Δεύτερη εισήγηση Περγάμου στην Ιεραρχία στο Φανάρι: Βολές κατά Μόσχας για «διηρημένη Ορθοδοξία» & υπεράσπιση του διαλόγου με τους Ρ/καθολικούς

Loading...


Κατηγορεί το…διαδίκτυο πως συκοφαντεί το διάλογο με τους Ρωμαιοκαθολικούς-Απαντά γιατί οι Ρωμαιοκαθολικοί θα πρέπει να αποκαλούνται Εκκλησία-Τι λέει για την Ουνία

Χθες το ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΟ ΒΗΜΑ αποκρυπτογράφησε την πρώτη εισήγηση του Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη στην Σύναξη της Ιεραρχίας του Οικουμενικού Θρόνου στις 29 Αυγούστου. Σήμερα σειρά έχει η δεύτερη εισήγηση την επόμενη μέρα περί του θέματος της πορείας του επισήμου Θεολογικού Διαλόγου Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών. Προσπαθώντας μάλιστα να δικαιολογήσει τους διαλόγους επικαλέστηκε το επιχείρημα πως «ο Πατριάρχης Αθηναγόρας διείδεν ότι το πρόβλημα δεν ήτο μόνον θεολογικόν, αλλά πρωτίστως ψυχολογικόν»!!! 

Εντύπωση προκαλεί η στάση του σχετικά με το μέγα ζήτημα της Ουνίας, αφού μοιάζει να δικαιολογεί τους Ουνίτες(;) λέγοντας πως μετά την πτώση κομμουνιστικών καθεστώτων το μόνο που έκαναν ήταν να διεκδικήσουν «επανάκτησιν των ναών των, τους οποίους τα καθεστώτα ταύτα είχον παραχωρήσει εις τους Ορθοδόξους». Ενώ παρακάτω συμπληρώνει πως «η Ρωμαιοκαθολική πλευρά απορρίπτει την αντίληψιν αυτήν περί Ουνίας είναι σημαντικόν. Αλλά οι Ορθόδοξοι δεν παύουν να ενοχλούνται και από αυτήν ταύτην την ύπαρξιν της Ουνίας»

Συνάμα, στην εισήγηση αυτή ασκεί κριτική στην Ρωσική εκκλησία για το θέμα του πρωτείου στην Ορθοδοξία λέγοντας χαρακτηριστικά αναφερόμενος και στο κείμενο της Ραβέννας πως » το ενδιαφέρον της Εκκλησίας ταύτης δεν έγκειται τόσον εις την αμφισβήτησιν του πρωτείου του Πάπα όσον του της Κωνσταντινουπόλεως». Συνεχίζοντας τις αιχμές μιλάει για «ενδορθόδοξες διαφοροποιήσεις» .

Υπερασπίζεται τον όρο «Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία» επικαλούμενος έγκριτους θεολόγους και τέλος σημειώνει πως «Ως απέδειξεν η μέχρι τούδε πορεία του διαλόγου μάλλον ωφέλησε παρά έβλαψε τους Ορθοδόξους ο διάλογος αυτός».

Ακολουθεί ολόκληρη η εισήγηση: 

Παναγιώτατε Δέσποτα,
Σεβάσμια των Ιεραρχών Χορεία,
Ευχαριστώ και πάλιν την Υμετέραν Παναγιότητα διά την τιμήν της αναθέσεως εις την ταπεινότητά μου της εισηγήσεως προς το ιερόν Σώμα της Ιεραρχίας του Θρόνου περί του θέματος της πορείας του επισήμου Θεολογικού Διαλόγου της Ορθοδόξου μετά της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, τον οποίον διακονώ από της θέσεως του Ορθοδόξου Συμπροέδρου της Επιτροπής, εις την οποίαν έχει ανατεθή η διεξαγωγή του.

Ο θεολογικός αυτός διάλογος είναι ο πλέον σημαντικός εκ των θεολογικών διαλόγων, τους οποίους διεξάγει επισήμως η Ορθόδοξος Εκκλησία μετά των ετεροδόξων. Η σπουδαιότης του έγκειται όχι μόνον εις το ότι αφορά εις το μεγαλύτερον και πολυπληθέστερον τμήμα του Χριστιανισμού, αλλά κυρίως εις το γεγονός ότι αι δυο πλευραί του διαλόγου επί μίαν ολόκληρον χιλιετίαν συνεμερίζοντο την αυτήν πίστιν, ως αύτη διετυπώθη από κοινού υπό των επτά Οικουμενικών Συνόδων, είχον κοινούς Πατέρας, διδασκάλους και Αγίους και ευρίσκοντο εν ευχαριστιακή κοινωνία. Υφίσταται, συνεπώς, μία σταθερά βάσις, επί της οποίας δύνανται να οικοδομήσουν και πάλιν την απωλεσθείσαν ενότητα.

