Η Μονή της Εικοσιφοίνησσας…στην Κωνσταντινούπολη (φωτο)

Loading...


Κωνσταντινούπολη, ρεπορτάζ-φωτογραφίες του Νίκου Μαγγίνα

Η ιστορία της Πατριαρχικής και Σταυροπηγιακής Μονής Εικοσιφοινίσσης και η διαχρονική προσφορά της στην Εκκλησία και το Γένος μας, οι πνευματικοί και καλλιτεχνικοί θησαυροί και τα ιστορικά και πολύτιμα κειμήλια που βρήκαν προστασία εντός των τειχών της, τα ποικίλα και διάφορα μαρτύρια της και η δυναμική και κάποτε εκ των περιστάσεων σιωπηλή μαρτυρία της βρέθηκαν στο επίκεντρο της εκδηλώσεως που πραγματοποιήθηκε στο Σισμανόγλειο Μέγαρο της Κωνσταντινούπολης, παρουσία του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου, για την επίσημη πρώτη παρουσίαση του δίτομου έργου με τίτλο «Τα Προσκυνητάρια και αι Ακολουθίαι της Ιεράς Μονής Εικοσιφοινίσσης», που εκδόθηκε με πρωτοβουλία του δραστήριου Μητροπολίτη Δράμας Παύλου.

Για το δίτομο έργο μίλησαν ο Μητροπολίτης Δράμας Παύλος, ο Γέρων Νικόδημος Αγιοπαυλίτης και ο επίκουρος Καθηγητής της Ανωτάτης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Θεσσαλονίκης Γεώργιος Φουστέρης ενώ χαιρετισμό απηύθυναν ο Πρόξενος της Ελλάδος στην Κωνσταντινούπολη Βίκτωρ Μαλιγκούδης, η Καθηγουμένη της Ι.Μ.Εικοσιφοινίσσης Γερόντισσα  Αλεξία και ο υπεύθυνος των εκδόσεων «Μυγδονία» Αθανάσιος Καγιάς.

«Εντός των βορειοανατολικών κλιτύων του χρυσοβώλου Παγγαίου από μιάς και ημισείας χιλιετηρίδος υφίσταται ωσεί μία ετέρα νέα Σιών επί της Ανατολικής Μακεδονίας, η Βασιλική, Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή της Υπεραγίας Θεοτόκου της Εικοσιφοινίσσης. Αύτη η σεβασμία και μαρτυρικωτάτη Μονή, η και υπερτέρα ενίων του ουρανογείτονος Αγιωνύμου Όρους Άθω Μονών κατά το κάλλος, τον πλούτον, την μακροβιότητα και κοινωφέλειαν, τετιμημένη υπό της τροφού του ευσεβούς ημών Γένους, Αγίας του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας διά προνομιοπαρόχων Πατριαρχικών Σιγιλλίων και προνομίων, απετέλεσε και ιδίαν Πατριαρχικήν Εξαρχίαν, σελαγίσασα τα φώτα της ευσεβείας καθ’ άπασαν την Μακεδονίαν», σημείωσε στην ομιλία του ο Μητροπολίτης Δράμας Παύλος.

«Ανέκαθεν η της Εικοσιφοινίσσης Μονή υπήρξε δαυλός πεπυρακτωμένος εντός των οφθαλμών των Οθωμανών και δη των τοπαρχών και τιμαριωτών τοιούτων. Διά τούτο κατ’ αυτής επέδραμον κατ’ Απρίλιον του 1507 δισχίλιοι ιππείς, οίτινες κατέσφαξαν τους εν αυτή εγκαταβιούντας 172 πατέρας.

Εκ των μέχρι του παρελθόντος αιώνος σωζομένων 15 Πατριαρχικών σιγιλλίων, άτινα υπέρ ταύτης εξεδόθησαν, καταδείκνυται η στοργική μέριμνα της Μητρός Εκκλησίας υπέρ της κληρουχίας αυτής. Εμπιστευθείσα την μέριμναν διά τα της Μονής εις τας χείρας των Μητροπολιτών Δράμας ηυμοίρησεν αύτη να δεχθή το στοργικώτατον ενδιαφέρον των αοιδίμων Αρχιερέων Αγίου ιεροεθνομάρτυρος Χρυσοστόμου (1902-1910), Αγαθαγγέλου του Μάγνητος (1910-1922), Λαυρεντίου του από Χαλδίας Χαιριάνων και Κερασούντος (1922-1928) ως και των προκατόχων αυτών.

