O Mητροπολίτης Σασίμων Γεννάδιος για το διάλογο Ορθοδόξων-Λουθηρανών

Loading...


Το διάλογο Ορθοδόξων-Λουθηρανών είχε ως αντικείμενο η εισήγηση του Μητροπολίτη Σασίμων Γεννάδιου στην Σύναξη της Ιεραρχίας του Οικουμενικού Θρόνου.

Αναλυτικά αναφέρει: 

Ο Διεθνής Θεολογικός Διάλογος μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και της Παγκοσμίου Λουθηρανικής Ομοσπονδίας βαίνει με σχετικώς αργούς ρυθμούς, αν και διανύει το τριακοστόν πέμπτον έτος από της ενάρξεως των διμερών θεολογικών επαφών μεταξύ Ορθοδόξων και Λουθηρανών εν Espoo Φιλλανδίας (1981). Κατά το διαρρεύσαν διάστημα έλαβον χώραν δεκαέξ (16) εν Ολομελεία Συναντήσεις και πλείσται όσαι Προπαρασκευαστικαί Επιτροπαί.
Εισαγωγικώς, υπογραμμίζεται ότι η ύπαρξις δύο διαφορετικών, εν πολλοίς αντικρουομένων θεολογικών ρευμάτων εις τους κόλπους του Λουθηρανισμού, τουτέστιν των οπαδών της Αυγουστινείου Θεολογίας (Catholic-Lutfierans) και των ακραιφνών υποστηρικτών της διδασκαλίας του Λουθήρου, δυσχεραίνει εν πολλοίς την ενιαίαν έκφρασιν των θέσεων του Λουθηρανισμού.

Επιπλέον, σημειούται ότι οι συμμετέχοντες εκ Λουθηρανικής πλευράς δεν εκπροσωπούν τας αντιστοίχους Εκκλησίας αυτών παρά μόνον συγκεκριμένας τινάς εκ της Παγκοσμίου Λουθηρανικής Ομοσπονδίας, στερούμενοι πολλάκις εκκλησιαστικής και εκκλησιολογικής συνειδήσεως και ηυξημένου εκκλησιακού κύρους. Η πραγματικότης αύτη συντελεί πολλάκις εις την προβολήν προσωπικών μάλλον και ατομικών αντιλήψεων επί των συζητουμένων θεμάτων, αναστέλλουσα ούτω την έκφρασιν ενιαίας φωνής και γραμμής εις τους κόλπους της ετέρας πλευράς.
Επίσης θα πρέπει να επισημανθή, ότι οι εκπρόσωποι των Λουθηρανών εις τον Διάλογον, εν αντιθέσει προς τα παρ’ ημίν κρατούντα, καθίστανται μέλη της Μικτής Επιτροπής διά διορισμού και προκρίσεως εκ μέρους της Παγκοσμίου Λουθηρανικής Ομοσπονδίας και ουχί δι’ εξονομασμού εκ μέρους των Εκκλησιών αυτών. Η συμμετοχή αύτη εδράζεται επί της αρχής της ισορρόπου γεωγραφικής εκπροσωπήσεως πασών των ανά την υφήλιον Λουθηρανικών Εκκλησιών και παραδόσεων εις τον ειρημένον Διάλογον.
Συναφώς σημειούται ότι η Λουθηρανική πλευρά αντιμετωπίζει οξύ πρόβλημα εις την εξεύρεσιν καταλλήλων προσώπων προς συμμετοχήν εις το θεολογικόν έργον της Διεθνούς Επιτροπής της διεξαγούσης τον εν λόγω Διάλογον.

Κατ’ αρχήν, ο Θεολογικός Διάλογος χρηματοδοτείται εξ ολοκλήρου υπό της Λουθηρανικής Ομοσπονδίας, ώστε έχη και τον κύριον λόγον επιλογής καταλλήλων προσώπων, τα οποία όμως θα πρέπει να συναινέσουν διά να συμμετάσχουν εις τον διάλογον κατόπιν όμως και της εγκρίσεως των Εκκλησιών των. Τον πλήρην έλεγχον συντονισμού του Διαλόγου τα τελευταία δέκα και πέντε έτη, είχον συμπρόεδροι, τουλάχιστον οι δύο πρώην, προερχόμενοι εξ Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής.