Ατυχώς, η ενότης αύτη επλήγη σοβαρώς κατά την δευτέραν χιλιετίαν. Τούτο συνέβη όχι τόσον κατά το Σχίσμα μεταξύ Ρώμης και Κωνσταντινουπόλεως το 1054 μ.Χ., το οποίον ήτο περιωρισμένον εις τας δύο αυτάς Εκκλησίας και δεν επεξετάθη εις τα λοιπά Πατριαρχεία της Ανατολής επί δύο περίπου αιώνας, αλλά μετά την δ’ κυρίως Σταυροφορίαν (1204), κατά την οποίαν η Ρώμη επεχείρησε την αντικατάστασιν των Ορθοδόξων Πατριαρχείων διά ιδικών της επιφέρουσα ούτω θανάσιμον πλήγμα εις την μετά των Ορθοδόξων ενότητά της. Ηκολούθησαν εν συνεχεία προσπάθειαι καθυποτάξεως των Ορθοδόξων εις την Ρώμην διά του προσηλυτισμού και της Ουνίας, και το όλον κλίμα εδηλητηριάσθη τόσον ώστε νά επέλθη ακόμη και εχθρότης μεταξύ των δύο πλευρών. Εις το κλίμα τούτο προσετέθη και ανεπτύχθη οξεία πολεμική και εις το θεολογικόν επίπεδον διά της ανακηρύξεως μονομερώς υπό της Ρώμης νέων δογμάτων και διά της οξείας πολεμικής των Ορθοδόξων κατά των δογμάτων αυτών και παλαιοτέρων, ως το του Filioque και του Παπικού πρωτείου.

Εντός του κλίματος αυτού καθίστατο αδύνατος κάθε θεολογικός διάλογος μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών, διό και η Ορθόδοξος Εκκλησία κατά τον 19ον αιώνα επέλεξε να αναπτύξη θεολογικούς διάλογους μετά των Αγγλικανών και των Παλαιοκαθολικών και ηγνόησεν εντελώς την Ρωμαιοκαθολικήν Εκκλησίαν. Τουτο εξηκολούθησε και κατά το πρώτον ήμισυ του 20ου αιώνος, κατά το οποίον και αύτη η Ρώμη ηρνείτο κάθε διάλογον και συμμετοχήν εις την Οικουμενικήν Κίνησιν, εμμένουσα εις την θέσιν ότι όλοι οι «απεσχισμένοι» χριστιανοί έδει να «επανέλθουν» εις τους κόλπους της.

Α΄. Αρχή και Πορεία του Διαλόγου.
Εκεί ευρίσκοντο αι σχέσεις Ορθοδοξίας και Ρωμαιοκαθολικισμού εις τας αρχάς του β’ ημίσεως του 20ού αιώνος, ότε δύο ηγέται εκατέρωθεν απεφάσισαν να αλλάξουν τον ρούν της ιστορίας : ο Πάπας Ιωάννης ΚΓ΄ και ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας. Ο πρώτος συνεκάλεσε την Β’ Βατικανήν Σύνοδον με κύριον σκοπόν να ανατρέψη την έως τότε κρατούσαν θέσιν ότι αντί οιουδήποτε διαλόγου οι εκτός της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας θα έδει να «επιστρέψουν» εις την Ρώμην. Έχων αναπτύξει ιδιαιτέραν συμπάθειαν προς τους Ορθοδόξους εκ της μακράς θητείας του εις Ορθοδόξους χώρας (Ελλάδα, Βουλγαρίαν, Κωνσταντινούπολιν) απηυθύνθη πρωτίστως εις αυτούς διά την έναρξιν διαλόγου. Εν τω μεταξύ η Σύνοδος, την οποίαν συνεκάλεσε και την οποίαν εσυνέχισε μετά τον θάνατόν του ο διάδοχος αυτού Παύλος Στ’, προέβη υπό την επήρειαν ισχυράς ομάδος φιλορθοδόξων ρωμαιοκαθολικών θεολόγων (Congar, de Lubac κ. ά.) εις ριζικήν αναθεώρησιν της ρωμαιοκαθολικής εκκλησιολογίας αναγνωρίζουσα πλήρη εκκλησιακόν χαρακτήρα εις τας Ορθοδόξους Εκκλησίας και μερικόν τοιούτον εις τας Προτεσταντικάς Ομολογίας. Ούτως ήνοιξεν ο δρόμος προς συμμετοχήν της Ρώμης εις την Οικουμενικήν Κίνησιν.

Ενώπιον των νέων τούτων εξελίξεων ο Πατριάρχης Αθηναγόρας εκαλείτο να οδηγήση την Ορθόδοξον Εκκλησίαν είτε εις την απομόνωσιν είτε εις την συμμετοχήν εις την νέαν πραγματικότητα, και επέλεξε το δεύτερον. Τό Οικουμενικόν Πατριαρχεΐον άλλωστε, τόσον διά της Εγκυκλίου Ιωακείμ Γ’ το έτος 1902, όσον και διά της Συνοδικής Εγκυκλίου του 1920 είχεν επιλέξει σαφώς την οδόν της συμμετοχής εις την Οικουμενικήν Κίνησιν. Ειδικώς ως προς την Ρώμην ο Πατριάρχης Αθηναγόρας διείδεν ότι το πρόβλημα δεν ήτο μόνον θεολογικόν, αλλά πρωτίστως ψυχολογικόν : έπρεπε να αντιστραφή το κλίμα εχθρότητος μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών δια του «διαλόγου της αγάπης», ο οποίος θα συνώδευε τον «διάλογον της αληθείας». Έτσι προέβη εις την άρσιν των αναθεμάτων του 1054 μεταξύ Ρώμης και Κωνσταντινουπόλεως – κάτι το οποίον αφεώρα μόνον εις αυτάς τας δύο Εκκλησίας – καθώς και εις άλλας κινήσεις, ως η μετά του Πάπα συνάντησίς του εις Ιεροσόλυμα το 1965, προς αντικατάστασιν της εχθρότητος, η οποία είχεν αναπτυχθή κατά την δευτέραν χιλιετίαν, υπό της καταλλαγής.

