Ο Μητροπολίτης Αυστρίας Αρσένιος για το διάλογο Ορθοδόξων-Μεταρρυθμισμένων

Loading...


Περί του Διαλόγου των Ορθοδόξων μετά των Μετερρυθμισμένων αναφέρθηκε στην εισήγησή του ο Μητροπολίτης Αυστρίας κ. Αρσένιος στη Σύναξη της Ιεραρχίας του Οικουμενικού Θρόνου

Εισήγησις του Σεβ. Μητροπολίτου Αυστρίας κ. Αρσενίου,
περί του Διαλόγου των Ορθοδόξων μετά των Μετερρυθμισμένων,
εν τη συνάξει της Ιεραρχίας του Οικουμενικού Θρόνου
(Φανάριον, 29 Αυγούστου – 2 Σεπτεμβρίου 2015)

Παναγιώτατε Πάτερ και Δέσποτα,
Σεβασμιώτατοι και Θεοφιλέστατοι Αδελφοί,

Μετά πολλής χαράς ίσταμαι ενώπιον Υμών, κατ’ αυτήν την ώραν, υπείκων τη Σεπτή Εντολή του Πατριάρχου ημών, όπως παρουσιάσω εν εισηγήσει την όλην πορείαν και εξέλιξιν άχρι της σήμερον του Διμερούς Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και της Παγκοσμίου Κοινωνίας Μετερρυθμισμένων Εκκλησιών ως εκπρόσωπος του Οικουμενικού ημών Πατριαρχείου εις τον ως άνω διάλογον.
Ο διάλογος ούτος ήρξατο, επισήμως, εν έτει 1988, κατόπιν των εν Σαμπεζύ το έτος 1985 Πανορθοδόξως Αποφασισθέντων. Η Απόφασις αύτη υπήρξεν καρπός της αναζητήσεως κοινής βάσεως διαλόγου και επικοινωνίας, προκειμένου ίνα ύπαρξη δυνατότης κοινής πορείας, συμπροβληματισμού και αναζητήσεως από κοινού λύσεων εις κοινά προβλήματα.

Ως χαρακτηριστικώς σημειούται εις τα κείμενα, σκοπός του διαλόγου τούτου ετέθη «… η προώθησις και εμβάθυνσις των επί τοπικού και περιφερειακού επιπέδου σχέσεων των δύο παραδόσεων …», « …. η καλλιτέρα κατανόησις των θεολογικών θεμελίων της πίστεως…. η υπέρβασις των διαφορών και διαιρέσεων και η περαιτέρω προσέγγισις των δύο παραδόσεων».
Κατά την είσήγησιν ταύτην θα αναφερθώ επιγραμματικώς εις τα αφορώντα εις τον διάλογον τούτον, εις τας κάτωθι ενότητας : Ιστορία, Θεματολογία, Συναντήσεις, Δυσκολίαι, Αποτελέσματα, Προοπτικαί διά το μέλλον, Συμπεράσματα.

Α. ΙΣΤΟΡΙΑ

Αι Μετερρυθμισμέναι Εκκλησίαι αποτελούν κατηγορίαν Χριστιανικών Προτεσταντικών Εκκλησιών, αι οποίαι δογματικώς έχουν εμποτισθεί υπό του Καλβινισμού καθώς και θέσεων του Ζβίγγλιου και των θεωριών αυτών. Με κυρία την θέση του ότι η Εκκλησία ανανεώθηκε διά του Ευαγγελίου κατά το ρητόν «ecclecia, quia reformata, semper reformata, Εκκλησία που μετερρυθμίσθη, πρέπει πάντοτε να μεταρρυθμίζεται».
Ιστορικώς σχετίζονται προς τας Εκκλησίας αι οποίαι προήλθον κατά τον 16ον Αιώνα, κατά κύριον λόγον εις τα πλαίσια της Ελβετικής Μεταρρυθμίσεως, υπό την ηγεσίαν του Ούλριχ Ζβιγγλίου (1484-1531) και του Ιωάννου Καλβίνου (1509-1564).
Σήμερα όλες οι λεγόμενες Εκκλησίες της Μεταρρύθμισης υπάγονται εις την Παγκόσμια Κοινωνίαν Μεταρρυθμισμένων Εκκλησιών. Η Παγκόσμια Κοινωνία Αναμορφωμένων Εκκλησιών ή Παγκόσμια Κοινωνία Μεταρρυθμισμένων Εκκλησιών είναι οικουμενικό Χριστιανικό σώμα, το οποίο δημιουργήθηκε το έτος 2010 (άπόφασις 2007) με την συννένωση του Παγκόσμιου Συνδέσμου Μεταρρυθμισμένων Εκκλησιών και του Μεταρρυθμισμένου Οικουμενικού Συμβουλίου. Με περίπου 230 κοινότητες μέλη και 80 εκατομμύρια περίπου πιστούς, η «Κοινωνία» είναι η τρίτη μεγαλύτερη ενιαία χριστιανική κοινωνία στον κόσμο, μετά την Ρωμαιοκαθολική και την Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία, ενώ είναι το μεγαλύτερο σώμα Μεταρρυθμισμένων και Πρεσβυτεριανών εκκλησιών.
 