Η Παγκόσμιος Λουθηρανική Ομοσπονδία σήμερον αριθμεί εκατόν τεσσαράκοντα πέντε (145) Εκκλησίας-μέλη, ανά την υφήλιον, Λουθηρανικής παραδόσεως, και με αριθμόν πιστών πλέον των εβδομήκοντα δύο (72), προερεχομένας από εννενήκοντα οκτώ (98) κράτη. Η πλειονότης των Λουθηρανικών Εκκλησιών ευρίσκονται κατά μέγιστον βαθμόν εις την Ευρώπην και τας Ηνωμένας Πολιτείας, οπότε είναι προφανές ότι η επιλογή εκπροσώπων εις τον διάλογον περιορίζεται αποκλειστικώς από αυτάς τας γεωγραφικάς περιοχάς. Διά τον λόγον αυτόν αποκλείονται εκπρόσωποι από άλλας περιοχάς του κόσμου, π.χ. ουδέποτε εις τον Διάλογον συμμετείχον θεολόγοι εκ της Λατινικής Αμερικής, ή ακόμη από την Ασίαν. Δύναται επίσης νά τονισθή ότι δεν υπάρχει και το κατάλληλον θεολογικόν ενδιαφέρον εκ μέρους των Εκκλησιών αυτών διά διάλογον μετά των Ορθοδόξων Εκκλησιών.

Από Ορθοδόξου πλευράς κατά το διαρρεύσαν χρονκόν διάστημα από της ενάρξεως του Διαλόγου πολλάκις εξεφράσθη ο προβληματισμός διά τας επιπτώσεις τας οποίας δύνανται να επιφέρουν εις τον εν λόγω θεολογικόν διάλογον προσφάτως συναφθείσαι συμφωνίαι της λουθηρανικής πλευράς, ως η πρακτική της μυστηριακής κοινωνίας (intercommunion) μεταξύ της Λουθηρανικής Εκκλησίας και ετέρων Προτεσταντικών Ομολογιών, ως π.χ., των Αγγλικανών, των Μετερρυθμισμένων, των Παλαιοκαθολικών, κλπ., την στιγμήν κατά την οποίαν αι υφιστάμεναι δογματικαί διαφοραί μεταξύ των ως άνω Προτεσταντικών παραφυάδων παραμένουν ως έχουν.
Από Ορθοδόξου πλευράς επισημαίνεται το θέμα της μη ικανοποιητικής εφαρμογής των αποφάσεων του διμερούς θεολογικού διαλόγου υπό πολλών Λουθηρανικών Εκκλησιών, κυρίως της Αφρικής και της Νοτίου Αμερικής, φαινόμενον το οποίον δεν περιορίζεται μόνον εις το λαϊκόν στοιχείον αλλ΄ επεκτείνεται και εις το κληρικόν δυναμικόν αυτών.
Εκτίμησις ημών τυγχάνει ότι, δυστυχώς, ο εν λόγω διμερής Διάλογος εδώ και έτη δεν αποτελεί υψηλήν προτεραιότητα διά την Παγκόσμιον Λουθηρανικήν Ομοσπονδίαν.

Εξ ετέρου, επισημαίνεται ο υφιστάμενος προβληματισμός σχετικώς προς την πορείαν του Διαλόγου, ότι δηλαδή ούτος τείνει να αποκτήση αποκλειστικώς θεωρητικόν – ακαδημαϊκόν περιεχόμενον, χωρίς να προσδίδεται η απαιτουμένη έμφασις εις την συζήτησιν φλεγόντων θεμάτων αποτελούντων κατά κανόνα εμπόδια δια την ένωσιν των Εκκλησιών (Church dividing issues), ως π.χ. το μείζον θέμα της Εκκλησιολογίας. Τοιουτοτρόπως, ο στόχος της επιτεύξεως της πλήρους και ορατής ενότητος, αν και κατά την ημετέραν άποψιν θα έπρεπε να αποτελή την μόνην προοπτικήν των εν λόγω προσπαθειών, παραμένει πολύ μακρινός, λόγω της υπάρξεως μεταξύ των άλλων και πλουραλιστικών θέσεων εις τους κόλπους του Λουθηρανισμού ως προς τα ποικιλόμορφα προαπαιτούμενα διά την επίτευξιν της ευχαριστιακής κοινωνίας.