Αλλ’ ο «διάλογος της αληθείας» απήτει πανορθόδοξον συναίνεσιν. Ταύτην επεχείρησε να επιτύχη ο Πατριάρχης Αθηναγόρας κατα τας Πανορθοδόξους Διασκέψεις, ιδία κατά την Β’ (Ρόδος 1963) και την Γ’ (Ρόδος 1964), αλλά συνήντησεν επιφυλάξεις ωρισμένων Εκκλησιών, αι οποίαι θα ήθελον να ολοκληρωθούν πρώτον αι εργασίαι της Β’ Βατικανής Συνόδου, διά να φανούν επισήμως αι διαθέσεις της Ρώμης εναντι της Ορθοδοξίας. Ήτο σαφές ότι πολλοί Ορθόδοξοι έβλεπον εισέτι με καχυποψίαν τας κινήσεις της Ρώμης, διό και κατά τας ανωτέρω Διασκέψεις αι επιφυλασσόμεναι Ορθόδοξοι Εκκλησίαι έθετον ως όρον παντός διαλόγου μετά της Ρώμης ότι ούτος θα διεξήγετο «επί ίσοις όροις».

Τελικώς, ο θεολογικός ούτος διάλογος ήρχισε να προετοιμάζεται υπό ειδικής επιτροπής εν έτει 1979, ότε και καθωρίσθησαν διά της υπογραφής κοινού κειμένου μεταξύ των δύο πλευρών οι όροι και ο σκοπός του διαλόγου, ως και ο τρόπος διεξαγωγής του. Ούτω, ως σκοπός του διαλόγου ωρίσθη η αποκατάστασις της ευχαριστιακής κοινωνίας μεταξύ των δύο Εκκλησιών (η οποία, βεβαίως, θα αποφασίζετο από τα αρμόδια εκκλησιαστικά όργανα και όχι από τους διεξάγοντας τον διάλογον), ως όρος ότι ο διάλογος θα διεξήγετο «επί ίσοις όροις», και ως τρόπος ωρίζετο η συγκρότησις διεθνούς μικτής Επιτροπής αποτελούμενης εξ ίσου αριθμού Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών υπό την συμπροεδρίαν ενός Ορθοδόξου Ιεράρχου και ενός Ρωμαιοκαθολικού Καρδιναλίου. Ειδική Επιτροπή κατήρτισε το θεματολόγιον του διαλόγου, το οποίον θα είχεν ως γενικόν θέμα την εκκλησιολογίαν.

Η επίσημος έναρξις του Διαλόγου έγινεν εις την εν Πάτμω Ιεράν Μονήν Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου την Πεντηκοστήν του έτους 1980, διά της συμμετοχής αντιπροσώπων εξ όλων ανεξαιρέτως των Ορθοδόξων Εκκλησιών, εσυνεχίσθησαν δε αι εργασίαι εν Ρόδω, όπου η Επιτροπή συνεζήτησε και ενέκρινε το πρώτον προκαταρκτικόν κοινόν κείμενον περί σχέσεως Εκκλησίας, Ευχαριστίας και Αγίας Τριάδος. Το κείμενον τούτο επεξειργάσθη και ενέκρινε τελικώς η ολομέλεια της Επιτροπής το 1982 εις Μόναχον και απετέλεσε το πρώτον κοινόν κείμενον του Διαλόγου. Εν αυτώ εδηλούτο η κοινή θέσις των δύο πλευρών ότι το μυστήριον της Εκκλησίας κατανοείται πλήρως μόνον υπό το φως του μυστηρίου της Αγίας Τριάδος και όσων τούτο συνεπάγεται, κυρίως διά την σχέσιν της μιάς Εκκλησίας προς τας πολλάς κατά τόπους Εκκλησίας – ζήτημα καίριον ως προς την σχέσιν μεταξύ Ορθοδόξου και Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησιολογίας.
Το κείμενον του Μονάχου ηκολούθησαν τα κοινά κείμενα του Bari (1987) και του Νέου Valamo (1988), τα οποία προεξέτειναν την εκκλησιολογικήν προβληματικήν εις το θέμα της δομής και των λειτουργημάτων της Εκκλησίας, επί του οποίου επήλθε συμφωνία επί τη βάσει των αρχών της Ορθοδόξου ευχαριστιακής Εκκλησιολογίας. Ούτω, το μεν κείμενον του Bari εκάλυπτε το θέμα των Μυστηρίων της Εκκλησίας και ιδιαιτέρως της ιερωσύνης ενώ του Νέου Valamo ησχολήθη με το πρόβλημα της Αποστολικής Διαδοχής.

