Θεολογικό σεμινάριο για κληρικούς στη Σιωπηλή Σχολή

Loading...


Του Νίκου Μαγγίνα

Την έναρξη του ταχυρρύθμου επιμορφωτικού θεολογικού σεμιναρίου του Ιδρύματος Ποιμαντικής Επιμορφώσεως της Ι. Αρχιεπισκοπής Αθηνών, κήρυξε την Δευτέρα ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος. Το θεολογικό σεμινάριο πραγματοποιήθηκε στην Ιερά Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή Αγίας Τριάδος Χάλκης και στους χώρους της σιωπηλής Θεολογικής Σχολής.

Το γενικό θέμα του σεμιναρίου ήταν «Η περίοδος της Β΄Οικουμενικής Συνόδου».  Οι εργασίες του σεμιναρίου, στις οποίες συμμετείχαν περί τους 60 κληρικούς από την Αθήνα, πραγματοποιήθηκαν στην αίθουσα τελετών της ιστορικής Σχολής,  την κοσμημένη με τα πορτραίτα κληρικών και λαϊκών που διατέλεσαν καθηγητές σε αυτήν.

Ο Ηγούμενος της Μονής, Μητροπολίτης Προύσης Ελπιδοφόρος, υποδέχθηκε με θέρμη και εγκαρδιότητα τους συμμετέχοντες και τους εισηγητές στο σεμινάριο, ανάμεσα στους οποίους ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος, Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και ο Καθ.Χρυσόστομος Σταμούλης, Πρόεδρος του Τμήματος Θεολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Αμέσως μετά μίλησε ο Πρωτοπρ. Αδαμάντιος Αυγουστίδης, Αναπληρωτής Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών  καθώς και ο  Πρωτοσύγκελλος της Ι. Αρχιεπισκοπής Αθηνών Αρχιμ. Μάξιμος Παπαγιάννης.

Χαιρετισμό απηύθυνε, κατά την έναρξη του επιμορφωτικού θεολογικού σεμιναρίου, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος.

Ακολουθεί ο Χαιρετισμός του Οικουμενικού Πατριάρχη

Ιερώτατοι Πρόεδρε της Εφορείας μετά της μελών αυτής και Ηγούμενε της Ιεράς ταύτης Μονής,

Ιερώτατοι άγιοι αδελφοί,
Πατέρες, Αδελφοί και Τεκνα εν Κυρίω, ιερουργοί των ιερών μυστηρίων του Σωματος και του Αίματος του Κυρίου και της θεολογίας,

Δοξολογίαν, αίνον και ευχαριστίαν οφείλομεν να προσφέρωμεν και αναπέμπομεν ημέρας και νυκτός προς τον Κυριον ημών, ότι Αυτού εστιν «η ημέρα και η νυξ» και Εκείνος, ο πανταχού και επί πάντων Θεός, κατήρτισε φαύσιν και ήλιον και πάντα τα ωραία της γης και εχάρισεν εις την Εκκλησίαν Αυτού και εις τον κόσμον τούς Αγίους Πατέρας των Αγίων Επτά Οικουμενικών Συνόδοων, τούς ορθοτομήσανταςalt τον λόγον της αληθείας και διατυπώσαντας τα δόγματα της αμωμήτου Ορθοδόξου πίστεώς μας, φυλάξαντες από τούς ποικίλους «λύκους» ανόθευτον το Σώμα του Κυρίου, την Αγίαν Ορθόδοξον Εκκλησίαν μας.

Μεταξύ των Οικουμενικών Συνόδων και πασών εν γένει των τοπικών Συνόδων, ιδιαιτέραν σημασίαν κατέχει η Β  Ο?κουμενική Συνοδος, την οποίαν καλείσθε και καλούμεθα και κατά την παρούσαν σύναξιν να μελετήσωμεν, ιδία δε τα της περί αυτήν περιόδου.

Ημείς όμως αναφερόμενοι εις αυτήν καθ’ εαυτήν την Σύνοδον, τιθέμεθα ενώπιον πάντων υμών το καίριον ερώτημα: Είναι δυνατόν να μελετηθή η Χαρις του Αγίου Πνεύματος, η φωτίσασα τούς Πατέρας και της Β  Οικουμενικής Συνόδου; Είναι άραγε εφικτόν, ημείς οι γήϊνοι, όσην σοφίαν κατ  ?νθρωπον και αν διαθέτωμεν η νομίζωμεν ότι έχομεν, να δυνηθώμεν να κατανοήσωμεν το μέγα μυστήριον της Πιστεως; Είναι, άραγε, δυνατόν να συνειδητοποιήσωμεν το περιεχόμενον του «Συμβόλου της Πιστεως», το οποίον ωλοκλήρωσεν η Β/ εκείνη Οικουμενική Συνοδος εν τω Ιερώ Ναώ της του Θεού Ειρήνης; Αληθώς ιλιγγιά ο ανθρώπινος νους.