Ούτως εχόντων των πραγμάτων, προ πενταετίας, επί τη συμπληρώσει 30ετίας από της ενάρξεως αυτού, το έτος 2011, προετάθη η έναρξις διαδικασίας διά την άμεσον αξιολόγησιν των άχρι τούδε θεολογικών συμφωνιών του Διαλόγου επί τω σκοπω της, μεταξύ άλλων, διασαφήσεως της στοχοθεσίας, του κύρους και της δομής αυτού. Η αξιολόγησις αύτη θα ηδύνατο να προσφέρη νέαν μεθοδολογίαν δυναμένην να προσδώση νέαν δυναμικήν εις την όλην διαλογικήν θεολογικήν πορείαν. Η ανάγκη διά την υιοθέτησιν νέας μεθοδολογίας πηγάζει εκ της παγιωθείσης, κυρίως μεταξύ των Ορθοδόξων,πεποιθήσεως ότι τα κατά το παρελθόν απασχολήσαντα την Επιτροπήν θέματα δεν εξητάσθησαν εν σχέσει προς την Εκκλησιολογίαν, ούτως ώστε να δημιουργηθή η απαραίτητος εκείνη βάσις διά την εις βάθος – και πάντοτε συναφώς προς αυτήν – εξέτασιν και των μελλοντικών.

Η ανωτέρω διαδικασία, αποτελούσα πρωτοτυπίαν εν σχέσει προς τα συμβαίνοντα εις ετέρους διμερείς Θεολογικούς Διάλογους, εκρίθη απαραίτητος δεδομένων των κάτωθι διαπιστώσεων, ήτοι :
α) του προβλήματος της χρήσεως καταλλήλου θεολογικής γλώσσης διά την διατύπωσιν των πορισμάτων του Διαλόγου, καί
β) του γεγονότος ότι οι σήμερον διεξαγόμενοι διμερείς Θεολογικοί Διάλογοι δεν συνδέονται οργανικώς μεταξύ των, ως θα ώφειλε, αλλά απλώς αποτελούν αποσπασματικά γεγονότα, απομονωμένα εκ της ζωής της καθόλου Οικουμενικής Κινήσεως.

Όσον αφορά εις την μελλοντικήν πορείαν του εν λόγω Διαλόγου, η Ορθόδοξος πλευρά, έχουσα υπ’ όψιν τας πολλαπλάς ριζικάς μετεξελίξεις εις την ιστορίαν και την θεολογίαν της Λουθηρανικής Εκκλησίας, θεωρεί ότι αι μελλοντικαί ανακοινώσεις και συζητήσεις επί των εξετασθησομένων θεμάτων δέον όπως αντανακλούν την σημερινήν κατάστασιν με όλας τας επελθούσας εξελίξεις εις την εκκλησιαστικήν ζωήν και πρακτικήν των συνομιλητών ημών, ως π.χ την αποδοχήν της «Χειροτονίας των γυναικών», την ομοφυλοφιλίαν κ.ά.,.

Τοιουτοτρόπως, ο Θεολογικός Διάλογος της Ορθοδοξίας μετά της Παγκοσμίου Λουθηρανικής Ομοσπονδίας εξελίσσεται με αργούς, πλην όμως σταθερούς, ρυθμούς. Η από του 2012 και εντεύθεν ενασχόλησις του Διαλόγου με ακανθώδη ζητήματα, ως η φύσις της Εκκλησίας (Εκκλησιολογία), το Μυστήριον της Χειροτονίας (The Ordained Ministry) εν γένει και δη της «Χειροτονίας των γυναικών» (The Ordination of the Women), δύναται να επιφέρη επιπλοκάς μελλοντικώς εις την πορείαν του Διαλόγου, προς επίτευξιν της μυστηριακής ενώσεως μεταξύ των εν λόγω εκκλησιαστικών παραδόσεων.

Επ’ευκαιρία της τριακοστής επετείου από της ενάρξεως του Διμερούς Διαλόγου μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και της Παγκοσμίου Λουθηρανικής Ομοσπονδίας (Espoo Φιλλανδίας, 1981 – Wittenberg Γερμανίας, 2011), απεφασίσθη, κατά την διάρκειαν της Προπαρασκευαστικής Συναντήσεως Ορθοδόξων και Λουθηρανών εις Βηθλεέμ Παλαιστίνης (2010), ότι μία επί τούτω (ad hoc) Διορθόδοξος Συνάντησις δέον όπως πραγματοποιηθή εν Αθήναις, προ της ΙΕ’ Ολομελείας της Μικτής Διεθνούς Επιτροπής του Θεολογικού Διαλόγου εν Βυττεμβέργη Γερμανίας, αρχάς Ιουνίου 2011, προκειμένου να αξιολογηθή το έργον, το οποίον έχει ήδη επιτευχθή, εις τον εν λόγω Διάλογον.

