι απόλλυσι τον εαυτόν του, ο οποίος είναι πάντες οι άλλοι. Το παν εν τη Εκκλησία φανερώνει το Τριαδικόν «καθώς», ιδιαιτέρως η ευχαριστιακή ιερουργία, η οποία αποτελεί την κ α ρ δ ι α ν της Εκκλησίας, είναι χάρισμα, δωρεά εκ του Πατρός διά του Υιού συνεργία του Αγίου Πνεύματος. Εάν σωθή το Τριαδικόν «καθώς», σώζεται ο άνθρωπος ως πρόσωπον και κοινωνία. Καί εάν σώζωμεν και βιώμεν το «καθώς», το θεανθρώπινον, τότε το ασυγχύτως και αδιαιρέτως της ενώσεως των δύο εν Χριστώ συνελθουσών φύσεων διατηρείται και επεκτείνεται ως ε υ λ ο γ ι α εις την ενότητα αληθείας και της ζωής, θεσμού και Χάριτος, νόμου και ελευθερίας. Περιχωρούνται ατρέπτως και αναλλοιώτως τα φαινομενικώς αντίθετα, κατά το πρότυπον της Θεομήτορος η οποία ήγαγεν εις ταυτό ταναντία και εν τη περιχωρήσει ταύτη διακρίνεται η πανταχού μέχρι συντελείας του αιώνος διαρκής παρουσία του Θεανθρώπου, ο Οποίος εξακολουθεί να πορεύηται εν ετέρα μορφή εις τον αγρόν της ιστορίας. Καί συμπορεύεται προς τον αγωνιώντα, ερευνώντα και απελπιζόμενον άνθρωπον, ουχί διά να τω δώση «μαγικάς λύσεις» ως ναρκωτικόν των αισθήσεων αλλά διά να τω ανεώξη τους οφθαλμούς, να τω χαρίση τας αισθήσεις και να τον αναγάγη εις τον ουρανόν και να καταγάγη εις την γην το Πνεύμα το Άγιον, το Οποίον ως Τριαδική ζύμη εισέρχεται εις το γεώδες ημών φύραμα.

Ουδείς ανθρώπινος θεσμός, ούτε και αν ονομάζηται εκκλησιαστικός, δύναται να χωρέση, να ανεχθή και να ικανοποιήση τον άνθρωπον, ο οποίος έχει εντός του την πνοήν του Θεού, επιποθεί το «πορρωτέρω», την επέκτασιν, τον Χριστόν. Καί δεν είναι δυνατόν να αναπαυθή ο άνθρωπος εις ουδεμίαν υπόσχεσιν ή ενδοκοσμικήν προοπτικήν, διότι διψή το ασύλληπτον και ανθρωπίνως ανέφικτον. Ολόκληρος η ύπαρξις του ανθρώπου ομολογεί «όχι» εις τον κοσμικώς
 ωργανωμένον θεσμόν, ο οποίος θέλει δήθεν να τον χειραγωγήση εις το μυστήριον της ζωής και της σωτηρίας.

Διά τον άνθρωπον ο μηχανικώς λειτουργών «καλός» πνευματικός θεσμός είναι «μόνον» ο ετοιμόρροπος, ο διαλελυμένος και ανύπαρκτος. Διά τούτο και ο τα πάντα γιγνώσκων και ετάζων καρδίας και νεφρούς Κύριος ήλθε και διέλυσε τας «φυλακάς». Εδιώχθη και διώκεται. Εις το τέλος ενίκησε με την Ανάστασίν Του. Καί κατέστρεψε την απάτην. Ανέτρεψε τας τραπέζας των κολλυβιστών και τας καθέδρας των εμπόρων, οι οποίοι μετέτρεψαν τον Ναόν του Θεού εις «οίκον εμπορίου»(Ιωάν. β΄ 17). Απήλλαξε την ανθρωπότητα εκ της «κατάρας» του Νόμου (Γαλ. γ΄ 13). Καί διά της καθόδου Του εις τον Άδην «μοχλοί συνετρίβησαν, εθλάσθησαν πύλαι, μνήματα ηνοίχθησαν, νεκροί ανέστησαν» (πρβλ. απόστιχα Μ. Εσπερινού Μ. Παρασκευής).