Πριν προσπαθήσωμεν η ημετέρα Μετριότης, αληθώς «εν συμβόλοις» και «εν αινίγμασι» δια του ανθρωπίνου λόγου, πάντοτε αλληγορικώς ομιλούντες, να υπομνήσωμεν εις εαυτούς και αλλήλους αληθείας τινάς, και επειδή ομιλούμεν προς κληρικούς συλλειτουργούς εν τω Θυσιαστηρίω και τη συνδιακονία των αναγκών του συνανθρώπου, οφείλομεν να επισημάνωμεν ότι το κέντρον της Οικουμενικής ταύτης Συνόδου  υπήρξεν ο Άγιος Γρηγόριος, ο Ναζιανζηνός, ο δικαίως ων και τιμώμενος ως «Θεολόγος», αυτός ομού μετά του Ευαγγελιστού Ιωάννου, του μαρτυρήσαντος τη αγάπη, και του Συμεών του νέου Θεολόγου. Δι’ αυτόν τον λόγον θα ομιλήσωμεν δια της ποιμαντικής γλώσσης του εν αγίοις εκ των προκατόχων ημών μεγάλου τούτου ανδρός και θα επισημάνωμεν τα «γνωστά – άγνωστα», τα πολλάκις ακατά-ληπτα και ασύλληπτα, εννοίας μεν εν τη θεωρία, βιώματα όμως εν τη πράξει. Λοιπόν:

Πρώτον: Υπήρξε μεγίστη η συμβολή και προσφορά του Αγίου Γρηγορίου κατά τας εργασίας της Οικουμενικής ταύτης Συνόδου, εις την διαμόρφωσιν της δογματικής συνειδήσεως και διδασκαλίας της Αγίας ημών Εκκλησίας. Ηγωνίσθη όλαις δυνάμεσι δια να μη διαιρεθή και διασπασθή  το Σώμα του Κυρίου, και «ίνα μη τον άτμητον και αμέριστον και υφαντόν δι  όλου χιτώνα κατατεμών ο πονηρός όλον εαυτού ποιήσηται». Και μας προτρέπει και μας διδάσκει ότι πρώτον μέλημά μας είναι η ενότης της Εκκλησίας.

Δεύτερον: Το «γρήγορον φως», ο Καππαδόκης ούτος Άγιος, «σάρκα φορών και τον κόσμον οικών» και αυτός,  κατέστη  «υπεράνθρωπος» και όχι μόνον θ ε ο λ ο γ ο ς, αλλά και  κ α ν ω ν  ορθής  π ι σ τ ε ω ς  και δια των πολλών και μακροχρονίων αγώνων του κατώρθωσε το ακατόρθωτον δια τον άνθρωπον, την επικράτησιν του αγαθού της  ε ι ρ η ν η ς, την οποίαν επιζητεί ο κόσμος ανά τούς αιώνας και η Εκκλησία, η οποία αν και δέεται υπέρ αυτής δεν καταβάλλει τούς πρέποντας αγώνας δια την επικράτησίν της, καθ’ ότι υπερισχύει και «εν ημίν» -ενίοτε η και πολλάκις- το ανθρώπινον στοιχείον του θείου.

Της  ε ι ρ η ν η ς  αυτής του Θεού, επ  ονόματι της οποίας ως διαρκές σύμβολον ίσταται μέχρι σήμερον αγέρωχος ο Ναός αυτής εν τη Πολει ταύτη, σιωπηλώς κηρύττων την αγνοουμένην υπό των πολλών  α λ η θ ε ι α ν  της ειρήνης, της ειρήνης, λέγομεν, αυτής έπλεξε το εγκώμιον μετά θαυμαστής εμπνεύσεως ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. Οι λόγοι του αποτελούν υποδείγματα ποιητικής εξάρσεως και προκαλούν εις τούς ανθρώπους όλων των γενεών, και μάλιστα της ταραγμένης εποχής μας, ρίγη συγκινήσεως. Φθέγγεται, αποφαίνεται και δογματίζει «Ειρήνη φίλη, το γλυκύ και πράγμα και όνομα». Αυτήν την ειρήνην και ημείς οι κληρικοί οφείλομεν να επιδιώκωμεν και να έχωμεν ειρήνην προς εαυτούς και προς αλλήλους, γνωρίζοντες ότι «τον σταυρόν έχομεν στα μέλη μας, τον σταυρόν στην πορεία μας, τον σταυρόν στην καρδιά μας. Ο σταυρός είναι η δόξα μας» (Έπη εις εαυτόν).

