Μελέτη Μ. Αρχιδιακόνου Μάξιμου για το πρωτείο: Αφού επιτρέπουν στον Πατριάρχη να συγκαλέσει Σύνοδο τον αναγνωρίζουν ως πρώτο

Loading...


Ο Αρχιμ. Παντ.Μανουσάκης παρουσιάζει τη μελέτη του Μ. Αρχιδιακόνου Μάξιμου

Μία σημαντική μελέτη δημοσιεύτηκε στις αρχές του τρέχοντος έτους από τις Πανεπιστημιακές εκδόσεις Northern Illinois University Press. Ο τόμος, που φέρει τον τίτλο Το Πρωτείο στην Εκκλησία από την Πρώτη στην Δεύτερη Βατικάνεια Σύνοδο: Μία Ορθόδοξη Προσέγγιση (τίτλος του αγγλικού πρωτοτύπου: Primacy in the Church from Vatican I to Vatican II: An Orthodox Perspective), επιχειρεί μια ιστορική ανασκόπηση της έννοιας του πρωτείου μέσα από τα κείμενα των δύο τελευταίων Συνόδων της Καθολικής Εκκλησίας και αποπειράται μια θεολογική αποτίμηση των αντιδράσεων και της κριτικής που διατυπώθηκε εξ επόψεως Ορθοδόξου θεολογίας. 

Η συμβολή του εν λόγω έργου είναι σημαντικότατη κατά την γνώμη του γράφοντος κυρίως για δύο λόγους: 

 

• Πρώτον, αποτελεί την πρώτη και μοναδική εξ όσων γνωρίζουμε εργασία1 που προήλθε από την πένα Ορθοδόξου θεολόγου και μάλιστα κληρικού της Πατριαρχικής αυλής—αφού συγγραφέας της τυγχάνει ο Πανοσιολογιώτατος Μέγας Αρχιδιάκονος του Οικουμενικού Θρόνου κ. Μάξιμος Βγενόπουλος—που ενασχολείται με τις δύο αυτές Συνόδους που καθόρισαν την ζωή και την θεολογία της Καθολικής Εκκλησίας κατά τους δύο τελευταίους αιώνες. Η μέθοδος του πατρός Μαξίμου στην παρουσίαση και εκτίμηση των δύο αυτών Συνόδων είναι νηφάλιος και επιστημονική, όπως ακριβώς θα ανέμενε κανείς από έναν σοβαρό και απροκατάληπτο μελετητή.

• Και δεύτερον, διότι η επισκόπηση των διαφόρων και διαφορετικών θέσεων που διατυπώθηκαν από εκφραστές της Ορθοδόξου θεολογίας δίδει στον συγγραφέα την ευκαιρία να αναπτύξει μια συγκροτημένη αυτοκριτική—επίσης μοναδική στο είδος της—των όσων ενστάσεων έχει προτάξει κατά καιρούς η Ορθόδοξη θεολογική γραμματεία ενάντια στην έννοια του πρωτείου και μάλιστα εναντίον του πρώτου της ανά την οικουμένην Εκκλησίας.

Η δημοσίευση του παρόντος έργου δεν θα μπορούσε να είχε λάβει χώρα σε καταλληλότερη στιγμή απ᾽αυτήν που διανύει η Ορθόδοξη Εκκλησία την παρούσα στιγμή: από την μία, διαλεγόμενη ακριβώς επί του ακανθώδους προβλήματος του πρωτείου μετά της Καθολικής Εκκλησίας στον επίσημο μεικτό θεολογικό διάλογο στον οποίον συμμετέχουν, συνοδική αποφάσει, όλες οι κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες, ειδικά μετά την πρόοδο που σημειώθηκε με το κείμενο της Ραβέννας, από την άλλη, έχοντας να αντιμετωπίσει την συζήτηση που ήδη διεξάγεται εντός του κόλπου της ύστερα από την πρόσφατη αμφισβήτηση του πρωτείου από διάφορα Ορθόδοξα κέντρα. Η ενδο-Ορθόδοξη συζήτηση περί πρωτείου (η οποία λαμβάνει ενίοτε και τις διαστάσεις θεολογικής έριδος) άπτεται και της Πανορθοδόξου Συνόδου η οποία πρόκειται να συγκληθεί, ως ανακοινώθηκε, κατά την Πεντηκοστή του 2016.