Επέπρωτο δυστυχώς η Ιερά Μονή της Εικοσιφοινίσσης δις να δοκιμασθή σκληρότατα κατά τον εικοστόν αιώνα ουχί υπό αλλοπίστων, αλλ’ υπό ομοδόξων χριστιανών, των γειτνιαζόντων Βουλγάρων, οίτινες κατ’ επανάληψιν εβύθισαν εις το πένθος την ευρυτέραν περιοχήν της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης ιδία δε την μαρτυρικήν Δράμαν και τα πέριξ αυτής.

Ούτω την 27ην Μαρτίου του 1917 (Μεγάλη Δευτέρα), συμμορία ενόπλων κομιτατζήδων, έχουσα μεταξύ αυτών τον διαβόητον διά πολλά κακουργήματα αρχικομιτατζήν Τεοντόρ Πανίτσαν, επέδραμε κατά της Μονής, υποβάλλουσα εις φρικτά και πολυώδυνα βασανιστήρια τους πατέρας αυτής. Διά δεκαοκτώ δε ημιόνων εμφόρτων εκ των κειμηλίων της Μονής απεγύμνωσαν αυτήν εκ των πολυτιμοτάτων θησαυρών, ούς οι αιώνες εσεβάσθησαν, μεταφέροντες αυτούς εις Βουλγαρίαν. Εκατοντάδες ιερών σκευών, περιτέχνων λειψανοθηκών, αμφίων και 430 χειρόγραφοι κώδικες, εξ ων 130 μεμβράνινοι, ηρπάγησαν εκ της Μονής. Το σύνολον των διαρπαγέντων κειμηλίων ανέρχεται εις 907 τεμάχια. Μεταξύ αυτών το χειρόγραφον περγαμηνόν δίστηλον Ευαγγέλιον, ιδιόχειρον έργον του Αυτοκράτορος Ιωάννου Καντακουζηνού του διά του αγγελικού σχήματος Ιωάσαφ Μοναχού, βάρους 9 οκάδων μετά βαρυτίμου περιβλήματος κεκοσμημένου διά πολυτίμων λίθων. Η κάρα του Αγίου Διονυσίου, του Αγίου Κοσμά του Αναργύρου του εκ Ρώμης, η δεξιά χείρ της Αγίας Μυροφόρου και ισαποστόλου Μαρίας της Μαγδαληνής και άλλα ιερά Λείψανα και πολύτιμοι σταυροί, περιέχοντες τεμάχια Τιμίου Ξύλου.

Όσα εξ αυτών δεν εφυγαδεύθησαν υπό των ληστών εις την Ευρώπην, κοσμούν σήμερον το εθνολογικόν Μουσείον και το ίδρυμα Ιβάν Ντούιτσεφ εις Σόφιαν άνευ παραμικρού ίχνους εντροπής και αισχύνης.

Μετά των κειμηλίων συναπεκομίσθησαν ως όμηροι και οι πατέρες της Μονής, οίτινες εβίωσαν φρικτήν περίοδον ομηρίας εις τας χείρας «αδελφών» ορθοδόξων χριστιανών. Ωρισμένοι δε εκ των πατέρων κατέλιπον τον μάταιον κόσμον εν ειρκτή και φυλακή. Έκτοτε το έμψυχον δυναμικόν της παλαιφάτου Μονής έλαβε την κατιούσαν.

Την χαριστικήν βολήν έδωκεν ο κατά την 12ην Ιουλίου 1943 εμπρησμός των κτιριακών εγκαταστάσεων της Μονής υπό των Βουλγαρικών στρατευμάτων κατοχής και συμμοριών κομιτατζήδων, οίτινες ανεδείχθησαν πιστοί μιμηταί του Νέρωνος. Θαυματουργικώς διεσώθη το Καθολικόν και η θαυματουργός εικών της Υπεραγίας Θεοτόκου, η οποία και εφιλοξενήθη επί σειράν ετών εις την πλησιόχωρον κωμόπολιν της Νικήσιανης υπό των ευλαβουμένων σφόδρα την Μονήν ευσεβών κατοίκων αυτής.

Η ιστορική αλήθεια επιβάλλει να στιγματισθή η πρωτοφανής αστοργία και αδιαφορία των Ελληνικών κυβερνήσεων διά την τύχην των διαρπαγέντων κειμηλίων ως και η διά την κτηριακήν αποκατάστασιν μέριμνα, της τοσαύτας προσενεγκούσης υπηρεσίας εις την φιλτάτην ημών πατρίδα Ελλάδα Ιεράς Μονής. Έστω η αναφορά αύτη προς αιωνίαν καταισχύνην των εκάστοτε ιθυνόντων τα της Ελλάδος και παράδειγμα προς αποφυγήν εις τας επερχομένας γενεάς.