Τρίτον, μαζί και προ της  ε ι ρ η ν η ς, την οποίαν επεδίωξε και η Β  Οικουμενική Συνοδος και την οποίαν ανελύσαμεν πρώτην λόγω διαχρονικής σπουδαιότητος, η Συνοδος αύτη διετύπωσε και διεκήρυξε και το  Δ ο γ μ α, δηλαδή την  Π ι σ τ ι ν, η οποία είναι «η ανεπιφύλακτη συναίνεσις» και «προσδοκία των ουρανίων και όχι των γηΐνων” (Έπη δογματικά) την Πίστιν, η οποία αποτυπώνεται εις το Συμβολον, το οποίον εδογμάτισεν η Β  Ο?κουμενική Συνοδος, και δια του οποίου, πάντοτε ως «συμβόλου» και «εν συμβόλοις» ομολογούμεν ότι ο «Χριστός, ως εν από τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος, είναι ο ίδιος με τον υιόν της Μαρίας• ο Χριστός έλαβε μαζί με την σάρκα και τον νουν του ανθρώπου• ο Χριστός έγινεν άνθρωπος, δεν έζησε μόνον μεταξύ των ανθρώπων…» (Επιστολή ΡΒ/, Κατά Απολλιναρίου προς Κληδόνιον Β/).

Και καταλήγει ο Άγιος Γρηγόριος, «ο Θεός αμείβει τον πιστόν δια της εαυτού χρηστότητος και κάνει τέλειον ηγέτην εκείνον που λαμβάνει θάρρος από Αυτόν και εναποθέτει σε Αυτόν όλες του τις ελπίδες” (Λογος Β/ Απολογητικός της εις τον Ποντον φυγής). Λοιπόν, η πίστις είναι το θεμέλιον της διακονίας και της κοινωνικής μερίμνης του κληρικού.

Τεταρτον: Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ως ποιμήν κατά μίμησιν του Αρχιποίμενος Χριστού, εδίδαξε και την π ο ι -μ α ν τ ι κ η ν  τέχνην των λειτουργών της Εκκλησίας,  κηρύξας ότι «το βασικόν καθήκον κάθε πνευματικού ηγέτου είναι το να παραβλέπη εις πάσαν περίπτωσιν το ιδικόν του συμφέρον δια το συμφέρον των άλλων…»• «διότι το μυστήριον της ευσεβείας αρμόζει εις ανθρώπους οι οποίοι θέλουν και δεν εξαναγκάζονται…» και ο πνευματικός λειτουργός οφείλει «να αναζητή να εύρη εκείνο το οποίον χάθηκε• να ενισχύη τον αδύνατον και να φυλάσση τον ισχυρόν…», και ομολογεί ότι «δεν είμαι ποιμήν ως εκείνοι οι οποίοι πίνουν το γάλα και ενδύονται μαλλίνους χιτώνας και σφάζουν τα παχέα πρόβατα η τα καταπονούν η τα πωλούν δια να κερδίσουν και λένε ‘ευλογητός Κυριος και πεπλουτήκαμεν’, οι οποίοι ‘ποιμένες ουκ έπασχον ουδέν επ’ αυτοίς’ (τοις προβάτοις) (πρβλ. Ζαχ. 11, 1 και εξ.), οι οποίοι ποιμαίνουν τούς εαυτούς των και όχι τα πρόβατα… αλλά είμαι από εκείνους τούς ποιμένες  οι οποίοι μάλλον δύνανται να ειπούν με τον Παύλον ‘ποιός ασθενεί κι  εγώ δεν ασθενώ; ποιός σκανδαλίζεται και δεν φλογίζομαι η δεν νοιάζομαι εγώ;’ » (Λογος Β/ , Απολογητικός της εις τον περί Ποντον φυγής, Απολογητικός εις τον εαυτού πατέρα Γρηγόριον και εις εαυτόν, εις τον altλαόν και εις τούς ποιμένας). Η ποιμαντική είναι διάκρισις, είναι αποταγή, είναι ολοτελής και ανιδιοτελής προσφορά.