Β. ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΑ

Αι συναντήσεις της Μικτής Επιτροπής Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ Ορθοδόξων και Μετερρυθμισμένων, ήρξαντο το έτος 1988, μετά την Προπαρασκευαστικήν Συνάντησιν εν Σαμπεζύ, το έτος 1985.
Τα γενικά θέματα του διαλόγου αυτού εβασίσθησαν επί των άρθρων του Συμβόλου της Πίστεως Νικαίας – Κωνσταντινουπόλεως κατά την ερμηνείαν των Πατέρων της Εκκλησίας, του Μεγάλου Αθανασίου και των Καππαδοκών, ως και των ιστορικών ομολογιών των Μετερρυθμίσμένων Εκκλησιών.
Θέματα τα οποία εσυζητήθησαν κατά καιρούς εις τας Προπαρασκευαστικάς και εις τας Συναντήσεις της Μικτής Επιτροπής του Θεολογικού Διαλόγου είναι τα κάτωθι : Το Σύμβολον της Πίστεως Νικαίας – Κωνσταντινουπόλεως, η Πατερική προσέγγισις και ερμηνεία επί του Συμβόλου της Πίστεως, η Εκκλησιολογία, το Βάπτισμα, το Χρίσμα, η Αποστολικότης της Εκκλησίας, η Αγιότης, η Καθολικότης της Εκκλησίας και Εσχατολογικά Θέματα.
Εις τας διεξαχθείσας δέκα Συναντήσεις της Μικτής Επιτροπής του Θεολογικού Διαλόγου ωλοκληρώθησαν αι συζητήσεις επί της συμφωνηθείσης ήδη από του έτους 1985 βασικής θεματολογίας αυτού.
Σημειωτέον, ότι εις την τελευταίαν τοιαύτην Συνάντησιν ουδεμία Απόφασις ελήφθη διά την συνέχισιν ή μη του διαλόγου ή διά τον ορισμόν νέας θεματολογίας, κατόπιν της εξαντλήσεως της πρώτης ταύτης περιόδου συζητήσεων.
Εις συνάντησιν εν τω Οικουμενικώ Πατριαρχείω, τη 14η Ιανουαρίου 2007, οι εκπρόσωποι του Παγκοσμίου Συνδέσμου των Μεττερυθμισμένων Εκκλησιών είχον προτείνει τον άμεσον προγραμματισμόν της δευτέραςφάσεως του Διαλόγου με θέμα την ερμηνείαν των Ιερών Γραφών υπό το πρίσμα των συγχρόνων κοινωνικών συνθηκών ή, εναλλακτικώς, το κύρος και την αυθεντίαν της Εκκλησίας, θεωρουμένης ως κοινότητος πιστών, ουχί δε ως νομικής οντότητος διεπομένης υπό του κοσμικού δικαίου.

Ουδεμία απόφασις ελήφθη σχετικώς καθώς επεκράτησεν η διατυπωθείσα υπό του Ορθοδόξου Συμπροέδρου του Διαλόγου γνώμη, Σεβ. Μητροπολίτου Σερεντίου Παντελεήμονος, ότι της ενάρξεως της επομένης φάσεως του Διαλόγου θα πρέπει οπωσδήποτε να προηγηθεί η σύγκλησις ενδιαμέσου Συναντήσεως επί τω σκοπώ της από κοινού μετά των Μετερρυθμισμένων αξιολογήσεως των πορισμάτων της πρώτης φάσεως του Διαλόγου.

