Ο κατηχητήριος λόγος του Πατριάρχου για την Μ. Τεσσαρακοστή

Loading...


Λόγος Κατηχητήριος επί τη ενάρξει της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής (2014)

«Ιδού νυν καιρός ευπρόσδεκτος, ιδού νυν ημέρα σωτηρίας»· (Β’ Κορ. 6, 2-3)

Αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί και τέκνα εν Κυρίω,
Η Ορθόδοξος Εκκλησία μας, μας συνιστά αυτήν την περίοδον να στρέψωμεν το ενδιαφέρον μας προς την αληθινήν μετάνοιαν, «το χωνευτήριον της αμαρτίας», κατά τον Ιερόν Χρυσόστομον. Η μετάνοια είναι το πρώτον θέμα του κηρύγματος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και η πεμπτουσία της χριστιανικής διδασκαλίας. Είναι το καθημερινόν προσκλητήριον της Εκκλησίας προς όλους μας.

Παρά ταύτα, πολλοί των χριστιανών δεν έχομεν βιώσει πραγματικώς την μετάνοιαν. Ενίοτε δε θεωρούμεν αυτήν ως μη αφορώσαν εις έκαστον εξ ημών, διότι δεν ερχόμεθα εις εαυτούς, δεν συνερχόμεθα και δεν συναισθανόμεθα ότι έχομεν υποπέσει εις ποιάν τινα αμαρτίαν. Αλλ᾿ ως διδάσκει ο έμπειρος της πνευματικής ζωής Αββάς Ισαάκ ο Σύρος και δογματίζουν εμπειρικώς οι πλείστοι των Πατέρων της Εκκλησίας μας, «η μετάνοια είναι απαραίτητος και εις τους τελείους». Καί τούτο διότι μετάνοια δεν είναι μόνον η μεταμέλεια διά τας αμαρτίας μας και η συνακόλουθος απόφασις να μη επαναλάβωμεν αυτάς αλλά και η αλλαγή των αντιλήψεών μας προς το αγαθώτερον, ώστε να επέρχεται μία διαρκής βελτίωσις των αντιλήψεών μας περί του Θεού και του κόσμου, αύξησις της αγάπης και της ταπεινώσεως, της καθάρσεως και της ειρήνης.

Υπ᾿ αυτήν την έννοιαν η μετάνοια είναι πορεία ατελεύτητος προς την τελειότητα του Θεού, προς την οποίαν οφείλομεν να τείνωμεν και να κινούμεθα συνεχώς. Επειδή δε η τελειότης του Θεού είναι άπειρος, η πορεία μας προς το καθ᾿ ομοίωσιν αυτής είναι επίσης άπειρος και ατελεύτητος. Πάντοτε υπάρχει επίπεδον τελειότητος ανώτερον εκείνου εις το οποίον ευρισκόμεθα εκάστοτε και διά τούτο πάντοτε πρέπει να επιζητούμεν την πρόοδόν μας την πνευματικήν και την μεταμόρφωσίν μας, ως προτρέπει και ο μέχρι τρίτου ουρανού αναβάς και θεασάμενος μυστήρια άρρητα Απόστολος Παύλος, γράφων: «Ημείς δε πάντες ανακεκαλυμμένω προσώπω την δόξαν Κυρίου κατοπτριζόμενοι την αυτήν εικόνα μεταμορφούμεθα από δόξης εις δόξαν, καθάπερ από Κυρίου Πνεύματος». (Β’ Κορ. 3, 18).

Όσον καθαίρεται ο εσωτερικός μας κόσμος, όσον περισσότερον καθαρίζεται ο πνευματικός οφθαλμός μας, τόσον καθαρώτερον βλέπομεν τον εαυτόν μας και τα πάντα και αυτή η αλλαγή, αυτή η βελτίωσις της θεάσεως των πραγμάτων του κόσμου και της πνευματικής καταστάσεως του εαυτού μας, συνιστά μετάνοιαν, μίαν δηλονότι νεωτέραν και βελτιωμένην κατάστασιν του πνεύματός μας, εκείνης εις την οποίαν ευρισκόμεθα μέχρι τούδε. Υπ᾿ αυτήν την έννοιαν, η μετάνοια είναι η βασική προϋπόθεσις της πνευματικής προόδου και της επιτεύξεως του καθ᾿ ομοίωσιν προς τον Θεόν της υπάρξεώς μας.