Επ᾽αυτού, θα ήταν σκόπιμο να αρχίσουμε την παρουσίαση του έργου του πατρός Μαξίμου από το τέλος του και συγκεκριμένα από την άποψη του Νικολάου Αφανάσιεφ (Afanassief) ο οποίος, ενώ αρνείται το πρωτείο του Οικουμενικού Θρόνου, γράφει:
Αν υποτεθεί ότι οι αρχηγοί των αυτοκεφάλων εκκλησιών συμφωνούν στο να επιτρέψουν σε έναν πατριάρχη να συγκαλέσει μία οικουμενική σύνοδο, τότε η πράξις τους θα σήμαινε πως αναγνωρίζουν αυτόν τον πατριάρχη ως πρώτον της Ορθοδόξου Εκκλησίας (σελ. 135). Και συνεχίζει: Ένα πράγμα είναι ξεκάθαρο: αν οι αυτοκέφαλες εκκλησίες είχαν αναγνωρίσει το δικαίωμα του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως να συγκαλεί [Οικουμενική ή Πανορθόδοξο Σύνοδο] τότε θα είχαν ταυτοχρόνως αναγνωρίσει και το πρωτείο του στην Ορθόδοξη Εκκλησία (ibid).
Θεωρώ τις δύο αυτές υποθέσεις του Αφανάσιεφ εν πολλοίς μιά προφητεία η οποία πρόκειται να εκπληρωθεί στην μέλλουσα να συγκληθεί υπό αυτού του Οικουμενικού Πατριάρχου Πανορθόδοξο Σύνοδο του 2016 (αν και έχει ήδη επαληθευτεί κατά το απώτερο παρελθόν στις πλείστες όσες πανορθόδοξες συνόδους συγκάλεσαν και προήδρευσαν Οικουμενικοί Πατριάρχες). Στον χρόνο που μεσολαβεί μέχρι την Σύνοδο του 2016, η μελέτη του πατρός Μαξίμου θα παίξει καθοριστικό ρόλο καθώς είναι μέχρι στιγμής η μόνη πλήρης διαπραγμάτευση του πρωτείου. Το έργο απαρτίζεται από τέσσερα κεφάλαια, μία ενημερωτική εισαγωγή, και καταληκτήρια γενικά συμπεράσματα.
Το έργο προλογίζει ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος.

Μ. Αρχιδιάκονος Μάξιμος

Το πρώτο κεφάλαιο προσφέρει στον αναγνώστη μια ενδελεχή παρουσίαση των εργασιών της Πρώτης Βατικάνειας Συνόδου (καθώς και των ζυμώσεων που οδήγησαν σε αυτήν) με έμφαση στην διατύπωση του Πέτρειου πρωτείου. Η ανάλυση των βασικών Συνοδικών κειμένων, όπως του Pastor Aeternus, καθώς και των παπικών εγκυκλίων Praeclara Gratulationis και Satis Cognitum, δηλώνουν την επιμελή εντρύφηση του συγγραφέως με τα κείμενα τα ίδια, καθώς και με την εν γένει θεολογική γραμματεία της Καθολικής εκκλησίας του 19ου αιώνος. Η παρουσίαση της θεολογίας του πρωτείου της Πρώτης Βατικάνειας Συνόδου θέτει τις προϋποθέσεις της κριτικής που ακολουθεί στο δεύτερο κεφάλαιο του έργου (The Aftermath of Vatican I). Αναφορικά με το πρωτείο του Πέτρου και των διαδόχων του ο συγγραφέας εξετάζει τις αντιδράσεις που διετυπώθησαν τόσο επισήμως μέσω εγκυκλίων γραμμάτων του Οικουμενικού Πατριαρχείου, όσο και υπό συγκεκριμένων Ορθοδόξων θεολόγων, όπως ο π. Γρηγόριος Ζιγαβηνός, ο Ιωάννης Μεσολωράς, ο Αναστάσιος Κυριακός, ο Σπυρίδων Παπαγεωργίου και κυρίως, ο Ιωάννης Καρμίρης.