Γ. ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ

1. Η Α’ Συνάντησις της Μικτής Επιτροπής Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ Ορθοδόξων και Παγκοσμίου Συμβουλίου Μετερρυθμισμένων Εκκλησιών έλαβε χώραν εν τω Ευαγγελικώ Κέντρω Leunberg Βασιλείας, από 7ης έως 11ης Μαρτίου 1988. Η Συνάντησις αύτη απετέλεσε και την επίσημον έναρξιν του Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και του Παγκοσμίου Συνδέσμου Μετερρυθμισμένων Εκκλησιών. Εις αυτήν αντεπροσωπεύθησαν άπασαι αι Ορθόδοξαι Εκκλησίαι, πλην των Ιεροσολύμων και της Γεωργίας, ενώ από πλευράς Μετερρυθμισμένων υπήρξε παγκόσμιος αντιπροσώπευσις δι’ εξεχόντων θεολόγων. Από πλευράς του Οικουμενικού Πατριαρχείου παρέστησαν ο Σεβ. Μητρoπoλίτης Τυρολόης και Σερεντίου κ. Παντελεήμων και ο Αιδεσιμολ. Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Δράγας.
Κατά την Πρώτην ταύτην Συνάντησιν η Μικτή Θεολογική Επιτροπή ησχολήθη μετά των κάτωθι τριών θεμάτων : α. Της Εκκλησιολογικής απεικονίσεως της Ορθοδόξου και της Μετερρυθμισμένης Παραδόσεως, β. Της ενημερώσεως επί προηγουμένων συζητήσεων μεταξύ Ορθοδόξων και Μετερρυθμισμένων θεολόγων εις τοπικόν ή περιφερειακόν πεδίον, γ. Της εξετάσεως της περί της Αγίας Τριάδος διδασκαλίας του Συμβόλου Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως επί τη βάσει συγκεκριμένων Πατερικών κειμένων και της δογματικής διδασκαλίας της Ορθοδόξου και της μετερρυθμισμένης Παραδόσεως. Διά τα ανωτέρω θέματα εγένοντο εμπεριστατωμέναι εισηγήσεις υπό επιφανών καθηγητών και ηκολούθησεν εποικοδομητικός διάλογος εις θετικόν και καλλίκαρπον κλίμα και από των δύο πλευρών.

Η πρώτη αύτη Συνάντησις υπήρξεν εποικοδομητική, και εξυπηρέτησε τους ειρημένους σκοπούς.

2. Η Β’ Συνάντησις της ειρημένης Μικτής Επιτροπής έλαβε Χώραν εν Μίνσκ της Σοβιετικής Ενώσεως από 1ης έως 8ης Οκτωβίου 1990. Η Συνάντησις αύτη εφιλοξενήθη υπό του Σεβ. Μητροπολίτου Μίνσκ και Λευκορωσίας κ. Φιλαρέτου, και ετελέσθη υπό την αιγίδα του Πατριαρχείου Μόσχας. Θέμα της Συναντήσεως υπήρξεν «Η Αγία Τριάς κατά το Σύμβολον Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως και την διδασκαλίαν των Αγίων Αθανασίου, Βασιλείου, Γρηγορίου του Θεολόγου και Γρηγορίου Νύσσης». Το Οικουμενικόν Πατριαρχείον εξεπροσώπησεν ο Σεβ. Μητροπολίτης Τυρολόης καί Σερεντίου κ. Παντελεήμων. Ως γραμματεύς παρέστη ο Αιδεσιμολ. Πρωτοπρεσβύτερος Αθανάσιος Γκίκας.

3. Η Γ’ Συνάντησις της Μικτής Θεολογικής Επιτροπής επραγματοποιήθη εν Kappelam Albis, πλησίον της Ζυρίχης, από 9ης έως 14ης Μαρτίου 1992 και επεκεντρώθη εις δύο θέματα : α. Επεκυρώθη η Κοινή Δήλωσις της Επιτροπής επί του δόγματος της Αγίας Τριάδος, η οποία υπήρξεν αποτέλεσμα των συζητήσεων κατά τας δύο προηγουμένας συναντήσεις εν Luenberg (Μάρτιος 1988) και Μίνσκ (Οκτώβριος 1990), και β. Εγένετο συζήτησις επί του θέματος της Ενσαρκώσεως και συγκεκριμένως εις τους τομείς, Εισαγωγή, Ενσάρκωσις και Σωτηρία, Ενσάρκωσις και δημιουργία.

4. Η Δ’ Συνάντησις της ειρημένης Επιτροπής Διαλόγου έλαβε χώραν εν τω Συνεδριακώ Κέντρω της Ιεράς Μητροπόλεως Λεμεσού εν Κύπρω, από 7ης έως 14ης Ιανουαρίου 1994. Το θέμα των εργασιών της Επιτροπής, κατά την Συνάντησιν αυτήν, ήτο η εναθρώπησις του Υιού και Λόγου του Θεού, κατά το Σύμβολον Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως.
5. Η Ε’ Συνάντησις της Μικτής Επιτροπής Διαλόγου επραγματοποιήθη εν Aberdeen της Σκωτίας και εν τη Βιβλιοθήκη της Θεολογικής Σχολής του παλαιφάτου Πανεπιστημίου της πόλεως ταύτης, από 10ης έως 15ης Ιουνίου 1996. Θέμα των συζητήσεων, το οποίον είχεν ορισθεί υπό της προπαρασκευαστικής Επιτροπής, ήτο «Η ταυτότης και η ενότης της Εκκλησίας», εν τω πλαισίω του σχετικού άρθρου του Συμβόλου της Πίστεως «Πιστεύω….εις Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν…» και υπό το φως της Εκκλησίας των Πατέρων της Εκκλησίας.