Καί εξήλθομεν όλοι οι «νεκροί» από αγάπην, από ελευθερίαν, από ανθρωπίνα δικαιώματα, από πίστιν, από ελπίδα, από προσδοκίαν, από φως, από δικαιοσύνην, από αλήθειαν, από Ζωήν, εξήλθομεν εις το Φως: «Καί νεκρός ουδείς επί μνήματος» (Κατηχητήριος Λόγος Ιερού Χρυσοστόμου).
Συνεκροτήθη η Αγία Εκκλησία, η οποία διά των αιώνων, των Μαρτύρων, των Οσίων, των δικαίων, παρά τους διωγμούς και τους ανθρωπίνους πειρασμούς, δεν είναι «φυλακή», αλλά ε λ ε υ θ ε ρ ι α και κραταιά, ως ο θάνατος, α γ α π η. Η Εκκλησία, κήρυξ της αληθείας αυτής ανά τους αιώνας, είναι συνέχεια και συνέπεια της μήτρας μιάς άλλης Μητρός, «ευρυχωροτέρας των ουρανών», η οποία γεννά τον ελεύθερον άνθρωπον.

Καί είμεθα όλοι, χάρις εις αυτήν, τέκνα της ελευθέρας (Γαλ. δ΄ 31), τέκνα της ελευθερίας, η οποία κατακτάται διά της υπακοής εις την Αλήθειαν του Θεού, την Αγάπην.

Καί εάν οι ανθρώπινοι θεσμοί φοβώνται την ελευθερίαν του ανθρώπου, και δι᾿ αυτό την απεμπολούν, την αγνοούν ή την καταργούν, ο Θεσμός της Εκκλησίας γεννά τους ελευθέρους εν Πνεύματι ανθρώπους. Καί όλον συγκροτεί τον Θεσμόν της Εκκλησίας το Πνεύμα, το Οποίον «όπου θέλει πνεί… αλλ’ ουκ οίδας πόθεν έρχεται και που υπάγει∙ ούτως εστί και πας ο γεγεννημένος εκ του Πνεύματος» (Ιωάν. γ΄, 8). Καί το απροσδιόριστον της ελευθερίας είναι η πέτρα της πίστεως.
Η του Θεού Σοφία, η Κυρία Θεοτόκος η Παμμακάριστος και η Παραμυθία, ο Άγιος Δημήτριος ο Κανάβης, ο Άγιος Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος του Διπλοφαναρίου, οι Άγιοι συνολικώς της Εκκλησίας ημών δεν είναι φύλακες του νόμου, αλλά νομοθέται, κατά το Άγιον Συμεών τον Νέον Θεολόγον. Ο Θεσμός της Εκκλησίας είναι χ α ρ ι σ μ α τ ι κ ο ς και τα χαρίσματα των Αγίων λειτουργούν ως θεσμοί καθοδηγητικοί διά το εκκλησιαστικόν πλήρωμα.

Δύναται αληθώς και εμπειρικώς να λεχθή ότι χαρισματούχοι δεν υπάρχουν, αλλά γίνονται, γεννώνται διαρκώς. Δεν τοις εδόθη χάρισμα ως ιδιότης στατική, αλλά ως ε υ λ ο γ ι α η οποία χαρίζεται διαρκώς. Είναι εκείνοι οι οποίοι είναι αληθώς ελεύθεροι διότι συνειδητοποιούν την εσχάτην αδυναμίαν του ανθρώπου και την αγαθότητα του Θεού, αποστάλαγμα των οποίων υπήρξαν αι διατάξεις του Διατάγματος του Αγίου Κωνσταντίνου.