Το δεύτερο αυτό κεφάλαιο ίσως αποτελέσει υπόμνηση όλων μας του ατελέσφορου αδιέξοδου στο οποίο οδηγείται η θεολογία, αλλά και ο στοχασμός εν γένει, όταν υποδαυλίζεται μονάχα από τον ανταγωνισμό και την πολεμική. Άξιοι θεολόγοι, ως οι προαναφερθέντες, εξηναγκάσθησαν να υποστηρίξουν ακραίες εκκλησιολογικές απόψεις παρασυρόμενοι απο τον αρνητισμό προς ό,τι θεώρησαν άλλο ή ανοίκειο προς αυτούς. Ο Μεσολωράς, για παράδειγμα, συμφωνεί με την προτεσταντική θέση πως η Εκκλησία δεν έχει άλλην κεφαλή πλην του Χριστού και ὀτι η ενότης της Ορθοδόξου Εκκλησίας δεν διασφαλίζεται παρά μέσω της κοινής πίστης και της κοινής λατρείας (σελ. 50).

Ο Κυριακός, απο την άλλη, αναγκάζεται να αποδεχθεί μόνο μία “πνευματική και εσωτερική” ενότητα (σελ. 52) δίχως ορατό εκκλησιολογικό αντίκρυσμα. Ο δε Καρμίρης, κατά τα πρὀτυπα των μεταρρυθμισμένων (Konziliarismus), αποδέχεται ως κεφαλή της Εκκλησίας την Οικουμενική Σύνοδο, αγνοώντας ότι η Οικουμενική Σύνοδος ούτε είναι θεσμός (σελ. 63), ούτε, όμως, πρόσωπο ώστε να μπορεί να διαδραματίσει τον ρόλο του πρώτου (σελ. 128). Την συγκροτημένη κριτική του συγγραφέα τόσο στο τέλος του παρόντος κεφαλαίου (σελ. 65-71), όσο και στην διεξοδικότερη ανάλυση του τετάρτου κεφαλαίου δέχεται η άποψη εκείνη που θέλει το πρωτείο του Ρώμης (και συνακόλουθα του Νέας Ρώμης) να είναι μόνο πρωτείο τιμής και όχι εξουσίας. Μιά τέτοια άποψη έχει κάπως ανεξέταστα επικρατήσει σήμερα ανάμεσα στους ορθοδόξους δίχως να αναλογιζόμαστε πως δεν ερείδεται στην πραγματικότητα της εκκλησιολογικής παραδόσεώς μας.

Τέλος ενδιαφέρον παρουσιάζει η ερμηνεία την οποία δίνει ο Γρηγόριος Ζιγαβηνός στο Μθ. 16:18 (την οποία επίσης επαναλαμβάνουν πολλοί αστόχαστα) διακρίνοντας μεταξύ της ομολογίας και του προσώπου του Πέτρου, ωσάν να ήταν ποτέ δυνατόν να υπάρξει ομολογία πίστεως απρόσωπος και άρα ανυπόστατος—δίχως, δηλαδή, η πίστις, επί της οποίας οικοδομεί ο Κύριος την Εκκλησία του να υποστασιοποιείται στον πιστεύοντα (σελ. 44).