Το ως άνω γενικόν θέμα εξητάσθη εις τρεις υποδιαιρέσεις : α. Τό Μυστήριον του Χριστού και το Μυστήριον της Εκκλησίας, β. Η φύσις της Εκκλησίας και γ. Η ενότης της Εκκλησίας.

Αι εργασίαι της πέμπτης αυτής Συναντήσεως της Μικτής Επιτροπής διεξήχθησαν εις ατμόσφαιραν φιλικήν και ειλικρινή, αι εισηγήσεις δε και αι συζητήσεις επ’ αυτών ήσαν υψηλού θεολογικού επιπέδου. Ενώ εις τας προηγουμένας συναντήσεις, αφιερωθείσας εις το τριαδολογικόν και χριστολογικόν δόγμα, υπήρξε συμφωνία των δύο πλευρών εις τα βασικά σημεία, κατά την πρώτην αυτήν εξέτασιν της εκκλησιολογίας, διεφάνησαν αι υφιστάμεναι διαφοραί μεταξύ Ορθοδόξων και Μετερρυθμισμένων. Εκ μέρους των Μετερρυθμσμένων πάντως υπήρξε διάθεσις να δεχθούν Ορθοδόξους απόψεις και ερμηνείας εις πολλά εκ των συζητηθέντων θεμάτων. Η ανησυχία των εστιάζεται κυρίως εις την μη αναγνώρισιν υφ’ ημών των μυστηρίων αυτών.
Εις την Συνάντησιν αυτήν η συμμετοχή των αντιπροσώπων ήτο περιωρισμένη. Από πλευράς Ορθοδόξων συμμετείχον μόνον εννέα αντιπρόσωποι και από πλευράς των μετερρυθμισμένων μόνον επτά.
6. Η ΣΤ’ Συνάντησις της Μικτής Επιτροπής επραγματοποιήθη εν Ζακύνθω, από 16ης εως και 21ης Ιουνίου 1998. Γενικόν θέμα της Συναντήσεως ήτο «το αποτελείν μέλος του Σώματος του Χριστού», το οποίον εξητάσθη εν τω πλαισίω του τελευταίου άρθρου του Συμβόλου Πίστεως Νικαίας – Κωνσταντινουπόλεως «Πιστεύω εις Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν…» και υπό το φως της Πατερικής Διδασκαλίας της αρχαίας αδιαιρέτου Εκκλησίας.
7. Η Ζ’ Συνάντησις της ειρημένης Επιτροπής εγένετο εν τω θεολογικώ Σεμιναρίω Πίτσμπουργκ των Η.Π.Α., από 3ης έως 7ης Απριλίου 2000. Το θέμα της Συναντήσεως ήτο «Η ενσωμάτωσις (μύησις) εις το Σώμα του Χριστού και το αποτελείν μέλος αυτού», προκύψαν εκ της εξετάσεως του τελευταίου άρθρου του Συμβόλου της Πίστεως. Το θέμα εξετάσθη εις τρεις υποδιαιρέσεις : α. Βάπτισμα, β. Χρίσμα – Confirmatio, γ. Η Αποστολικότης της Εκκλησίας.
8. Η Η’ Συνάντησις διεξήχθη εν Sambata de Sus, Ρουμανίας, πλησίον του Sibiu, εις την Ιεράν Μονήν Brancoveanu και εις το παρ’ αυτή νεόδμητον κτίριον της Ακαδημίας Πνευματικότητος, Πολιτισμού και Επιστημών, από 4ης εως 11ης Σεπτεμβρίου 2003. Κύριον θέμα της Συναντήσεως αυτής ήτο το τελευταίον άρθρον του Συμβόλου της Πίστεως «Πιστεύω… εις Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν» και ειδικώς η συζήτησις επεκεντρώθη επί της αγιότητος της Εκκλησίας.
9. Η Θ’ Συνάντησις της Επιτροπής εγένετο εν τω Dhouz Choueir
Ευαγγελικώ Συνεδριακώ Κέντρω της Πρεσβυτεριανής Συνόδου Συρίας και
Λιβάνου, εν Λιβάνω, από 13ης εως 18ης Οκτωβρίου 2005. Το Κύριον θέμα της Συναντήσεως αυτής ήτο «Η Καθολικότης της Εκκλησίας και η αποστολή αυτής (mission)» .
10. Η Ι΄ Συνάντησις της Επιτροπής διεξήχθη εν τη Ακαδημία
θεολογικών Σπουδών της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος και Αλμυρού,
εν Βόλω, από 27ης Σεπτεμβρίου εως 2ας Οκτωβρίου 2007. Το γενικόν θέμα
της Συναντήσεως αυτής ήτο η Εσχατολογία κατά το τελευταίον άρθρον
του Συμβόλου της Πίστεως «… Προσδοκώ Ανάστασιν νεκρών και ζωήν του
μέλλοντος αιώνος». Εξητάσθησαν τρία υποθέματα : α. η Δευτέρα Παρουσία, β. η Ανάστασις των Κεκοιμημένων, γ. η Τελική Κρίσις.