Αυτοί οι οποίοι βλέπουν όλους τους άλλους καλούς και καθαρούς και θεωρούν τον εαυτόν των «υποκάτω της κτίσεως», έχουν την χ α ρ ι ν της συντριβής του ταπεινού και εξουθενημένου. Δέχονται τα χαρίσματα της έσωθεν αναπαύσεως και του φωτισμού. Δεν θεωρούν οιοδήτι ως κατόρθωμα ούτε αξιοποιήσιμον δυνατότητα προς αύξησιν του «κύρους» των διά της «υποτιμήσεως» των άλλων, του περιορισμού δηλαδή της ελευθερίας του προσώπου. Εκπλήσσονται οι άγιοι εκ της αφάτου αγάπης του Θεού και αυθορμήτως αποδίδουν, επιστρέφουν αυτήν αμέσως εις τον Δωρεοδότην. Καί αυτό καθιστά αξίους τους αγίους να δέχωνται συνεχώς νέα χ α ρ ι σ μ α τ α, μεγαλύτερα, πάναγνα, πνευματικά, ευλογούντα τα σύμπαντα, αληθινά επιτεύγματα. Καί αυτοί εξακολουθούν ουδεμίαν ιδέαν να έχουν δι᾿ εαυτούς. Έχουν μεγάλην Ιδέαν διά τον Θεόν.

Καί μόλις γίνεται γνωστόν ότι ο κόσμος τους τιμά, παραξενεύονται, δυσανασχετούν, συστέλλονται. Καί φεύγουν είτε όπισθεν του παραπετάσματος μιάς επιπλάστου μωρίας και σαλότητος, είτε αγνοίας κατ᾿ άνθρωπον, δηλαδή αληθινής ελευθερίας. Καί ησυχάζουν, διότι ζούν, παρακολουθούν καί συμβάλλουν εις την κυκλοφορίαν του Αίματος και της Χάριτος εντός του σώματος της εκκλησιαστικής κοινότητος.

Αδελφοί εν Κυρίω,

Τα ανθρώπινα δικαιώματα, η ελευθερία της θρησκευτικής συνειδήσεως είναι χ α ρ ι σ μ α τ α τα οποία «άπαξ εδόθησαν τοις αγίοις» (πρβλ. Ιουδ. 3), κατακτώνται όμως συνεχώς εν τη ανθρωπίνη διαδρομή. Καί κατακτώνται διά του β ι ω μ α τ ο ς της κοινωνίας εν Χριστώ εντός της παναρμονίου συμπαντικής λειτουργίας. Ομιλούμεν επί 1700 έτη περί ελευθερίας της συνειδήσεως του ανθρώπου. Η Ορθόδοξος όμως Εκκλησία ανέκαθεν αλλ’ ιδία κατά τους εσχάτους τούτους καιρούς των κοσμογονικών αλλαγών του παρελθόντος τραγικού αιώνος προβλέπει, διαβλέπει και μελετά εν τω συνόλω αυτής την «επικράτησιν εν τω κόσμω της ειρήνης, της δικαιοσύνης, της ελευθερίας, της αδελφοσύνης και της αγάπης μεταξύ των λαών και την άρσιν των φυλετικών και λοιπών διακρίσεων», θα αποφανθή δε συγκαλουμένης της Αγίας και Μεγάλης αυτής Συνόδου.

Τα θεία δωρήματα ταύτα βιούνται διά της χάριτος εντός της Θείας Λειτουργίας, κατά την οποίαν αποκαλύπτεται η κοσμογονία. Δεν κατανοείται ανθρωπίνως το μέγεθος της ελευθερίας αυτής του ανθρώπου και των φρονημάτων του διότι δεν γίνεται σεβαστή η εικών του Θεού, ο άνθρωπος. Καί εάν δεν αγαπάται ενωτικώς ο συνάνθρωπος, δεν αγαπάται αληθώς ο Θεός.
Εις τον επίγειον βίον αφελώς νομίζεται ότι «τα πάντα ρεί και ουδέν διαμένει και ούκ έστι δις το αυτόν ποταμόν διαβήναι» (Ηράκλειτος), ότι δηλαδή τα πάντα έρχονται και παρέρχονται και λησμονούνται, και καλύπτουν τα ανθρώπεια λίθοι και τάφος.

 Ο Κύριος εδώρισε το μυστήριον της μνήμης εν ελευθερία διακηρύττων ότι «ουδέν […] συγκεκαλυμμένον εστίν ο ουκ αποκαλυφθήσεται» (Λουκ. ιβ΄ 2) και ότι τα πάντα καταλήγουν εις την αλήθειαν της ελευθερίας εν Αυτώ και εις την αίσθησιν της δοξολογικής ευγνωμοσύνης «υπέρ πάντων ων ίσμεν και ων ουκ ίσμεν».