Η μετάνοια, βεβαίως, διά να είναι πραγματική, πρέπει να συνοδεύεται και από αναλόγους καρπούς, ιδία δε από την συγχώρησιν των συνανθρώπων μας και την προς αυτούς αγαθοεργίαν. Η εξ αγάπης προς τον συνάνθρωπον κίνησις της καρδίας μας προς την αποδοχήν αυτού και την κατά το εφικτόν κάλυψιν των αναγκών του, αποτελεί βασικόν στοιχείον της ειλικρινούς μετανοίας. Η οδός, άλλωστε, της μετανοίας είναι αμαρτημάτων κατάγνωσις και εξομολόγησις αυτών, το μη μνησικακείν, ευχή ζέουσα και ακριβής, ελεημοσύνη, ταπείνωσις, αγάπη προς πάντας, νίκη του καλού επί του κακού, αποφυγή κενοδοξίας και ματαίας επάρσεως, μαραινομένης αυστοστιγμεί.

Την εντός της ανθρωπίνης ψυχής πάλην της μετανοίας αποκαλύπτει «του τελώνου και του φαρισαίου το διάφορον….» και καλεί ημάς πάντας να «μισήσωμεν του μεν την υπερήφανον φωνήν, του δε να ζηλώσωμεν την ευκατάνυκτον ευχήν», προσευχόμενοι εκτενώς μετά δακρύων «ο Θεός ιλάσθητι ημίν τοις αμαρτωλοίς και ελέησον ημάς».

Η αρχομένη περίοδος της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής προσφέρεται, εν μέσω της εκτεταμένης επί παγκοσμίου επιπέδου οικονομικής κρίσεως, διά την εκδήλωσιν της υλικής και πνευματικής βοηθείας μας προς τον συνάνθρωπον. Ούτως ενεργούντες φιλανθρώπως και εκδηλώνοντες εμπράκτως την μεταστροφήν μας, από την μέχρι τούδε ατομικιστικήν αντιμετώπισιν φαρισαικώς της ζωής προς μίαν συλλογικήν και αλτρουιστικήν τελωνικήν αντιμετώπισιν αυτής, θα έχωμεν πραγματοποιήσει μεγάλην και ωφελιμωτάτην μετάνοιαν και αλλαγήν του τρόπου της ατομοκεντρικής αντιλήψεως και θα έχωμεν βιώσει την μετάνοιαν ως προς μίαν κεφαλαιώδη και εσφαλμένην στάσιν ζωής διά της μεταβάσεως από την αμαρτίαν του εγωκεντρισμού και της κενοδοξίας εις την αρετήν της φιλαλληλίας, «ζηλούντες του τελώνου καλώς την ηλεημένην ταπείνωσιν και γνώμην».

Από του Πατριαρχικού Θρόνου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, του κήρυκος και εμπειρικού διδασκάλου της μετανοίας, εισερχόμενοι εις την σωτηριώδη ταύτην περίοδον της καθάρσεως καρδίας και πνεύματος, ίνα υποδεχθώμεν το Πάθος, τον Σταυρόν, την Ταφήν και την Ανάστασιν του Κυρίου ημών, ουχί συμβόλοις και λόγοις μόνον, αλλά εμπράκτως και βιωματικώς, μετ᾿ αυτού διαχρονικώς προτρεπόμεθα και παρακαλούμεν και ικετεύομεν και ημείς ο εν τοις διαδόχοις αυτού ελάχιστος: «της μετανοίας εστί, το καινούς γενομένους, είτα παλαιωθέντας υπό των αμαρτημάτων, απαλλάξαι της παλαιότητος και καινούς εργάσασθαι…εκεί γαρ το όλον η Χάρις ην».

Ιδού, λοιπόν, αδελφοί και τέκνα, ηνέωκται ενώπιον ημών καιρός ευπρόσδεκτος «του λυπείσθαι» και στάδιον ανανήψεως και ασκήσεως ίνα, «πριν ή διαλυθήναι το θέατρον φροντίσωμεν της ημών σωτηρίας», εν αληθεί και βιωματική καρδιακή μετανοία εφ᾿ οις «ημάρτομεν, ηνομήσαμεν, ηδικήσαμεν…ουδέ συνετηρήσαμεν, ουδέ εποιήσαμεν, καθώς ενετείλατο» ημίν ο Κύριος, ίνα «φείσηται ημών ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών» Χριστός ο Θεός, κατά το μέγα Αυτού και ανεξιχνίαστον Έλεος, Ου η σωτήριος Χάρις είη μετά πάντων.

Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή ,βιδ´

+ Ο Κωνσταντινουπόλεως
διάπυρος προς Θεόν ευχέτης πάντων υμών


Ετικέτες