Και ενώ επορεύετο ο Διάλογος κατά τρόπον ομαλόν από των ενούντων προς τα διαιρούντα τας δύο πλευράς, η ραγδαία μεταβολή των συνθηκών διαβιώσεως των Ορθοδόξων Εκκλησιών, αι οποίαι έζων υπό κομμουνιστικά καθεστώτα, λόγω της πτώσεως των καθεστώτων τούτων, διετάραξε τάς σχέσεις πολλών Ορθοδόξων Εκκλησιών μετά της Ρώμης εξ αφορμής των διεκδικήσεων, τας οποίας ήγειραν οι Ουνίται των χωρών αυτών προς επανάκτησιν των ναών των, τους οποίους τα καθεστώτα ταύτα είχον παραχωρήσει εις τους Ορθοδόξους. Τούτο εδημιούργησεν εντάσεις μεταξύ Ορθοδόξων και Ουνιτών εις τας Εκκλησίας ταύτας, αι οποίαι και απήτησαν όπως διακοπή ο θεολογικός διάλογος και περιορισθή εις το θέμα της Ουνίας.

Κατόπιν τούτου κύριον και μοναδικόν θέμα του διαλόγου κατά την δεκαετίαν του 1990 κατέστη το πρόβλημα της Ουνίας. Επ’ αυτού παρήχθησαν τα κείμενα, του Freising (1990) και του Balamand (1993), το τελευταίον των οποίων υπέστη εις πολλά σημεία κριτικήν υπό Ορθοδόξων Εκκλησιών. Εν τέλει το ακανθώδες τούτο θέμα συνεζητήθη υπό της ολομελείας της Επιτροπής εν Βαλτιμόρη των Η.Π.Α. (2000), όπου διεπιστώθη πλήρης διαφωνία μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών, η οποία ωδήγησεν εις την διακοπήν του Διαλόγου και την παραίτησιν εξ αυτού του Ορθοδόξου συμπροέδρου Σεβ. Αρχιεπισκόπου Αυστραλίας κ. Στυλιανού.

Η κατάστασις αυτή διήρκεσε μέχρι του έτους 2005, ότε εκρίθη υπό αμφοτέρων των πλευρών αναγκαίον όπως επαναρχίση ο Διάλογος διά της επαναφοράς της εκκλησιολογικής θεματολογίας με επίκεντρον το ακανθώδες θέμα του πρωτείου εν τη Εκκλησία, εις τα πλαίσια του οποίου θα εξητάζετο εν καιρώ και το πρόβλημα της Ουνίας. Τότε εκλήθη η ταπεινότης μου υπό του Παναγιωτάτου όπως αναλάβη την συμπροεδρίαν της Επιτροπής του Διαλόγου, όπερ μετά πολλού δισταγμού απεδέχθην υπείκων εις την εντολήν της Εκκλησίας.

Γνωρίζων όμως τας παγίδας, τας οποίας η δύσκολος αύτη αποστολή θα ηδύνατο να περιέχη, παρεκάλεσα όπως ισχύσουν αι ακόλουθοι τρεις προϋποθέσεις :

α) η επανέναρξις του διαλόγου να γίνη τη συμφωνία όλων των Ορθοδόξων Εκκλησιών·
β) το θέμα του διαλόγου (περί πρωτείου) να τύχη επίσης της εγκρίσεως όλων των Ορθοδόξων Εκκλησιών, του προβλήματος της Ουνίας μέλλοντος να εξετασθή εις τα πλαίσια του θέματος τούτου· καί
γ) όλαι αι Ορθόδοξοι Εκκλησίαι να δεσμευθούν ότι θα αποστέλλουν αντιπροσώπους εις την Επιτροπήν του Διαλόγου και θα φιλοξενούν αυτήν, οσάκις είναι αναγκαίον.

Αι προϋποθέσεις αύται περιελήφθησαν εις Μνημόνιον, το οποίον υπεγράφη υφ’ όλων των Προκαθημένων των Ορθοδόξων Εκκλησιών, τους οποίους επεσκέφθην. Ούτω, η επανέναρξις του Διαλόγου δια του συγκεκριμένου θέματος εγένετο κατόπιν πανορθοδόξου συμφωνίας, γεγονός το οποίον ενέχει ιδιαιτέραν σπουδαιότητα.