Πέραν των εξωτερικών διαφορών και αποστάσεων, λοιπόν, πέραν των εγκοσμίων εναλλαγών και απόψεων, πέραν της «λογικής» Δύσεως και Ανατολής, από καταβολής κόσμου έχομεν την φανέρωσιν της αγάπης του Θεού η οποία ως έκρηξις εν σιγή διαλύει το ψεύδος της απάτης, χαρίζει εις ημάς την αλήθειαν της ζωής, ως ευλογίαν ελευθερίας και ενότητος, ως πορείαν εκπλήξεων οδηγουσών εις την ατελεύτητον Πορείαν και προς το Πάσχα, το οποίον είναι αυτός ο ίδιος ο Θεάνθρωπος. «Ου πρέσβυς ουδέ άγγελος, αλλ’ αυτός Κύριος έσωσεν» (Ησ. ξγ΄ 9) ημάς εν ελευθερία και επ’ ελευθερία. Είναι μεθ’ ημών όταν αναλαμβάνεται, «ουδαμόθεν χωριζόμενος, αλλά μένων αδιάστατος» (κοντάκιον εορτής Θείας Αναλήψεως). Συμπαραστέκεται όταν φαινομενικώς εγκαταλείπη τον άνθρωπον. Καί χαρίζει, τέλος, την βεβαιότητα, ότι είναι πάντοτε παρών, φανερών την δόξαν Του εν τη αγάπη και εν τη κενώσει, παρουσιαζόμενος εικονογραφικώς ως Βασιλεύς της δόξης εν τη Αναστάσει, ελευθερών εκ των καταχθονίων τον Αδάμ και την Εύαν, τον άνθρωπον, αλλά και κρεμάμενος γαληνίως επί ξύλου Σταυρού, εν εσχάτη ταπεινώσει.

«Μέγας ει Κύριε και θαυμαστά τα έργα Σου και ουδείς λόγος εξαρκέσει προς ύμνον των θαυμασίων Σου»· άλλωστε «ύμνος άπας ηττάται, συνεκτείνεσθαι σπεύδων τω πλήθει των πολλών οικτιρμών» του Χριστού.

Η ημετέρα Μετριότης και οι εν Αγίω Πνεύματι αδελφοί και συλλειτουργοί εν Κυρίω, ιστάμενοι μετά των Μυροφόρων Γυναικών έμπροσθεν του «κενού μνημείου» θεωρούμεν ότι «αποκεκύλισται ο λίθος» και θεωρούμεν εν εκστάσει και εν τρόμω Αναστάντα τον Κύριον, θανάτω θάνατον πατήσαντα και ελευθερώσαντα ημάς εκ των δεσμών του σαρκίου και του παμφάγου άδου και ζωήν χαρισάμενον.

 Με αφορμήν την ανάμνησιν, λοιπόν, του γεγονότος της παροχής εις τους χριστιανούς του δικαιώματος της ελευθερίας της πίστεως και της λατρείας των, από του Ιερού τούτου Κέντρου της Ορθοδοξίας, του εν δουλεία κατ᾿ άνθρωπον διακονήσαντος την αληθή ελευθερίαν εν Χριστώ του ανθρώπου και του εκκλησιαστικού σώματος, εκφράζομεν τον μόνιμον έντονον π ρ ο β λ η μ α τ ι σ μ ο ν, την αγωνίαν και την διαμαρτυρίαν αυτού διά τας συνεχιζομένας διώξεις απανταχού της γης, ιδία εσχάτως προς τους χριστιανικούς πληθυσμούς της γεωγραφικής περιοχής της Μέσης Ανατολής, αι οποίαι εκφράζονται με συχνάς δολοφονίας, απαγωγάς, διώξεις και απειλάς εναντίον των, με αποκορύφωμα την απαγωγήν των δύο αγνοουμένων εισέτι αδελφών Ιεραρχών, του εκλεκτού και γνωστού διά την πνευματικότητα και το σημαντικόν εκκλησιαστικόν, κοινωνικόν και εκπαιδευτικόν έργον του Ιερωτάτου Μητροπολίτου Χαλεπίου και Αλεξανδρέττας κυρίου Παύλου και του Συροιακωβίτου Μητροπολίτου Χαλεπίου Ιωάννου-Ιμπραχίμ.