Πεμπτον, χαρακτηριστικόν γνώρισμα του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου και των πατέρων των συγκροτησάντων την Β  Ο?κουμενικήν Σύνοδον είναι η  γ ε ν  ν α ι ο τ η ς της διακονίας εις καιρούς δυσκόλους. Και πότε άραγε δια τον λειτουργόν και τον διάκονον των «μυστηρίων» του Θεού και του ανθρώπου δεν είναι δύσκολοι οι καιροί; Όμως αποφθεγματικώς «γνώρισμα γενναίας και συνετής ψυχής είναι το να μη περιφρονή την ανδρείαν των αντιπάλων και να εκτιμά περισσότερον την γενναιότητα των εχθρών, παρά την κακίαν και μαλθακότητα των πολύ ιδικών του, των κολάκων” (Κατά Ιουλιανού βασιλέως, Στηλιτευτικός Α/).

Και η γενναιότης του κληρικού πρέπει να υπερβαίνη τον φόβον και τον φθόνον και την εκδικητικότητα και να ημπορή ο κληρικός να κηρύττη προς πάντας, κατ  ?ναλογίαν, μαζί με τον Άγιον Γρηγόριον τον Θεολόγον «συλλειτουργοί μου, πριν ολίγον απέθανον από τον φθόνον. Τελος υπάρχει και δια την αυγήν και δια την δύσιν και δια τον φθόνον εις εμένα από εχθρούς και φίλους. Φεύγω, χαρήτε» (Έπη εις εαυτόν, Ποίημα Ζ/, Προς τούς αφίλους εξιτήριον).

Και, τέλος, έκτον, και η Συνοδος αύτη μας διδάσκει την α γ α π η ν  προς τον Θεόν και προς τον άνθρωπον, την αγάπην εκείνην η οποία «έξω βάλλει τον φόβον», και η οποία βιώνεται απολύτως, κατηγορηματικώς, όπως διδάσκει ο Απόστολος Παύλος εις το ΙΓ/ κεφάλαιον της Α  πρός Κορινθίους επιστολής του, το οποίον όλοι γνωρίζομεν αλλά ολίγον όμως εφαρμόζομεν. Και η Συνοδος αυτή δια στόματος του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου κηρύττει ότι «αν είσαι δυνατός, θεράπευσε και εκείνον (τον αδελφόν σου)• αν όμως όχι, τουλάχιστον να έχης την βεβαιότητα ότι δεν θα μετάσχης εσύ ο ίδιος της μοχθηρίας. Το πάθος εκείνου είναι κάποια αηδής οσμή, την οποίαν ημπορεί να απομακρύνη η ευωδία σου αν υπερνικήση» (Γρηγορίου του Θεολόγου, Περί της εν διαλέξεσιν ευταξίας).

Αγαπητοί Πατέρες και Αδελφοί και Τεκνα,
Τας ανωτέρω αληθείας, την πίστιν, την ειρήνην, την ποιμαντικήν, την γενναιότητα και την αγάπην, δια την σημασίαν της περιόδου εκείνης και πάσης περιόδου καλώς ειδότες, μετ  ?διαιτέρας χαράς χαιρετίζομεν την παρούσαν σύναξιν, η οποία αποτελεί ευκαιρίαν κοινωνίας και ανταλλαγής εμπειριών και σκέψεων και αλληλοδιδασκαλίας εκ του παραδείγματος των Πατέρων, της μακράς και αστασιάστου παραδόσεως του Ιερού Κεντρου της Ορθοδοξίας, ώστε να αλληλοωφεληθώμεν εις την συνέχισιν της πορείας μας προς διακονίαν.

Και ο Κυριος είπε «πορεύεσθε». Πορεύεσθε όχι μόνον χθες, όχι μόνον σήμερον, αλλά και αύριον και πάντοτε «προς τα πρόβατα τα απολωλότα»• «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη», πάντα τον λαόν, προσκυνούντες Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα, μη διστάζοντες, ως ένιοι εκ των Αποστόλων ότε είδον Αναστάντα τον Κυριον, διότι Εκείνος πάντοτε συμπορεύεται εις την οδόν μας προς Εμμαούς, «κλων τον Άρτον» και «μένων μεθ  ?μ?ν», ότι «προς εσπέραν εστί και κέκλικεν η ημέρα».