Δ. ΔΥΣΚΟΛΙΑΙ.

Αι ριζικαί αναδιαρθρώσεις εις τας δομάς και την στελέχωσιν της Μετερρυθμισμένης πλευράς, μετά την συγχώνευσιν του Παγκοσμίου Συνδέσμου των Μετερρυθμισμένων Εκκλησιών και του Μετερρυθμισμένου Οικουμενικού Συμβουλίου και την ίδρυσιν νέου Οικουμενικού Οργανισμού υπό την επωνυμίαν «Παγκόσμιος Κοινωνία των Μετερρυθμισμένων» εν έτει 2007, απαιτούν από Ορθοδόξου πλευράς αναμονήν και ουχί βεβιασμένας κινήσεις ή σπουδήν, ήτις ήθελε δημιουργήσει δυσχερείας και δυσκολίας μελλοντικώς.
Κατά τας διεξαχθείσας Συναντήσεις της Μικτής Επιτροπής διαλόγου, διεφάνησαν, κατά καιρούς και αναλόγως της θεματολογίας, αι διαφορετικαί προσεγγίσεις της Ορθοδόξου και της Μετερρυθμισμένης πλευράς, κυρίως εις θέματα Εκκλησιολογίας, Σωτηριολογίας και της θέσεως των Αγίων, της Θεοτόκου, του Μυστηρίου της Ιερωσύνης και της εν γένει θεωρήσεως της θέσεως του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας εν τη Εκκλησία.
Ιδιαιτέρως δύσκολος τυγχάνει εις την πορείαν του διαλόγου η χειροτονία γυναικών εις ην προέβησαν ήδη οι Μετερρυθμισμένοι. Η εξέλιξις αύτη εδημιούργησεν αδυναμία συνεχίσεως του διαλόγου, οστις ήδη από του έτους 2008 ουσιαστικώς έχει ατονίσει, άνευ Αποφάσεως διακοπής αυτού, υπ’ ουδεμιάς πλευράς.

Απαραίτητος καθίσταται η αξιολόγησις των πορισμάτων κάθε φάσεως του Διαλόγου διά την μετάδοσιν των διαλεγομένων μεταξύ των δύο Εκκλησιών εις τους πιστούς, προς αποφυγήν παρερμηνειών ή λανθασμένων συμπερασμάτων υπό διαφόρων, δημιουργούντων εντάσεις και οξύνσεις εντός του Σώματος της Εκκλησίας.