Με την νέαν αυτήν θεματολογίαν επανήρχισεν ο Διάλογος, ο οποίος κατόπιν μακράς προετοιμασίας παρήγαγε το κοινόν κείμενον της Ραβέννας (2007) : «Αι εκκλησιολογικαί και κανονικαί συνέπειαι της μυστηριακής φύσεως της Εκκλησίας», εις το οποίον τίθεται το πλαίσιον της εννοίας του πρωτείου εν τη Εκκλησία. Εις το κείμενον αυτό περιέχονται τα εξής σημεία, μεγάλης σπουδαιότητος διά τους Ορθοδόξους :

(α) αναγνωρίζεται ότι υφίσταται πρωτείον εν τη Εκκλησία επί τοπικού (Επίσκοπος), περιφερειακού (Μητροπολίτης, Πατριάρχης) και οικουμενικού επιπέδου (πρεσβεία κατά τήν σειράν των Διπτύχων),

(β) Το πρωτείον ασκείται μόνον εις τα πλαίσια της συνοδικότητος, και

(γ) Ο Ρώμης είναι πρώτος ως εις των Πατριαρχών. Τα σημεία ταύτα, και ιδία τα δύο τελευταία αρκούν, διά να καταδείξουν την μεγάλην θετικήν σημασίαν του κειμένου της Ραβέννας εξ επόψεως Ορθοδόξου.

Το κείμενον της Ραβέννας, παρά την θετικήν σημασίαν του διά τους Ορθοδόξους, δεν εγένετο δεκτόν ανεπιφυλάκτως υπό της Ρωσσικής Εκκλησίας, της οποίας η αντιπροσωπεία είχεν αποχωρήσει προ της ενάρξεως των εργασιών της Επιτροπής λόγω της συμμετοχής εις αυτάς αντιπροσώπων της Εκκλησίας της Εσθονίας, την οποίαν το Πατριαρχείον Μόσχας δεν αναγνωρίζει ως αυτόνομον. Ο λόγος διά την αρνητικήν έναντι του κειμένου τούτου στάσιν της Ρωσσικής Εκκλησίας έγκειται εις το ότι το κείμενον περιέχει παράγραφον εγκριθείσαν υφ’ όλων των Ορθοδόξων αντιπροσωπειών εν Ραβέννα κατά την οποίαν μετά το Σχίσμα του 1054 όλαι αι Ορθόδοξοι Εκκλησίαι εθεώρουν ως κέντρον της ενότητος αυτών την Εκκλησίαν της Κωνσταντινουπόλεως και πρώτον επίσκοπον τον Οικουμενικόν Πατριάρχην. Την παράγραφον ταύτην είχεν ήδη απορρίψει ο εκπρόσωπος του Πατριαρχείου Μόσχας, όταν διά πρώτην φοράν προετάθη αύτη κατά την εν Βελιγραδίω συνάντησιν της ολομελείας της Επιτροπής (2006), πλήν όλαι αι λοιπαί Ορθόδοξοι αντιπροσωπείαι συνεφώνησαν όπως περιληφθή εις το τελικόν κείμενον τόσον εν Βελιγραδίω όσον και εν Ραβέννα.

Η στάσις αύτη του Πατριαρχείου Μόσχας, η οποία και ωδήγησεν εις την έκδοσιν ειδικού κειμένου του Πατριαρχείου τούτου περί του πρωτείου, αποσταλλέντος εις όλας τας Ορθοδόξους Εκκλησίας, μαρτυρεί ότι το ενδιαφέρον της Εκκλησίας ταύτης δεν έγκειται τόσον εις την αμφισβήτησιν του πρωτείου του Πάπα όσον του της Κωνσταντινουπόλεως. Εις δημοσίαν, άλλωστε, συζήτησιν κατά την συνάντησιν της ολομελείας της Επιτροπής εν Αμμάν το παρελθόν έτος ο Μητροπολίτης Βολοκολάμσκ κ. Ιλαρίων εδήλωσεν απεριφράστως ότι το πρωτείον του Κωνσταντινουπόλεως δεν στηρίζεται ούτε επί θεολογικής ούτε επί κανονικής βάσεως (!), ωσάν αι θεσπίσασαι αυτό Οικουμενικοί Σύνοδοι να μη έχουν ούτε θεολογικήν ούτε κανονικήν αυθεντίαν.

Υπό την σκιάν όλων αυτών των εξελίξεων η Επιτροπή προσεπάθησε να προχωρήση το θέμα του πρωτείου εις τας επομένους συνεδρίας της εν Βιέννη (2010) και Αμμάν της Ιορδανίας (2014) χωρίς να κατορθώση να εκδώση κοινόν κείμενον. Αρχικώς ησχολήθη με το ερώτημα περί του πρωτείου της Ρώμης κατά την πρώτην χιλιετίαν, κατά την οποίαν αι δύο Εκκλησίαι ήσαν ηνωμέναι, αλλ’ απεδείχθη ότι αι δύο πλευραί ηρμήνευον τα ιστορικά γεγονότα κατά διάφορον τρόπον και δεν ηδύνατο να επιτευχθή συμφωνία. Κατόπιν τούτου απεφασίσθη όπως εξετασθή το θέμα εξ επόψεως θεολογικής (εκκλησιολογικής), αλλά και επ’ αυτού δεν κατέστη δυνατόν να συνταχθή κοινώς αποδεκτόν κείμενον κατά την εν Αμμάν συνέλευσιν, την φοράν αυτήν εξ αφορμής της αρνήσεως της Ρωσσικής αντιπροσωπείας να δεχθή οιανδήποτε θεολογικήν θεμελίωσιν του πρωτείου επί οικουμενικού επιπέδου διά τους λόγους τους οποίους ήδη εξέθεσα. Ούτω,ανετέθη εις την Συντονιστικήν Επιτροπήν του Διαλόγου να επιχειρήση την σύνταξιν νέου κειμένου, το οποίον θα έλθη προς συζήτησιν και έγκρισιν εις την ολομέλειαν της Επιτροπής κατά το προσεχές έτος εν Ρώμη.