Η Συνάντησις επραγματοποιήθη, από 2ας έως 5ης Μαΐου 2011, εις το ευρισκόμενον εν τη Ιερά Μονή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου Πεντέλης Διορθόδοξον Κέντρον της Εκκλησίας της Ελλάδος, κατόπιν προσκλήσεως του Οικουμενικού Πατριαρχείου και χάρις εις την ευγενή φροντίδα και φιλοξενίαν της Αγιωτάτης Εκκλησίας της Ελλάδος και δη του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών κ. Ιερωνύμου Β’.

Εις την Συνάντησιν ανεγνώσθησαν και συνεζητήθησαν κείμενα, εν σχέσει προς τα κύρια θέματα, τα αφορώντα εις την αξιολόγησιν του Διαλόγου, ήτοι :
α) η Ορθόδοξος Εκκλησία εν Θεολογικώ Διαλόγω επί τριάκοντα έτη μετά της Παγκοσμίου Λουθηρανικής Ομοσπονδίας : Το παρελθόν και το παρόν, προσδοκίαι, προκλήσεις και προβληματισμοί,
β) τα θεολογικά ζητήματα και θέματα, άτινα συνεζητήθησαν και σννεφωνήθησαν κατά τον Διάλογον από το 1981 και εντεύθεν,
γ) η διαδικασία αποδοχής των συμφωνηθεισών Κοινών Δηλώσεων του Διαλόγου 1981-2011,
δ) η Ιστορία του Διαλόγου και προβλήματα, τα οποία ανακύπτουν,
και
ε) προσβλέποντες εις το μέλλον του Διαλόγου.

Εκ των ως άνω κειμένων και της διεξοδικής συζητήσεως που ηκολούθησεν ανεδείχθησαν συγκεκριμέναι διαπιστώσεις – προτάσεις, αίτινες συμπεριελήφθησαν εις το Τελικόν Κείμενον Αξιολογήσεως, με πλέον σημαντικάς εκ των οποίων τας κάτωθι :
α) διά του μέχρι τούδε επιτελεσθέντος θεολογικού έργου της Μικτής Επιτροπής κατά την διαρρεύσασαν τριακονταετίαν οι Ορθόδοξοι και οι Λουθηρανοί έχουν έλθει εγγύτερον, κατανοούντες καλλίτερον την θεολογίαν αμφοτέρων και αναγνωρίζοντες ότι ο αμοιβαίος εμπλουτισμός εκ της διαλογικής πορείας τυγχάνει πολυδιάστατος και πολυσήμαντος,
β) η Ορθόδοξος Εκκλησία, παρά ταύτα, εκφράζει την εντεινομένην ανησυχίαν αυτής σχετικώς προς τας παρατηρουμένας προσφάτους εξελίξεις εις τον χώρον του Λουθηρανισμού εις ζητήματα αφορώντα τόν «γάμον ομοφυλοφίλων» καί την »Χειροτονίαν των Γυναικών». Αι εξελίξεις αύται συνδέονται με την θεολογικήν μέθοδον και την νέαν ερμηνευτικήν προσέγγισιν της Αγίας Γραφής και της Ιεράς Παραδόσεως προς κατοχύρωσιν των ως άνω εξελίξεων, δύνανται δε να θέσωσιν υπό προϋποθέσεις εν κινδύνω τα όσα άχρι τούδε επετεύχθησαν εις το πλαίσιον του ειρημένου Θεολογικού Διαλόγου,
γ) πλέον συγκεκριμένως, εις το θέμα της ομοφυλοφιλίας, της επευλογήσεως δηλαδή σχέσεων μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου, της τελέσεως γάμων ή της συμβιώσεως αυτών, οι Ορθόδοξοι θεωρούν την νεωτερικήν ηθικήν συμπεριφοράν εν προκειμένω ως απόκλισιν των Λουθηρανών εκ της παραδοσιακής Χριστιανικής ηθικής, όπερ συντελεί εις την υιοθέτησιν εκ μέρους Ορθοδόξων Ιεραρχών, Καθηγητών Πανεπιστημίου και μερίδος πιστών, μιάς αρνητικής στάσεως έναντι του ειρημένου διμερούς Διαλόγου εν γένει.