Σημειωθήτω, ότι εις την πρώτην φάσιν του διαλόγου παρετηρήθη η μη συμμετοχή από πλευράς Ορθοδόξου όλων των αντιπροσώπων των Ορθοδόξων Εκκλησιών εις τας κατά καιρούς συναντήσεις, είτε καθ’ ολοκληρίαν, είτε αποσπασματικώς. Τούτο απεδόθη ενίοτε εις οικονομικάς δυσκολίας των ειρημένων Εκκλησιών ίνα ανταποκριθώσι εις τα απαιτούμενα έξοδα τοιαύτης συμμετοχής, είτε εις δυσκολίας εκδόσεως ταξειδιωτικής αδείας διά την μετάβασιν εις τον τόπον των συνάξεων, είτε εις απροθυμίαν μιάς Ορθοδόξου Εκκλησίας ίνα μετάσχη εις τον εν λόγω θεολογικόν διάλογον. Δέον όπως υπομνησθή ότι ωρισμέναι Εκκλησίαι δέχονται ισχυράς πιέσεις υπό μελών της Ιεραρχίας ή και του πληρώματος των πιστών διά την αποφυγήν συμμετοχής εις τον θεολογικόν διάλογον μετά της Ευαγγελικής Εκκλησίας εν γένει και ως εκ τούτου εκζητείται ενίοτε πρόφασις διά την μη συμμετοχήν εις αυτούς.
Έτερον σημείον δυσκολίας ήτο η σημειωθείσα και από πλευράς των Μεττερυθμισμένων δυσκολία συμμετοχής λόγω του φθίνοντος αριθμού των ειρημένων Εκκλησιών, ως και των γεγονυιών αλλαγών εις τα εσωτερικά αυτών, τα οποία αναδόμησαν πλήρως τα όργανα διοικήσεως εν τοις κόλποις αυτών. Ουσιαστικώς ο υπεύθυνος συνομιλητής της Ορθοδόξου Εκκλησίας άχρι τούδε από πλευράς των Μετερρυθμίσμένων ήτο η αντιπροσωπεία εκ του Παγκοσμίου Συνδέσμου Μεττερυθμισμένων Εκκλησιών, η οποία εκλήθη ήδη από του έτους 2007 να συμμετάσχη εις έτερον σχήμα, εις το οποίον πλέον δεν θα ηγήται αύτη. Δέον όπως τούτο αξιολογηθή κατά τα νέα δεδομένα τα οποία δημιουργεί διά την πρόοδον του διαλόγου και την διασφάλισιν της υπευθύνου εκπροσωπήσεως αυτού διά τας συνομιλίας.
Τέλος, εις καιρόν οικονομικής δυσπραγίας εις διαφόρους χώρας του κόσμου, η επιλογή ως τόπου συνάξεως μακρυνών προορισμών, απαιτητικών εις τα έξοδα διαμονής ή μεταβάσεως των αντιπροσώπων, δέον όπως απασχόληση τους διοργανωτάς και οδηγήση εις τας βελτίστους κατά το δυνατόν επιλογάς, προς αποφυγήν δυσχερειών και προβλημάτων.

Ε. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Κατά την πρώτην φάσιν του διαλόγου, η οποία έχει ολοκληρωθεί, το βάρος της πορείας αυτού από πλευράς Ορθοδόξου Εκκλησίας και του Οικουμενικού Πατριαρχείου εβάστασεν ικανώς και αξίως ο Σεβ. Μητροπολίτης Τυρολόης και Σερεντίου Παντελεήμων. Η θεολογική αυτού κατάρτισις, η πολυχρόνιος εμπειρία, η πιστότης εις τα προστάγματα της Μητρός Εκκλησίας, η επιτυχία εις την ανάθεσιν πάσης αποστολής, η συναίσθησις της Επισκοπικής αυτού ευθύνης και της υψηλής αυτού διακονίας εις το πλαίσιον του θεολογικού τούτου διαλόγου έδωκαν γλυκείς καρπούς και έθεσαν ακλόνητον βάσιν εμπιστοσύνης, ειλικρινείας και ελπιδοφόρου μελλοντικώς προοπτικής.
Ωσαύτως, σημαντική υπήρξεν η συμβολή και συμπαράστασις του Γραμματέως του Διαλόγου από πλευράς Ορθοδόξου, Αιδεσιμολ. Πρωτ. Γεωργίου Δράγα, τετιμημένου και εμπείρου κληρικού της Μητρός Εκκλησίας, όστις υπευθύνως εβάστασεν μετά του Ορθοδόξου Συμπροέδρου τον φόρτον, τον κόπον και τον μόχθον των Συνάξεων της Μεικτής Επιτροπής του Διαλόγου.
Ο διάλογος διεξήχθη πάντοτε εις κλίμα αδελφικόν και εν τοις πλαισίοις προσπαθείας κατανοήσεως, εις το πνεύμα της προσευχής της Εκκλησίας «υπέρ της των πάντων ενώσεως» και έθεσεν βάσιν διά την περαιτέρω επικοινωνία και αλληλοκατανόησιν των δύο πλευρών.
Η πρώτη φάσις του διαλόγου τούτου συνέβαλε καθοριστικώς εις την δημιουργίαν βάσεως αληθούς επικοινωνίας και αλληλογνωριμίας, η δε έκδοσις κοινών ανακοινωθέντων έδωκε μήνυμα κοινής βάσεως, εν τω συνδέσμω της αγάπης και της ειρήνης.
Παρά τας ανθρωπίνους δυσκολίας και δυσχερείας ο θεολογικός διάλογος διακρατεί ανοικτήν την θύραν του ελέους του Θεού, Του Οποίου το άπειρον έλεος γνωρίζει μόνον την ώραν της πραγματώσεως της διαρκούς προσευχής και παρακλήσεως «υπέρ της των πάντων ενώσεως».
 

ΣΤ. ΠΡΟΟΠΤΙΚΑΙ ΔΙΑ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ.