Ας μη λησμονώμεν, ότι ο εκκλησιαστικός λειτουργός οφείλει δια βίου να καταρτίζηται εις τα δόγματα και τας αληθείας και να αγωνίζηται εν «πραότητι», να αποφεύγη τον μωρόν ζήλον, ο οποίος ατυχώς πολλάκις θαυμάζεται ακρίτως ως αρετή? και ας ενθυμούμεθα ότι «κρείττων επαινετός πόλεμος ειρήνης χωριζούσης Θεού, και δια τούτον τον πραΰν μαχητήν οπλίζει το Πνεύμα, ως καλώς πολεμείν δυνάμενον» (Γρηγορίου του Θεολόγου, Απολογητικός της εις Πόντον φυγής).

Προς διάκρισιν του ορθού τρόπου αντιμετωπίσεως μιας κρισίμου καταστάσεως δεν θα χρησιμοποιήσωμεν, δεν πρέπει, μόνον την προσωπικήν μας αντίληψιν και εκτίμησιν. Θα πρέπει να προσπαθήσωμεν να εύρωμεν τρόπους και κατάλληλα μέσα,  γινόμενοι τα πάντα τοις πάσιν ίνα πάντως τινάς σώσωμεν (πρβλ. Α/ Κορ, θ  19 κ. εξ.). Ο Κυριος υπεσχέθη όπου είναι συνηγμένοι εις το όνομά Του δύο η τρεις είναι και Αυτός εν μέσω αυτών. Η παρουσία Του η διαρκής εγγυάται ότι Εκείνος ανυψοί κατερραγμένους, ορφανών και χηρών αντιλαμβάνεται  και σώζει αυτούς.

Τας σκέψεις αυτάς δανεισθέντες εκ του εν αγίοις εκ των προκατόχων ημών Γρηγορίου του Θεολόγου, ως συμμετασχόντος της Β  Οικουμενικής Συνόδου και διαδραματίσαντος καθοριστικόν ρόλον εις αυτήν, ηθελήσαμεν να μοιρασθώμεν και με υμάς, τούς αγωνιζομένους εν νυκτί και εν ημέρα, εν κόποις, εν πόνοις, εν στενοχωρίαις, εν δοκιμασίαις, εν θλίψεσιν, εν ανάγκαις, εις διακονίαν του μυστηρίου, και ουδέποτε «εν εξουσίαις», πνευματικαίς η υλικαίς,  διότι ο άπειρος εν τη διαχειρίσει της δοθείσης αυτώ εξουσίας «γίνεται περισσότερον ασυγκράτητος» και διότι «η εξουσία κάνει τον ανόητον χειρότερον, ενώ ο συνετός στέκει στερημένος από τιμάς, σκυμμένος κάτω, έχων το βλέμμα του μόνον προς τονalt Θεόν, ευχαριστημένος δια την θέσιν του μαθητού…».

Αδελφοί και Πατέρες,
Κηρύττομεν την έναρξιν των εργασιών της Συνάξεως αυτής με τας ανωτέρω μαρτυρίας, όχι ιδικάς μας, επαναλαμβάνομεν, αλλά των αιώνων και του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου και παρακαλούμεν και παραινούμεν εαυτούς και αλλήλους: «Ηττηθώμεν ίνα νικήσωμεν…» δια της διακονίας μας, της αγάπης, της πίστεως, της ειρήνης, της γενναιότητός μας, της ποιμαντικής διακρίσεώς μας.

Ας έχωμεν ενώπιον ημών το παράδειγμα της θαλάσσης, το οποίον επικαλείται ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, δια να ασκώμεν εαυτούς εις την αρετήν της διακρίσεως. Λέγει ο Άγιος: ότι «αν δεν εθαυμάζαμε το μέγεθος της θαλάσσης, θα εθαυμάζαμε την ημερότητά της» «πως ίσταται λελυμένη των ιδίων όρων εντός», «πως αίρεταί τε και ίσταται, ώσπερ αιδουμένη την γείτονα γην; πως και δέχεται τους ποταμούς πάντας, και η αυτή διαμένει δια πλήθους περιουσίαν;» «πως ψάμμος όριον αυτή τηλικούτω στοιχείω…».

(Γρηγορίου του Θεολόγου Θεολογικός Β/). Και ημείς οι ποιμένες και οι κληρικοί πρέπει να ασκώμεν την διακονίαν μας ως η θάλασσα χωρίς να υπερεκχειλίζωμεν και να υπερτιμώμεν το έργον μας, ότι «Θεού το δώρον» και Χριστός Ανέστη ίνα ζωήν και διακονίαν και περισσόν ζωής έχωμεν. Αμήν.

alt