Σημειωτέον ότι, τινές εκ των Ορθοδόξων Εκκλησιών, ως η Αγιωτάτη Εκκλησία της Κύπρου και της Ελλάδος, εξέφρασαν και γραπτώς τας ανησυχίας των διά τας ως άνω αποκλίσεις, και
δ) το ζήτημα της «Χειροτονίας των Γυναικών» εις τας Λουθηρανικάς Εκκλησίας τυγχάνει μείζονος σπουδαιότητος. Αν και η πρακτική αύτη ευρίσκετο εν ισχύι ήδη από της ενάρξεως του παρόντος Διαλόγου, ωστόσο, λαμβάνει όλον και μεγαλυτέρας διαστάσεις, χωρίς να εκλείπουν και περιπτώσεις «Χειροτονίας Γυναικών» εις το επισκοπικόν αξίωμα. Η νέα αύτη πραγματικότης εν τη Λουθηρανική Εκκλησία συνιστά μείζον τι εμπόδιον προς ολοκλήρωσιν του θεολογικού έργου της Μικτής Επιτροπής και συμβάλλει εις την δημιουργίαν ισχυρών αντιδράσεων εντός της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς την κατεύθυνσιν της διακοπής του εν λόγω Διαλόγου.

Εις το Ανακοινωθέν Τύπου της Συναντήσεως των Αθηνών, μεταξύ άλλων, υπογραμμίζονται και τα ακόλουθα :