Από του έτους 2008 ο διάλογος ούτος ητόνισεν, εξαιτίας ποικίλων δυσκολιών και αναδιαρθρώσεων και ουσιαστικώς καλούμεθα να εγκαινιάσωμεν νέαν φάσιν διαλόγου διά το μέλλον, λαμβάνοντες υπ’ όψιν τας νέας συνθήκας τας προελθούσας υπό των διοικητικών αλλαγών και αναδιαρθρώσεων της Μετερρυθμισμένης πλευράς, αλλά και την όλην άχρι τούδε πορείαν και εξέλιξιν της πορείας ζωής εκάστης Εκκλησίας.
Ήδη κατά την αρχήν του έτους 2014 ανετέθη υπό της Μητρός Εκκλησίας εις τον υπογραφόμενον και τον ελλογ. Καθηγητήν κ. Κωνσταντίνον Δελληκωνσταντήν, η εκπροσώπησις του Οικουμενικού Πατριαρχείου εις τον εν λόγω διάλογον και η λήψις πρωτοβουλίας διά την επαναπροσέγγισιν των δύο πλευρών.
Άμα τη αναλήψει της Σεπτής Πατριαρχικής εντολής, ο ομιλών προσεπάθησε να μελετήση την ιστορίαν ως και τα άχρι τούδε διενεργηθέντα εις τον ειρημένον διάλογον, καταλήξας συμπερασματικώς ότι επερατώθη η πρώτη φάσις του Διαλόγου, ήτις εξήντλησεν την από του έτους 1985 αρξαμένην θεματολογίαν, συνισταμένην εις την κατ’ άρθρον μελέτην του Συμβόλου της Πίστεως Νικαίας – Κωνσταντινουπόλεως, επί τη βάσει του Αγίου Βασιλείου, του Αγίου Αθανασίου, των Καππαδοκών Πατέρων, αλλά και των κειμένων των Μετταρυθμισμένων Εκκλησιών.
Εκ της συνενώσεως των διαφόρων συνδέσμων και κλάδων της ως άνω Ομοσπονδίας, προήλθεν η σημερινή Παγκόσμια Κοινωνία Μετταρυθμισμένων Εκκλησιών, η οποία προσφάτως μετεκόμισεν εκ Γενεύης εις Ανόβερον της Γερμανίας.

Ο ομιλών προσεπάθησε να επικοινωνήση μετά της Γραμματείας της ειρημένης «Κοινωνίας», καθ’ ην προσπάθειαν κατέστη σαφές ότι λόγω της ως άνω μετακινήσεως και μεταφοράς των Γραφείων, ως και εν όψει των εκλογών διά τα νέα μέλη του Διοικητικού Οργάνου της «Κοινωνίας», ήτο δύσκολον να αρχίση νέος θεολογικός Διάλογος το γε νυν.
Παρά ταύτα, ο ομιλών διενήργησε συζητήσεις μετά του εν Αυστρία εκπρόσωπον της «Κοινωνίας», όστις επεβεβαίωσεν τας πρακτικάς δυσκολίας λόγω της μετακινήσεως των Γραφείων και επρότεινε να αναμείνωμε τας εκλογάς των νέων μελών, διά την έναρξιν νέας φάσεως του Διαλόγου.
Αι ειρημέναι αρχαιρεσίαι έλαβον χώραν τον παρελθόντα Μάιον του έτους 2014, καθ’ ας ανεδείχθησαν τα νέα μέλη του Οργάνου. Αμέσως υπήρξεν επικοινωνία μετά του νέου Γραμματέως της «Κοινωνίας», πάστορος Christopher Ferguson, τον οποίον συνεχάρην διά την εκλογήν αυτού και ανεκοίνωσα την εντολήν της Μητρός Εκκλησίας και την επιθυμίαν διά την συνέχισιν του Διαλόγου. Το αυτό διετύπωσα και προς τον εν Αυστρία εκπρόσωπον της «Κοινωνίας».
Δυστυχώς, ουδεμία εδόθη απάντησις υπό του Γραμματέως. Την εν λόγω καθυστέρησιν ο εν Αυστρία εκπρόσωπος Thomas Hervnefeld, εδικαιολόγησε εκ της σταδιακής μεταφοράς των Γραφείων εις Ανόβερο και εις τας θερινάς διακοπάς, αι οποίαι εδημιούργησαν δυσλειτουργίαν εις το Γραφείον.