Συμμεριζόμεθα και συμμετέχομεν εις τον πόνον, την θλίψιν και τας δυσκολίας, τας οποίας αντιμετωπίζουν οι χριστιανοί εν τη Μέση Ανατολή και εν Αιγύπτω, και ιδιαιτέρως εις το παλαίφατον και πρεσβυγενές Πατριαρχείον Αντιοχείας, και μακράν πάσης πολιτικής τοποθετήσεως καταδικάζομεν απεριφράστως άπαξ έτι την χρήσιν πάσης μορφής βίας εναντίον των, ποιούντες έκκλησιν προς τους ισχυρούς της γης εις σεβασμόν των στοιχειωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων της ζωής, της τιμής, της αξιοπρεπείας, της περιουσίας, γνωρίζοντες και επαινούντες το φιλήσυχον και ειρηνικόν αυτών και την μόνιμον και σταθεράν προσπάθειαν ίνα μείνουν μακράν πάσης ταραχής και διαμάχης.
Εκφράζομεν την αγωνίαν ημών ως Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως διότι χίλια επτακόσια έτη μετά την έκδοσιν του Διατάγματος των Μεδιολάνων οι άνθρωποι διώκονται διά την πίστιν και την θρησκείαν και τας συνειδησιακάς επιλογάς αυτών.

Το Οικουμενικόν Πατριαρχείον ουδέποτε θα παύση διά των εις την διάθεσιν αυτού πνευματικών μέσων και της αληθείας να στηρίζη τας προσπαθείας δι᾿ ειρηνικόν διάλογο μεταξύ των διαφόρων θρησκειών, την ειρηνικήν επίλυσιν κάθε διαφοράς και την επικράτησιν κλίματος ανοχής, καταλλαγής και συνεργασίας μεταξύ των ανθρώπων κάθε θρησκεύματος και εθνικής καταγωγής.
Καταδικάζοντες ως αντίθετον προς την θρησκείαν κάθε μορφήν βίας, κηρύσσομεν από του Οικουμενικού Πατριαρχείου ότι μέγα ως αληθώς «το της ευσεβείας· μυστήριον· Θεός εφανερώθη εν σαρκί, εδικαιώθη εν Πνεύματι, ώφθη αγγέλοις, εκηρύχθη εν έθνεσιν, επιστεύθη εν κόσμω, ανελήφθη εν δόξη» (Α´ Τιμ. γ΄, 16), κυβερνά τον κόσμον και τα του κόσμου κατά τας ανεξιχνιάστους βουλάς και τα κρίματα Αυτού και πάλιν έρχεται εν δόξη ως δίκαιος Κριτής κρίναι τα σύμπαντα.

Αυτώ η δόξα και το κράτος και η δύναμις και η τιμή και η προσκύνησις και η βασιλεία εις τους απεράντους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Εν έτει σωτηρίω ͵βιγ’, κατά μήνα Μάιον (ιθ’)

Επινεμήσεως Ϛ’
+ Ο Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίος, διάπυρος προς Θεόν ευχέτης
+ ο Χαλκηδόνος Αθανάσιος, συνευχέτης
+ ο Δέρκων Απόστολος, συνευχέτης
+ ο Πέργης Ευάγγελος, συνευχέτης
+ ο Θεοδωρουπόλεως Γερμανός, συνευχέτης
+ ο Μυριοφύτου και Περιστάσεως Ειρηναίος, συνευχέτης
+ ο Μύρων Χρυσόστομος, συνευχέτης
+ ο Σασίμων Γεννάδιος, συνευχέτης
+ ο Νέας Ιερσέης Ευάγγελος, συνευχέτης
+ ο Ρόδου Κύριλλος, συνευχέτης
+ ο Κυδωνίας και Αποκορώνου Δαμασκηνός, συνευχέτης
+ ο Σιγκαπούρης Κωνσταντίνος, συνευχέτης
+ ο Αυστρίας Αρσένιος, συνευχέτης