α) ο Διάλογος μετά των Λουθηρανών πρέπει να συνεχισθή, όπως συνεφωνήθη εις Espoo Φιλλανδίας τω 1981,
β) τα Ορθόδοξα μέλη είναι δεσμευμένα, εις ό,τι αφορά τους Διμερείς Διάλογους, ως τούτο έχει καθορισθή υπό της Γ’ Πανορθοδόξου Προσυνοδικής Διασκέψεως εν Σαμπεζύ της Γενεύης, Ελβετίας το 1986,
γ) ο Διάλογος χρήζει βαθείας ανανεώσεως και αναθεωρήσεως επί του κυρίου σκοπού, της μεθοδολογίας και των μελλοντικών αποτελεσμάτων του και η προσοχή πρέπει να εστιασθή επί των τρεχουσών εξελίξεων εντός του Προτεσταντικού κόσμου και μάλιστα επί των φλεγόντων θεμάτων της «Εκκλησιολογίας και της Ανθρωπολογίας», και
δ) κατά την 15ην Συνάντησιν της Μικτής Διεθνούς Επιτροπής διά τον Ορθόδοξον-Λουθηρανικόν Διάλογον εν Βυττεμβέργη Γερμανίας (31η Μαΐου – 7η Ιουνίου 2011) τυγχάνει σκόπιμον να επιχειρηθή μία γενική και εις βάθος αξιολόγησις του έργου, το οποίον έχει επιτελεσθή, κατά την διαρρεύσασαν τριακονταετίαν, ώστε να σηματοδοτηθή μία νέα προοπτική διά το μέλλον του Διαλόγου.
Εκ της προμνημονευθείσης διαδικασίας αυτοαξιολογήσεως του Διαλόγου εν Βυττεμβέργη το 2011, διεπιστώθησαν, ωσαύτως, τα κάτωθι :
α) η εφαρμοζόμενη μέθοδος παραγωγής των Κοινών Ανακοινωθέντων, μέσω της εργασίας προς τούτο μιάς μικράς Συντακτικής Ομάδος (drafting group) κατά την διάρκειαν των εργασιών της Ολομελείας, δεν προσφέρεται διά τον καταρτισμόν μακροσκελών και επιστημονικώς τεκμηριωμένων κειμένων, ως π.χ. συμβαίνει με τους διμερείς διάλογους μεταξύ της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και της Παγκοσμίου Λουθηρανικής Ομοσπονδίας ή μεταξύ της Αγγλικανικής και της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ένθα προ της συγκλήσεως εκάστης Ολομελείας προηγείται η σύνταξις εκτενούς κοινού κειμένου εργασίας υπό ειδικής Συντακτικής Επιτροπής,
β) το ζήτημα των πηγών επί των οποίων εδράζονται τα Κοινά Ανακοινωθέντα τυγχάνει μείζονος σπουδαιότητος, δεδομένου ότι αι πλέον σημαντικαί θεολογικαί συγκλίσεις μεταξύ Ορθοδόξων και Λουθηρανών έχουν ως βάσιν την Αγίαν Γραφήν, καί
γ) η λειτουργικότης της σήμερον ακολουθούμενης μεθόδου συγγραφής των Κοινών Ανακοινωθέντων (differentiated consensus) δέον όπως επανεξετασθή εν σχέσει, πάντοτε, προς το ποιοτικόν σκέλος των Ανακοινωθέντων, ενώ υπεγραμμίσθη η ανάγκη όπως η Μικτή Επιτροπή μελετήση εις βάθος :
α) τα σημεία εις τα οποία παρατηρείται διαφοροποίησις και διάστασις απόψεων μεταξύ των εμπλεκομένων εκκλησιαστικών παραδόσεων, καί
β) το ζήτημα της ενότητος της Εκκλησίας διά της εξετάσεως των εν προκειμένω απόψεων των δύο παραδόσεων και του καθορισμού αμέσων και μακροπροθέσμων στόχων εις την αναζήτησιν ταύτης.
Ως βήματα, τα οποία θα πρέπει να λάβη η Επιτροπή εις το μέλλον σοβαρώς υπ’ όψιν θεωρούνται :
1) η διασπορά και διάδοσις των αποτελεσμάτων του Διαλόγου διά καταλλήλων εκδόσεων των πορισμάτων αυτού και ανάρτησιν των κειμέ­νων εις σχετικήν ιστοσελίδα του διαδικτύου,
2) η κατά τας μελλοντικάς συναντήσεις παροχή εκατέρωθεν πλη­ροφοριών διά σχετικής εκθέσεως περί της διαδικασίας προσλήψεως των αποτελεσμάτων του Θεολογικού Διαλόγου εις αμφοτέρας τας πλευράς,
3) η σύνταξις κειμένων προς αξιολόγησιν του άχρι τούδε επιτευχθέντος έργου με ταυτόχρονον συσχετισμόν τούτου προς τα επιτεύγματα ετέρων Διαλόγων, εις τους οποίους συμμετέχουν αι Εκκλησίαι ημών,
4) η ενασχόλησις του Διαλόγου ου μόνον με την εξέτασιν των
ακραιφνών θεολογικών διδασκαλιών αλλά και με την θεώρησιν της
εκκλησιαστικής (ecclesial) σημασίας των εξεταζομένων θεμάτων, και,
5) η επισταμένη ενασχόλησις με τα εμπόδια, τα οποία συνεχίζουν να
κρατούν διηρημένας τας Εκκλησίας ημών.

Ως προς τας προοπτικάς αυτού, υφίσταται έντονος σκεπτικισμός απάντων των Ορθοδόξων διά τον απώτερον στόχον των διεξαγόμενων συζητήσεων, καθ’ ην στιγμήν διαφαίνεται μάλλον δύσκολος η αποκατάστασις της ορατής ενότητος μεταξύ των δύο Εκκλησιών εις το μέλλον. Η απαισιόδοξος εκτίμησις εδράζεται επί της διαπιστώσεως ότι η Μεταρρύθμισις (Reformation) εις τους κόλπους του Λουθηρανισμού αποτελεί ζώσα και διαρκής πρακτική έως της σήμερον, δυσχεραίνουσα την επίλυσιν των ήδη υπαρχουσών διαφορών, μάλλον δε προσθέτουσα και νέας, ως η «Χειροτονία των Γυναικών», η αποδοχή της ομοφυλοφιλίας κληρικών και η σύναψις διαμυστηριακών συμφωνιών (intercommunion) μεταξύ διαφόρων Προτεσταντικών Ομολογιών.