Το τρίτο και τέταρτο κεφάλαιο της μονογραφίας του πατρός Μαξίμου διαλαμβάνουν την θεολογία του πρωτείου όπως εκείνη διατυπώθηκε μέσω της Δευτέρας Βατικάνειας Συνόδου. Και πάλι με μεγάλη προσοχή ο συγγραφέας αναλύει τις εργασίες της Συνόδου και μάλιστα υπό το φώς της επανακαλυφθείσης υπό της σχολής του ressourcement / Nouvelle Théologie (Henri de Lubac, Yves Congar, Karl Rahner, Joseph Ratzinger, κ.α.) ευχαριστιακής θεολογίας. Το βασικό κείμενο υπό εξέταση είναι φυσικά το Lumen Gentium—ο συγγραφέας ακολουθεί τα διάφορα σχεδιάσματά του που οδήγησαν στην τελική μορφή του, αλλά και η ερμηνεία των βασικών αρχών του εν λόγω κειμένου όπως αποδώθηκαν από διαπρεπείς θεολόγους της Δευτέρας Βατικάνειας Συνόδου, ως ο Pottmeyer και ο Buckley, ενώ δεν αποφεύγει να εντρυφήσει και στο έργο του σημαντικού λειτουργιολόγου π. Bernard Botte, ο οποίος αποκατέστησε την ευχαριστιακή θεολογία στην θέση που κατείχε την πρώιμη περίοδο της κοινής εκκλησιαστικής παραδόσεως όπως αυτή εκφράζεται στα έργα του αγ. Ιγνατίου Αντιοχείας και αγ. Αυγουστίνου Ιππώνος.

Η συμβολή της Δευτέρας Βατικάνειας Συνόδου ήταν η συμπερίληψη του Πέτρειου πρωτείου ως διακονίας εξασκουμένης εντός και σε συνάρτηση μετά του Κολλεγίου των Επισκόπων, όπου έκαστος των επισκόπων, ως εκπρόσωπος της τοπικής εκκλησίας, βρίσκεται σε κοινωνία μετ᾽αλλήλων και με τον πρώτον του επισκοπικού Κολλεγίου, τον Ρώμης, φανερώνοντας έτσι μέσω αυτής της διαλεκτικής σχέσης του ενός και των πολλών αυτό που ο αναγεννησιακός φιλόσοφος και πρωτοπόρος του θεολογικού διαλόγου μεταξύ Ανατολής και Δύσεως, Νικόλαος Κουζανός, ονόμασε explicatio Petri. Προσέφερε τοιουτοτρόπως η Δεύτερα Βατικάνεια Σύνοδος μία σημαντική αναθεώρηση στην ερμηνεία του Παπικού πρωτείου όπως το είχε ορίσει η Πρώτη Βατικάνεια Σύνοδος.