Ο ομιλών εζήτησεν προ ημερών να αποκτήσωμεν τανάπαλιν δίαυλον επικοινωνίας μετά της Παγκοσμίου Κοινωνίας Μετταρυθμισμένων, διά την απαρχήν νέας φάσεως του Διαλόγου, επ’ ελπίδι συντόμου αποκρίσεως διά τα περαιτέρω.
Εν συνεχεία των ανωτέρω, αναφέρω ότι εγένετο τελικώς επικοινωνία και συνεννόησις μετά της Γραμματείας της ειρημένης Παγκοσμίου Κοινωνίας Μετταρυθμισμένων Εκκλησιών και συνεφωνήθη όπως κατά τον μήνα Σεπτέμβριον τ. έ. ρυθμισθώσι αι λεπτομέρειες διά την επανέναρξιν του διαλόγου μεταξύ ημών και αυτών.
Σημαντικόν διά την επανέναρξιν του διαλόγου είναι να προσδωρισθώσιν εκ των προτέρων οι στόχοι αυτού. Η πρώτη φάσις του διαλόγου, ήτοι, η εποχή της αλληλογνωριμίας έχει ολοκληρώσει τον κύκλον αυτής. Δέον όπως αναζητηθή ο στόχος του διαλόγου, που δεν πρέπει να είναι άλλος από την μαρτυρίαν της Ορθοδόξου πίστεως από ημετέρας πλευράς και την αναζήτησιν της ενότητος. Διά τούτο και η συνέχισις του διαλόγου με στοχευμένην μεθοδολογίαν αποτελεί αναγκαιότητα και μονόδρομον προκειμένου να ελπίζωμεν εις την πρόοδον, την ενότητα και την κοινήν πορείαν πάντων ημών.

ΣΤ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

· Η συνέχισις της πορείας του διαλόγου τυγχάνει απαραίτητος, εις τα πλαίσια των πανορθοδόξως άχρι τούδε αποφασισθέντων, ει μη μόνον, εάν υπάρξη αντίθετος Πανορθόδοξος Απόφασις, διά συγκεκριμένους λόγους.
· Το φλέγον θέμα της χειροτονίας γυναικών, το οποίον αφορά εις τους Μετερρυθμισμένους δέον όπως μελετηθή και αξιολογηθή διά της δεούσης προσοχής και σοβαρότητος. Η απόφασις αυτών όπως προβώσι εις χειροτονίας γυναικών δημιουργεί εις τον Διάλογον σοβαρόν κώλυμα και εμπόδιον.
· Η σύγκλισις εν Φαναρίω Διμερούς Συναντήσεως διά την αξιολόγησιν των άχρι τούδε γεγονότων, συζητηθέντων και αποφασισθέντων, αλλά και την από κοινού μελέτην της θεματολογίας της δευτέρας φάσεως του διαλόγου θέλει βοηθήσει μεγάλως την εξέλιξιν και προαγωγήν του όλου θέματος.
· Η νέα δομή διοικήσεως και ίσως τα νέα τυχόν πρόσωπα αυτής από πλευράς των Μεταρρυθμισμένων, δέον όπως διερευνηθή διά την σύναψιν αγαθών σχέσεων εμπιστοσύνης και συνεπείας, επί της οποίας δύναται να εδρασθή η νέα φάσις Διαλόγου.
· Η συχνή ενημέρωσις των Ιεραρχών του Θρόνου διά τα θέματα των διαλόγων, αλλά και η αξιοποίησις ενίων εξ αυτών εις τους συντελουμένους διαλόγους θα προσδώση ιδιαιτέραν έμφασιν και θα συμβάλη καθοριστικώς εις την προαγωγήν του Διαλόγου.
· Τα εν τοις Διαλόγοις Αποφασιζόμενα δέον όπως κοινοποιούνται εις τα Πληρώματα των Εκκλησιών διά την υπεύθυνον υπό της Διοικούσης Εκκλησίας ενημερώσεως αυτών, προς αποφυγήν κενοφωνιών και φωνασκιών ποικίλων ανεύθυνων προελεύσεων, αι οποίαι σχίζουν το Σώμα της Εκκλησίας και δημιουργούν μείζονα ποιμαντικά αλλά και πνευματικά προβλήματα.

· Το Οικουμενικόν Πατριαρχείον κατέχει σαφώς την ευθύνην της συνέχειας και της ευαισθητοποιήσεως και των λοιπών Ορθοδόξων Εκκλησιών, καθώς και το ιερόν χρέος της διοργανώσεως του θεολογικού διαλόγου. Σημειωτέον, ότι και αι λοιπαί Ορθόδοξαι Εκκλησίαι δέον όπως έχωσι πλήρη αντίληψιν και γνώσιν της κοινής συνευθύνης αυτών διά την πρόοοδον του διαλόγου. Η κοινή πορεία και συνεργασία των Ορθοδόξων καταδεικνύει μίαν δυνατή και σθεναράν παρουσίαν ενώπιον οιουδήτινος συνομιλητού και μαρτυρεί την ταυτότητα της Ορθοδόξου Εκκλησίας «εν ενί στόματι και μιά καρδία», καθιστώσα δυνατήν την «φωνήν» της Ορθοδοξίας.



Ετικέτες