Η Ορθόδοξος πλευρά, έχουσα ως στερράν πυξίδα τας αποφάσεις της Γ’ Προσυνοδικής Πανορθοδόξου Διασκέψεως εν Σαμπεζύ Γενεύης (1986), διακηρύσσει συνεχώς ότι η αποκατάστασις της διασαλευθείσης, ως μη ώφελε, μυστηριακής κοινωνίας μεταξύ των Χριστιανικών Εκκλησιών αποτελεί τον μοναδικόν απώτερον στόχον εκάστου διμε­ρούς θεολογικού Διαλόγου της Ορθοδόξου Εκκλησίας μετά των λοιπών Χριστιανικών Ομολογιών εν γένει και μετά των Λουθηρανών εν προκειμένω. Η μη ευόδωσις της στοχοθεσίας ταύτης κατά το εγγύς ή το απώτερον μέλλον θέτει αναντιρρήτως το ερώτημα κατά πόσον ο εν λόγω Διάλογος είναι απαραίτητον να τεθή εις νέας βάσεις, αμιγώς ακαδημαϊκάς – θεολογικάς, άνευ ουδεμιάς προοπτικής δι’ επανένωσιν των δύο εκκλησιαστικών παραδόσεων.

Όσον αφορά εις την μελλοντικήν θεματολογίαν του Διαλόγου, από του 2012 έως και σήμερον η Μικτή Επιτροπή ασχολείται με την εξέτασιν του θέματος της Ιερωσύνης και των συναφών περί του θέματος πτυχών που άπτονται της «Χειροτονίας των Γυναικών» και των ομοφιλοφύλων, δεδομένου ότι το μυστήριον της Θείας Ευχαριστίας εξητάσθη ενδελεχώς και επισταμένως κατά την διαρρεύσασαν εξαετίαν (2005-2011), διά της αφιερώσεως, προς τούτο, τριών συναπτών Ολομελειών και τεσσάρων Προπαρασκευαστικών συναντήσεων. Η ΙΣΤ΄ Ολομέλεια επραγματοποιήθη τον παρελθόντα Μάϊον εις Ρόδον, υπό την αιγίδα του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Εις την Συνάντησιν της Ρόδου δεν κατέστη διά πρώτην φοράν δυνατόν υπό της Ολομελείας να παραχθή Κοινόν Κείμενον, και παρά το γεγονός ότι εις προπαρασκευαστικόν στάδιον επροηγήθη η σύγκλησις τριών Προπαρασκευαστικών Επιτροπών, πιστοποιεί του λόγου το αληθές. Η διαπίστωσις αύτη, πέραν του υψηλού βαθμού δυσκολίας του υπό εξέτασιν ακανθώδους ζητήματος, οφείλεται και εις το ότι,

α) η Εκτελεστική Γραμματεία της Παγκοσμίου Λουθηρανικής Ομοσπονδίας επί των Οικουμενικών Σχέσεων ακολουθεί παρελκυστικήν πολιτικήν όσον αφορά εις την προετοιμασίαν των καταλλήλων τη περιστάσει κειμένων εργασίας (working papers), αποφεύγουσα επιμελώς να ασχοληθή με τα κοινώς συμπεφωνημένα και εκτρέπουσα τοιουτοτρόπως τας εργασίας της Επιτροπής εις δευτερευούσης σημασίας υποθέματα, και

β) διά την Λουθηρανικήν Ομοσπονδίαν ο ειρημένος μετά της Ορθοδόξου Εκκλησίας Διάλογος δεν αποτελεί βασικήν προτεραιότητα ως ελέχθη και ανωτέρω, και ως άλλωστε διεφάνη περιτράνως και εκ των υπ’αυτής σχεδιασθέντων και ήδη διανεμηθέντων φυλλαδίων περί των προσεχών επετειακών εκδηλώσεων του 2017, καθώς εν αυτοίς αναφέρονται και εξαίρονται μόνον οι Θεολογικοί Διάλογοι της ειρημένης Ομοσπονδίας μετά της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, της Αγγλικανικής Κοινωνίας και των Μεννονιτών, μηδεμιάς αναφοράς γινομένης εις τα του Διαλόγου της Ορθοδόξου Εκκλησίας μετά της Παγκοσμίου Λουθηρανικής Ομοσπονδίας.