Αρχιμανδρίτης Παντελεήμων Μανουσάκης

Το έργο του πατρός Μαξίμου βρίσκει την θεωρητική κλιμάκωσή του στο τέταρτο και τελευταίο κεφάλαιο στο οποίο το περί πρωτείου ερώτημα τίθεται σε όλη την οξύτητά του (ως εκκλησιολογικό πρόβλημα), σε όλη την πολυπλοκότητά του (ως διάσταση συνάμα της τριαδολογίας και της χριστολογίας), αλλά και σε όλη την πρωτότυπη δημιουργικότητα που χαρακτηρίζει την θεολογία του Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη (Ζηζιούλα) στην οποία στηρίζεται ο πατήρ Μάξιμος προκειμένου να δώσει τις απαντήσεις του και να εξάγει τα συμπεράσματά του, όπως καταγράφονται με σαφήνεια στο τελευταίο μέρος του βιβλίου του.
Έχοντας προσφέρει στον αναγνώστη του μια πλήρη εικόνα των διαφορετικών αντιδράσεων που κατά καιρούς αντιπρότεινε η Ορθόδοξη πλευρά στην διαμόρφωση του Πέτρειου πρωτείου μέσα από τις δύο Βατικάνειες Συνόδους, δίδεται στον συγγραφέα του παρόντος έργου το προνόμιο ενός συνοπτικού και αναστοχαστικού βλέμματος της ιστορίας διά του οποίου συλλαμβάνει την γένεση δύο διακριτών ομάδων, η κάθε μία εκ των οποίων αξίωσε για τον εαυτό της την ορθοτόμηση του λόγου της Ορθοδόξου αληθείας: στην πρώτη ομάδα συγκαταλέγονται οι προαναφερθέντες θεολόγοι (Ζιγαβηνός, Μεσολωράς, Κυριακός, Παπαγεωργίου και Καρμίρης) ενώ στην δεύτερη περιλαμβάνονται θεολόγοι όπως ο π. Ιωάννης Μέγιεντορφ [Meyendorff], ο π. Αλεξάντερ Σμέμαν, ο Αφανάσιεφ και κυρίως ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης (Ζηζιούλας)

Και οι δύο ομάδες εκφέρουν λόγο κριτικό έναντι εκείνων των σημείων της θεολογίας των δύο Βατικάνειων Συνόδων τα οποία απέστησαν της κοινής εκκλησιολογικής παραδόσεως της Εκκλησίας. Η διαφορά τους έγκειται στο ότι η δεύτερη ομάδα κατόρθωσε να διαμορφώσει έναν λόγο όχι μόνον κριτικής, αλλά και Ορθοδόξου αυτοκριτικής—στον βαθμό που έθεσε υπό εξέταση τις θεολογικές προϋποθέσεις της κριτικής της πρώτης ομάδας. Επιπλέον, η δεύτερη ομάδα, και ειδικώτερα η θεολογία του Μητροπολίτου Περγάμου, αναζήτησε να σταθεί σε δύο κριτήρια: αυτά της συνοχής και της αυθεντικότητας.
Το κριτήριο της αυθεντικότητος διασφάλισε η επιστροφή «ἐπὶ τὰς πηγάς» της θεολογίας, όπως η Ευχαριστία και η πατερική γραμματεία των πρώτων αιώνων (χαρακτηριστική αυτής της τάσεως είναι η διδακτορική διατριβή του Μητροπολίτου Περγάμου, Ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας ἐν τῇ Θείᾳ Εὐχαριστίᾳ καί τῷ Ἐπισκόπῳ κατά τούς τρεῖς πρώτους αἰώνας), ενώ το κριτήριο της συνοχής επιδίωξε να επανατοποθετήσει τα επί μέρους προβλήματα της θεολογίας, όπως αυτό του πρωτείου, εντός ενός συνεκτικού συνόλου, όπου ζητήματα της εκκλησιολογίας εξετάζονται υπό το φώς των όρων που διέπουν άλλους κλάδους της θεολογίας ως η Χριστολογία, η Πνευματολογία, και η Τριαδολογία. Είναι μάλιστα χαρακτηριστική της σκέψεως του αγ. Περγάμου η σθεναρή του άρνηση να διαχωρίσει και να απομονώσει επιμέρους ζητήματα της θεολογίας. Έτσι, το ζήτημα του πρωτείου, το οποίο ακόμα και για θεολόγους που αναγνώρισαν την αναγκαιότητά του όπως ο Σμέμαν και ο Μέγιεντορφ, για τον Περγάμου δεν είναι μονάχα ζήτημα εκκλησιαστικής ευταξίας (του ευ είναι της Εκκλησιαστικής ζωής), αλλά άπτεται αυτού του ίδιου του είναι της Εκκλησίας και βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση τόσο με τις Χριστολογικές αρχές της Εκκλησίας όσο και με την αποκάλυψη του εν Τριάδι αγίου Θεού.