Το μέγα τούτο έλλειμμα προσεπάθησε να καλύψη και εν μέρει εκάλυψεν η ευλάβεια και το «τάμα» του από του σωτηρίου έτους 1965 κατασταθέντος Μητροπολίτου Δράμας κυρού Διονυσίου Κυράτσου του εξ Αρναίας Χαλκιδικής, όστις επί τεσσαρακονταετίαν εποίμανε την Ιεράν Μητρόπολιν Δράμας, καταστήσας έμβλημα της αυτού αρχιερατείας την εκ της Βουλγαρικής τέφρας και των ερειπίων ανοικοδόμησιν της Μονής.

Βεβαίως και ο πιστός λαός του Θεού, ο διά πολλών πόνων, βασάνων, αιμάτων και στερήσεων διελθών τους μετά τον Β΄ παγκόσμιον πόλεμον χρόνους, εκ του υστερήματος αυτού έδωκε δύναμιν και ώθησιν εις το μέγα έργον και άθλον του μακαριστού προκατόχου ημών κυρού Διονυσίου, ώστε εντός μιάς εικοσαετίας να επανασυσταθή εκ των πυρικαύστων ερειπίων του το περίβλεπτον Θεομητορικόν ανάκτορον.

Ούτος ο μακάριος εμερίμνησε και διά την έμψυχον στελέχωσιν της Μονής, μετατρέψας αυτήν εις Γυναικείαν τοιαύτην, ώστε σήμερον υπερεικοσαμελής αδελφότης να συνεχίζη την παράδοσιν της Μονής συμφώνως προς τα διέποντα τον μοναχικόν βίον θέσμια, έχουσα επικεφαλής την γερόντισσαν Αλεξίαν, χειροθετηθείσαν και ενθρονισθείσαν καθηγουμένην υπό του μακαρίου Ιεράρχου. Η σεμνοτάτη γερόντισσα αποτελεί μετά την Υπεραγίαν Θεοτόκον την παρηγορίαν εκατοντάδων ευλαβών προσκυνητών, ταλανιζομένων υπό ποικίλων προβλημάτων, ασθενειών και θλίψεων.

Ημείς, έχοντες περικείμενον το νέφος των μαρτύρων, τους υπερφυείς κόπους και αγώνας των αοιδίμων προκατόχων ημών Αρχιερέων και βαρυτάτην την κληρονομίαν της ευθύνης και μερίμνης διά την κληρουχίαν ταύτην της Υπεραγίας Θεοτόκου και του Οικουμενικού Πατριαρχείου, συνεχίζομεν χάριτι Θεού τη βοηθεία της Κυρίας ημών Θεοτόκου την διακονίαν της περιπύστου ταύτης Μονής, ελπίζοντες, όπως αξιωθώμεν να ίδωμεν την επιστροφήν των συληθέντων κειμηλίων, ιδία των Ιερών Λειψάνων, την πολυτιμοτέραν παρακαταθήκην της Ιεράς Μονής.

Μη θέλοντες δε η μεγάλη και πλήρης αιμάτων, θυσιών και αγώνων προσφορά της Μονής να καταλυθή υπό του πανδαμάτορος χρόνου, συνηρανίσαμεν εκ παλαιών βιβλίων τα αρτιώτερα και αξιολογώτερα ιστορικά, άτινα εξεδόθησαν από του έτους 1819 και εντεύθεν και εκδίδομεν ταύτα προς τέρψιν και ωφέλειαν των φιλιστόρων. Η δίτομος αύτη έκδοσις υπό τον τίτλον «Προσκυνητάρια της Ιεράς Μονής Εικοσιφοινίσσης» περιλαμβάνει εις μεν τον Α΄ τόμον τας εξής ιεράς ιστορίας της Εικοσιφοινίσσης: α) Αρχιμανδρίτου Ιλαρίωνος Σιναίτου του Κρητός, εν Κωνσταντινουπόλει 1819, β) Μανουήλ Γεδεών, εν Κωνσταντινουπόλει 1894, γ) Αρχιμανδρίτου Δαμασκηνού Μοσχοπούλου, εν Κωνσταντινουπόλει 1896 και δ) Αγαθαγγέλου Μάγνητος, Μητροπολίτου Δράμας, εν Δράμα 1915. Εν τω παραρτήματι του αυτού τόμου συμπεριελάβομεν:

α) δύο επιστολάς του Αγίου Ιερομάρτυρος Χρυσοστόμου Μητροπολίτου Δράμας προς την εν Άθω Ιεράν Μονήν του Αγίου Παύλου δι᾽ ων αιτείται οικονομικήν ενίσχυσιν διά την λειτουργίαν Γεωργικής Σχολής εις την Ιεράν Μονήν Εικοσιφοινίσσης, β) τας δύο αναλυτικάς εκθέσεις του Επισκόπου Θεουπόλεως Γενναδίου και του καθηγουμένου Νεοφύτου περί των μαρτυρίων και της ομηρίας των πατέρων ως και των κλαπέντων κειμηλίων παρά των κομιτατζήδων κατά τα έτη 1917-1918, γ) την εξαίρετον περιγραφήν του αυτόπτου μάρτυρος των επισυμβάντων τραγικών γεγονότων της διαρπαγής των κειμηλίων και της ομηρίας των πατέρων αυτής μακαριστού προηγουμένου της κατ’ Άθω Ιεράς Μονής Διονυσίου Αρχιμανδρίτου Γαβριήλ. Ο σεβάσμιος γέρων, νεαρός μοναχός διηκόνει εις το υφιστάμενον τότε μετόχιον της ιεράς αυτού μετανοίας εν Ορφανίω Καβάλας. Ευρεθείς εις την Εικοσιφοίνισσαν, έζησε τας τραγικάς στιγμάς της επελάσεως των κακούργων και απήχθη και ούτος δέσμιος εις την ομηρίαν και εμπνευσμένως κατέγραψε τας οδυνηράς εμπειρίας του εκ της αιχμαλωσίας, δ) επιστολήν προς τους πατέρας της Μονής του διευθυντού του Βυζαντινού Μουσείου Αθηνών Γεωργίου Σωτηρίου περί της τύχης των κλαπέντων κειμηλίων, καθώς και γλαφυρωτάτην διήγησιν περί των κατιρτζήδων (αγωγιατών) της Μονής.

Εις τον Β΄ τόμον συμπεριελάβομεν άπαντα τα Υμνολογικά, τα αφορώντα εις την Μονήν, ήτοι:

α) Τον κανόνα εις την Αχειροποίητον εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου, όστις εποιήθη εντός της Ιεράς Μονής υπό του λογιωτάτου Μητροπολίτου Μυρέων Ματθαίου εν έτει 1610, ότε επεσκέφθη την Εικοσιφοίνισσαν ως Πατριαρχικός Έξαρχος.

β) Την Ακολουθίαν του Β΄ κτήτορος Αγίου Διονυσίου, ποιηθείσαν κατά τα τέλη του 18ου αιώνος υπό των Αρχιμανδρίτου Χρυσάνθου, Καθηγουμένου της Ιεράς Μονής και Μανουήλ του Μεγάλου Ρήτορος της Αγίας του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας.

Τας υπό του μακαριστού γέροντος Γερασίμου Μικραγιαννανίτου, Υμνογράφου της Αγίας του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας, ποιηθείσας ακολουθίας ήτοι:

γ) Τον Παρακλητικόν κανόνα εις την Αχειροποίητον εικόνα της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας, της Εικοσιφοινίσσης, ποιηθέντα εν Αγίω Όρει εν έτει 1979.

δ) Την Ακολουθίαν του Οσίου Πατρός ημών Γερμανού, ποιηθείσαν εν Αγίω Όρει εν έτει 1979.

ε) Την Ακολουθίαν των 172 Οσιομαρτύρων των υπό των Αγαρηνών σφαγιασθέντων εν έτει  1507 εν τη Ιερά Μονή, ποιηθείσαν εν Αγίω Όρει εν έτει 1979, και

στ) Την κοινήν Ακολουθίαν των Οσίων κτητόρων Γερμανού του Ιεροσολυμίτου και Διονυσίου Α΄ του Σοφού, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, ποιηθείσαν εν έτει 2011 παρά του χαρισματικωτάτου Υμνογράφου, Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ρόδου κ. Κυρίλλου Κογεράκη, τη αιτήσει της ημετέρας ελαχιστότητος.