Το γεγονός τούτο προυξένησε την άμεσον αντίδρασιν του Ορθοδόξου Προεδρείου και την δυσφορίαν πάντων των Ορθοδόξων μελών της Επιτροπής, του Ορθοδόξου Συμπροέδρου ανακοινώσαντος ότι θα θέση το ζήτημα τούτο διά επισήμου διαβήματός του προς την Γ. Γραμματείαν της Ομοσπονδίας, και αναλόγως της απαντήσεως της Λουθηρανικής Ομοσπονδίας, η Ορθόδοξος πλευρά θα επανεξέταση την στάσιν της αναφορικώς τόσον προς την εν γένει πορείαν του Θεολογικού Διαλόγου όσον και προς την συμμετοχήν της εις τους επικειμένους εορτασμούς του 2017.
Σημειωτέον, ότι η διαπίστωσις αύτη προυξένησεν αμηχανίαν και εκνευρισμόν εις τους κόλπους της Λουθηρανικής Αντιπροσωπείας, ήτις εξέφρασε την λύπην της διά την «αβλεψίαν» και «παράλειψιν» ταύτην και υπεσχέθη την άμεσον απόσυρσιν των σχετικών φυλλαδίων και την επανέκδοσίν των, κατόπιν των προσηκουσών διορθώσεων.

Η επετειακή εκδήλωσις των 500 ετών από της Μεταρρυθμίσεως

Σχετικώς προς τας επετειακάς εκδηλώσεις επ’ ευκαιρία της συμπληρώσεως κατά το 2017 πεντακοσίων ετών από της Μεταρρυθμίσεως, η ΙΣΤ΄ Ολομέλεια ενημερώθη λεπτομερώς επί των σχεδιαζομένων εκδηλώσεων από μέρους της Παγκοσμίου Λουθηρανικής Ομοσπονδίας, ήτοι, περί
α) της διοργανώσεως, περί τον Οκτώβριον του 2016, διεθνούς οικουμενικής συναντήσεως υπό τε της ειρημένης Ομοσπονδίας και του Ποντιφικού Συμβουλίου διά την Προώθησιν της Χριστιανικής Ενότητος, εις ην πρόκειται να προσκληθούν και λοιποί Οικουμενικοί φορείς,
β) της συγκλήσεως της πανηγυρικής, 12ης Γενικής Συνελεύσεως της Ομοσπονδίας εις Ναμίμπιαν Νοτίου Αφρικής τον Μάϊον του 2017, με κεντρικόν θέμα «Απελευθερωμένοι διά της Χάριτος του Θεού» (Liberated by God’s grace), το οποίον επιμερίζεται εις τρεις κεντρικούς άξονας :
§ Η Σωτηρία (The Salvation),
§ Τα Ανθρώπινα δικαιώματα (The Human Rights),
§ Η Δημιουργία (The Creation), και
γ) της παραγωγής επετειακών εκδόσεων διά την σημασίαν της Μεταρρυθμίσεως. Εξ Ορθοδόξου πλευράς, ετονίσθη η ανάγκη όπως η προσεχής Συνάντησις της Ολομελείας το 2017 αφιερωθή εις την έξαρσιν της περί ης ο λόγος επετείου δια της παρουσιάσεως σχετικών επετειακών εισηγήσεων. Σχετικώς προς τα υπό της Ορθοδόξου πλευράς προτεινόμενα θέματα, ταύτα δύνανται να συνοψισθούν εις τα εξής :
α) η σχέσις του Λουθήρου με τους Πατέρας της Εκκλησίας,
β) η ιστορική αναδρομή εις τας σχέσεις του Λουθηρανισμού με την Ορθοδοξίαν,
γ) η επίδρασις της Μεταρρυθμίσεως εις τον Χριστιανικόν κόσμον,
δ) η επιρροή του Λουθηρανισμού εις την ζωήν των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών,
ε) η Μεταρρύθμισις και αι σχέσεις αυτής προς την κρατικήν εξουσίαν,
στ) η έννοια της ελευθερίας εις την διδασκαλίαν του Λουθήρου, και
ζ) η ανανέωσις και η εξέλιξις της Μετταρυθμίσεως μέχρι σήμερον.

Κατακλείοντες την παρουσαν εισήγησιν επιθυμούμεν να προβώμεν εις τας κάτωθι παρατηρήσεις :

1. Η Ορθόδοξος συμμετοχή εις τον ειρημένον Διάλογον τυγχάνει αξιόλογος, καθώς κατά τας εργασίας της τελευταίας Ολομελείας απoυσίαζoν μόνoν αι Εκκλησίαι Βουλγαρίας και Τσεχίας και Σλοβακίας, αίτινες, αν και προσεκλήθησαν επανειλημμένως, δεν απέστειλαν εκπροσώπους.



Ετικέτες