Οι τριαδολογικές καταβολές του επισκοπικού πρωτείου σε όλους τους τρείς βαθμούς της εκκλησιολογικής διάρθρωσης (τοπικό, επαρχιακό, οικουμενικό) προκάλεσαν προσφάτως αντιδράσεις εξ αφορμής της απαντήσεως του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Προύσης κ. Ελπιδοφόρου Primus sine paribus στην περί πρωτείου Συνοδική απόφαση του Πατριαρχείου Μόσχας. Η παρούσα μελέτη, όμως, του πατρός Μαξίμου έρχεται να δικαιώσει τόσο το άνευ ίσων πρωτείο του ανά την οικουμένη πρώτου (πρβλ., σελ. 42, 67, 69, 91, 123, 130, 132, 135 και κυρίως 136), όσο και την αναγωγή του πρωτείου στον Θεό Πατέρα. Διαβάζουμε, παραδείγματος χάριν, στην σελίδα 129 πως:
The overall context in which the relation between the primate and the synod should be placed is a trinitarian one, i.e., the commnional life of the Holy Trinity. The very existence of the ministry of the primate is also a reflection of the life of the Holy Trinity, for, as we have just seen, Zizioulas says that the person through whom the communion of the Holy Trinity becomes unity is the Father2.

Εν τέλει, κατόπιν της δημοσίευσης μιας τόσο εμπεριστατωμένης μελέτης θα είναι πολύ δύσκολο τόσο για τους μορμυρίζοντες (murmurantes) όσο και για τους φωνασκούντες κατά του πρωτείου να επιχειρηματολογήσουν με πειθώ αναμετρούμενοι με την σημαντική επιστημονική εργασία που μας προσφέρει στον τόμο αυτόν ο Μέγας Αρχιδιάκονος του Οικουμενικού Θρόνου κ. Μάξιμος.
Ελπίζουμε η συμβολή του έργου τούτου να μην κριθεί από τα όσα γράφτηκαν εδώ, καθώς ο περιορισμένος χώρος της παρούσας βιβλιοπαρουσίασης δεν μας επιτρέπει να αναπτύξουμε τα επιχειρήματα του συγγραφέα με την προσοχή που τους αξίζει. Εδώ προσπαθήσαμε μόνο να περιγράψουμε μια εικόνα του έργου αυτού, να δώσουμε μια πρώτη αποτίμηση της ακαδημαϊκής συμβολής του, να πληροφορήσουμε το ελληνικό κοινό για τον καρπόν αυτόν της εργώδους προσπαθείας του πατρός Μαξίμου. Ο αναγνώστης, ασχέτως των ιδικών του πεποιθήσεων, έχει πολλά να επωφεληθεί απο την μελέτη του παρόντος έργου.

Αρχιμ. Παντελεήμων Μανουσάκης, Ph.D.
Αναπληρωτής Καθηγητής Φιλοσοφίας
College of the Holy Cross

___________________________________________
1. Πλησιέστερο στο έργο του πατρός Μαξίμου είναι το βιβλίο του Adam A.J. DeVille, Orthodoxy and the Roman Papacy (University of Notre Dame Press, 2011), με την διαφορά ότι εκείνου η προσοχή εστιάζεται σχεδόν αποκλειστικά στο εγκύκλιο γράμμα Ut Unum Sint.
2. Η ίδια θέση καταφάσκεται σε πλήθος άλλων χωρίων (πρβλ., σελ. 71, 91, 97, 120, 122, 123, 128). Σημαίνουσα είναι επίσης η απάντηση που δίνει ο πατήρ Μάξιμος στην υποσημείωση 126, σελ. 194 στο σύγχρονο θεολόγο Miroslav Volf ο οποίος αρνείται την διαλεκτική του ενός και των πολλών (κοινωνίας και ετερότητας) υπό το φως της Αγίας Τριάδος καθώς και τις εκκλησιολογικές συνέπειές της. 



Ετικέτες