Β΄. Αι δυσκολίαι του Διαλόγου.

Εκ της συντόμου αυτής εκθέσεως της άχρι τούδε διαδρομής του σημαντικού τούτου Διαλόγου προκύπτουν αι εξής παρατηρήσεις :

1. Εις τα πρώτα στάδια αυτού ο Διάλογος ούτος κατώρθωσε να παραγάγη σημαντικά κοινά κείμενα, τα οποία καταδεικνύουν ότι η επάνοδος της Θεολογίας εις τας βιβλικάς και πατερικάς καταβολάς της δύναται να φέρη τας δύο Εκκλησίας πλησίον αλλήλων επί βασικών εκκλησιολογικών θεμάτων, ως είναι η σχέσις της Εκκλησίας προς την Τριαδολογίαν, την Χριστολογίαν και την Πνευματολογίαν, η περί Μυστηρίων και Ιερωσύνης διδασκαλία κ.λ.π.. Τούτο υπήρξε λίαν ενθαρρυντικόν. Αλλ’ η βαθμιαία μετάβασις εις ακανθώδη ζητήματα, όπως εκείνο του πρωτείου εν τη Εκκλησία και δη και του πρωτείου του επισκόπου Ρώμης, αναδεικνύει τας δυσκολίας, τας οποίας μέλλει να αντιμετωπίση ο Διάλογος. Παρά ταύτα, δεν πρέπει να παροραθούν τα ακόλουθα ενθαρρυντικά σημεία :
α) Η Ρωμαιοκαθολική πλευρά αποδέχεται (κείμενον Ραβέννας) ότι το πρωτείον του Ρώμης δέον να ασκήται μόνον εν συνόδω. Τούτο αίρει εκ του παπικού αξιώματος τον χαρακτήρα του «μονάρχου», τον οποίον είχεν αποκτήσει ιδία κατά την δευτέραν χιλιετίαν. Υπάρχουν ενδείξεις ότι ο σημερινός Πάπας λαμβάνει σοβαρώς υπ’ όψιν το θέμα τούτο.
β) Η ιδία πλευρά αποδέχεται επίσης (κείμενον Ραβέννας) ότι ο Ρώμης ασκεί το πρωτείον του ομού μετά των άλλων Πατριαρχών, ως «Πατριάρχης της Δύσεως». Τον τίτλον τούτον, τον οποίον ανέκαθεν έφερεν ο Ρώμης, απήλειψεν ο Πάπας Βενέδικτος XVI προς μεγάλην απογοήτευσιν των Ορθοδόξων. Το κείμενον της Ραβέννας προσφέρει την αφορμήν και την βάσιν προς επαναφοράν του τίτλου υπό του νυν Πάπα.
γ) Τονίζεται ήδη κατ’ επανάληψιν υπό της Ρωμαιοκαθολικής πλευράς ότι το πρωτείον του Ρώμης δεν νοείται ως μέσον ασκήσεως δικαιοδοσίας (Jurisdiction), όπως συνέβαινε κατά την δευτέραν χιλιετίαν. Τούτο σημαίνει ότι ο Πάπας δεν δύναται να επεμβαίνη εις τα άλλα Πατριαρχεία και να ασκή εξουσίαν επ’ αυτών. Οι περί καθυποτάξεως των Ορθοδόξων εις τον Ρώμης φόβοι, προερχόμενοι από τας παπικάς αξιώσεις της δευτέρας χιλιετίας, αίρονται διά του τρόπου αυτού. Σημειωτέον ότι τούτο είναι κατωχυρωμένον και δι’ αποφάσεων της Β’ Βατικανής Συνόδου.

2. Η άχρι τούδε πορεία του Διαλόγου κατέδειξεν ότι επί του θέματος του πρωτείου υφίστανται, ατυχώς, και ενδορθόδοξοι διαφοροποιήσεις. Τούτο κυρίως προέρχεται εκ των προσπαθειών του Πατριαρχείου Μόσχας όπως υποβάθμιση το πρωτείον του Κωνσταντινουπόλεως, πράγμα το οποίον φέρει εις δυσχερή θέσιν και την Ρωμαιοκαθολικήν πλευράν αναμένουσαν τους Ορθοδόξους να επιλύσουν τας διαφοράς των, διά να προχώρηση ο Διάλογος. Τούτο κατέστη ιδιαιτέρως εμφανές κατά την συνάντησιν της ολομελείας εν Αμμάν το παρελθόν έτος. Η απειλή του εκπροσώπου του Πατριαρχείου Μόσχας ότι θα απεχώρει του Διαλόγου, εάν δεν εγένοντο δεκταί αι θέσεις του, ηνάγκασε τήν Ρωμαιοκαθολικήν πλευράν νά συνταχθή εν τέλει προς την θέσιν του Πατριαρχείου Μόσχας εις βάρος του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Η είκών μιάς διηρημένης Ορθοδοξίας εντός του Διαλόγου βλάπτει ασφαλώς την ημετέραν Εκκλησίαν. Δυστυχώς, ούτε αι ιδιαίτεραι Ορθόδοξοι συναντήσεις προ της ενάρξεως των κοινών συναντήσεων δεν βοηθούν, διότι και κατ’αυτάς παρατηρείται εμμονή εις τας αυτάς απόψεις.