Συμπεριελήφθησαν δε ο κατά πλάτος βίος του Οσίου Γερμανού εκ χειρογράφου της Λαυρεντιανής βιβλιοθήκης της Φλωρεντίας, όστις εξεδόθη τη πρόφρονι μερίμνη του μακαριστού Μητροπολίτου Δράμας Διονυσίου εν έτει 1980. Ημείς ανεθέσαμεν και συμπεριελάβομεν και την μετάφρασιν αυτού εις την Νέαν Ελληνικήν υπό του ελλογιμωτάτου κ. Μαρίου Δομουχτσή, φιλολόγου και θεολόγου καθηγητού.

Την επιστημονικήν μελέτην περί του βίου του Αγίου Διονυσίου, του αειμνήστου Τάσου Γριτσοπούλου, συμπατριώτου του Αγίου μας.

Ο τόμος κατακλείεται διά του Μουσικού παραρτήματος του εμπεριέχοντος τας μελοποιηθείσας ακολουθίας των Αγίων κτητόρων και των 172 οσιομαρτύρων κατά το μουσικόν ύφος του Αγιωνύμου Όρους Άθω, παρά του Μουσικοδιδασκάλου κ. Ιωάννου Χασανίδη.

Διά της λίαν επιμελημένης και λαμπράς ταύτης εκδοτικής παραγωγής μάλιστα εις καιρούς οικονομικώς λίαν χαλεπούς, ακραδάντως πιστεύομεν ότι προσφέρομεν ως «χηρικόν δίλεπτον» ευγνωμοσύνης προς την Κυρίαν ημών Θεοτόκον, την Εικοσιφοίνισσαν, τας υιοπρεπείς και δουλοπρεπείς ευχαριστίας ημών, αποθαυμάζοντες εν ταυτώ και την επί αιώνας ολοκλήρους προσφοράν του λαμπρού ενδιαιτήματος Αυτής εις την Εκκλησίαν και το ευσεβές ημών Γένος.

Ολοκαρδίους ευχαριστίας απευθύνω εις όσους συνέβαλον εις την τύποις έκδοσιν των «Προσκυνηταρίων», τον Πανοσιολογιώτατον Αρχιμανδρίτην κ. Νικόδημον Σκρέτταν Αν. Καθηγητήν της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ., ευχαριστίας δε ωσαύτως επιβεβλημένας και προς τον Οσιώτατον Γέροντα Νικόδημον Αγιοπαυλίτην εκ Νικήσιανης, λάτρην της Εικοσιφοινίσσης, την Αδελφότητα του αειμνήστου Υμνογράφου Γέροντος Γερασίμου Μικραγιαννανίτου, ως και εις τον υπεύθυνον των εκδόσεων «Μυγδονία» ευλαβέστατον και ρέκτην κ. Αθανάσιον Καγιάν και ιδιαιτέρως τους πολλαχώς μογήσαντας ελλογιμωτάτους κ.κ. Γεώργιον Φουστέρην, Θεολόγον – Αρχαιολόγον, τον αυτάδελφον αυτού Ιωάννην Φουστέρην και τον της ευάνδρου Καππαδοκίας λαμπρόν γόνον Δημήτριον Κατσίκαν, εκλεκτούς αυτού συνεργάτας διά την μετ’ επιμελείας ου της τυχούσης πολυτελή ταύτην έκδοσιν. Επίσης ευχαριστίαι οφείλονται εις τον φιλόλογον-ιστορικόν κ. Χρήστον Ανδρεάδην διά την φιλολογικήν επιμέλειαν και τας διορθώσεις των κειμένων.

Είθε η σωστική χάρις της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου της Εικοσιφοινίσσης να περισκέπη πλουσίως άπαντας τους ευλαβείς προσκυνητάς του ιερού μοναστηρίου της, την μαρτυρικήν Ιεράν Μητρόπολιν Δράμας και την φιλτάτην ημών πατρίδα Ελλάδα».

Στο τέλος της εκδήλωσης ο Οικουμενικός Πατριάρχης απευθύνθηκε στους παρισταμένους συγχαίροντας τον Μητροπολίτη Παύλο και όλους τους συντελεστές του δίτομου έργου και παρέλαβε από τον δυναμικό ποιμενάρχη της Δράμας το πρώτο αντίτυπο της εκδόσεως.

Στην εκδήλωση παρέστησαν Ιεράρχες του Οικουμενικού Θρόνου και πλήθος κόσμου από την Πόλη, την Ελλάδα και αλλού.

alt
alt
alt
alt



Ετικέτες