3. Εκτος των ένδοθεν της Επιτροπής του Διαλόγου δυσκολιών η έξωθεν πολεμική δημιουργεί δυσκολίας εις την απήχησιν των κειμένων του Διαλόγου εις το πλήρωμα της Εκκλησίας. Ενώ τα εκάστοτε εγκρινόμενα κείμενα αποστέλλονται καθηκόντως εις τας εκκλησιαστικάς αρχάς των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών προς μελέτην και αξιολόγησιν, ουδέποτε σχεδόν προωθούνται ταύτα εις τας Θεολογικάς Σχολάς ή άλλους αρμοδίους να εκφέρουν περί αυτών την γνώμην των παραμένοντα συνήθως αναξιοποίητα εις τα αρχεία των Γραφείων.
Αντί μιάς σοβαράς μελέτης και αξιολογήσεως των κειμένων τούτων υπό ειδημόνων αναπτύσσεται και κυκλοφορεί κυρίως διά του διαδικτύου μία ακατάσχετος πολεμική κατά του Διαλόγου και των διεξαγόντων αυτόν, η οποία ενίοτε υπερβαίνει κάθε όριον ευπρεπείας και αντικειμενικότητος. Ούτω, διαδίδεται ότι η ένωσις των Εκκλησιών επίκειται ή έχει ήδη μυστικώς υπογραφή (!), ως εάν η Επιτροπή του Διαλόγου θα ηδύνατο να υπογράψη ένωσιν, πράγμα το οποίον μόνον αι αρμόδιαι εκκλησιαστικαί αρχαί δύνανται να πράξουν, δοθέντος ότι ο Διάλογος, έχει καθαρώς συμβουλευτικόν χαρακτήρα.

Εις την προσπάθειαν κατασυκοφαντήσεως του Διαλόγου καλλιεργείται σκοπίμως, ιδιαιτέρως εις απλούς πιστούς, μοναχούς κ.λ.π. ο φόβος ότι διά του διαλόγου επιχειρείται η καθυπόταξις της Ορθοδοξίας εις τον Πάπαν, ως εάν η αλήθεια να εκινδύνευεν από τον διάλογον. Και ταύτα άνευ προσκομίσεως οιασδήποτε αποδείξεως ότι οι διεξάγοντες τον διάλογον Ορθόδοξοι απεμακρύνθησαν κατά τι εκ της πίστεως της Εκκλησίας των.

Εις την αυτήν προσπάθειαν χαλκεύονται ωσαύτως και διαδίδονται ψεύδη, ως η κατηγορία ότι η περί δύο πνευμόνων της Εκκλησίας (Ανατολής και Δύσεως) παρομοίωσις (την οποίαν ηκούσαμεν το πρώτον από τον αείμνηστον διδάσκαλόν μας π. Γεώργιον Φλωρόβσκυ, τον μέγιστον των συγχρόνων Ορθοδόξων θεολόγων καί χρησιμοποιούμεν και ημείς), αναφέρεται υφ’ ημών εις την μετά το Σχίσμα κατάστασιν και όχι εις την περίοδον της αδιαιρέτου Εκκλησίας, διά την οποίαν ισχύει απολύτως και εις την οποίαν και μόνον την αναφέρομεν. Πρόκειται περί πλήρους (συνειδητής;) διαστρεβλώσεως.

Εις τα πλαίσια της εκστρατείας ταύτης κατά του συγκεκριμένου Διαλόγου αναπτύσσονται και περίεργοι και καινοφανείς θεολογικαί απόψεις, ως ότι η ευχαριστιακή θεολογία, της οποίας υποστηρικταί υπήρξαν διαπρεπείς Ορθόδοξοι θεολόγοι (Atanasiev, Florovsky, Schmeman κ. ά.), είναι αίρεσις (!) ή ακόμη ότι η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία δεν πρέπει νά καλήται «Εκκλησία».

Επί του τελευταίου τούτου σημείου θα απητείτο διά την εκκλησιολογικήν ανάλυσιν του θέματος χρόνος, την οποίον δεν διαθέτομεν ενταύθα. Περιοριζόμεθα μόνον εις την παρατήρησιν ότι :
α) Ουδέποτε από του Σχίσματος μέχρι τούδε η Ορθόδοξος Εκκλησία προέβη εις εκλογήν επισκόπου Ρώμης εις αντικατάστασιν του Ρωμαιοκαθολικού Πάπα. Δεν θα έπρεπε να θεωρήση κενήν και να πληρώση την επισκοπήν ταύτην, εάν δεν ανεγνώριζεν τον εκάστοτε πάπαν ως Ρώμης; (Ομιλούμεν περί της επισήμου Ορθοδόξου Εκκλησίας και όχι περί προσώπων, τα οποία ενεργούν ατομικώς). Οχι μόνον δεν έπραξε τούτο επί χίλια έτη η Ορθόδοξος Εκκλησία, αλλά και διά στόματος διαπρεπών ομολογητών της πίστεώς της, ως ο αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης Βασίλειος ο Αχριδηνός τον 13ον αιώνα, ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός και ο Γεννάδιος Σχολάριος τον 15ον αιώνα (αρκεί απλή ανάγνωσις της προσφωνήσεως του Αγίου Μάρκου προς τον Πάπαν κατά την Σύνοδον της Φερράρας Φλωρεντίας ως «Πατέρα της κατά την οικουμένην Εκκλησίας», ο οποίος συνήγαγε τα τέκνα του από περάτων της οικουμένης κ.λ.π.) έδιδε την ακριβή εικόνα περί του πώς έβλεπεν η Ορθόδοξος Εκκλησία τον επίσκοπον Ρώμης κατά την δευτέραν χιλιετίαν. Τούτο παρά το ότι εστηλιτεύετο το Filioque ως αιρετικόν. Τούτο ας μη μας εκπλήττη. Ας μη λησμονώμεν ό,τι ισχυεν εις την αρχαίαν Εκκλησίαν : ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, επί παραδείγματι, εκατηγόρει δημοσία τον Νεστόριον ως αιρετικόν, αλλά συγχρόνως του απηύθυνεν επιστολάς, εις τας οποίας σταθερώς τον απεκάλει «αδελφόν και συλλειτουργόν». Ακόμη και όταν η υπό την προεδρίαν του Σύνοδος της Αλεξανδρείας τον ανεθεμάτισεν εξηκολούθη να απευθύνηται προς αυτόν με τον ίδιον τρόπον, μόνον δε όταν η Γ’ Οικουμενική Σύνοδος τον κατεδίκασεν έπαυσε να τον προσφωνή ως «αδελφόν και συλλειτουργόν» (θα ωφελούσε πολύ και πολλούς η ανάγνωσις της σχετικής αλληλογραφίας εις τα Πρακτικά του MANSI). Όλοι δυνάμεθα να χαρακτηρίζωμεν άλλους ως αιρετικούς, αλλά μόνον Σύνοδος, και μάλιστα οικουμενική, έχει το δικαίωμα να τους θέση εκτός της Εκκλησίας (βλ. και 6ον κανόνα Β’ Οικουμενικής).

β) Είναι περίεργον ότι παραβλέπεται ότι και οι πλέον συντηρητικοί θεολόγοι των νεωτέρων χρόνων ανεφέροντο εις τον ρωμαιοκαθολικισμόν με τον τίτλον «(Ρωμαιο)καθολική Εκκλησία». Ο αείμνηστος μάλιστα Παναγιώτης Τρεμπέλας την απεκάλει «σεβασμίαν Καθολικήν Εκκλησίαν», ενώ ο Ιωάννης Καρμήρης εις όλας τας αναφοράς του εις τα συγγράμματά του εχρησιμοποίει τον τίτλον «Καθολική» ή «Ρωμαιοκαθολική» Εκκλησία. Το ίδιον και ο π. Γεώργιος Φλωρόβσκυ, αλλά και όλα τα επίσημα διορθόδοξα κείμενα. Όλοι αυτοί δεν εγνώριζον τί έλεγον και έγραφον ή ήσαν προδόται της Ορθοδοξίας;
Οσάκις, λοιπόν, ο Οικουμενικός ή άλλοι Πατριάρχαι απευθύνονται εις τον Πάπαν ως τον «επίσκοπον της πρεσβυτέρας Ρώμης» ακολουθούν την μακραίωνα αυτήν παράδοσιν της Ορθοδοξίας.

Γ΄. Το μέλλον του Διαλόγου

Αι μνημονευθείσαι δυσκολίαι δημιουργούν προβληματισμόν ως προς το μέλλον του θεολογικού τούτου Διαλόγου «Έξωθεν μάχαι, έσωθεν φόβοι» (Β’ Κορ. 7, 5). Αλλ’ εφ’ όσον χρόνον αι Ορθόδοξοι Εκκλησίαι κρίνουν αναγκαίον τον διάλογον τούτον, ούτος θα συνεχισθή, έστω και μετ’ εμποδίων. Η ισχύς του Διαλόγου προέρχεται από την Πανορθόδοξον συναίνεσιν, της οποίας απολαύει. Όλαι αι Ορθόδοξοι Εκκλησίαι μετέχουν ενεργώς δι’ αντιπροσώπων των εις τας εργασίας της Επιτροπής (η Εκκλησία της Βουλγαρίας μόνον αμελεί εις την αποστολήν αντιπροσώπων τα τελευταία έτη, αλλά δεν απεχώρησεν επισήμως εκ του Διαλόγου). Εις μίαν εποχήν, κατά την οποίαν οι πάντες διαλέγονται αντί να συγκρούωνται, η Ορθόδοξος Εκκλησία δεν είναι δυνατόν να απομονωθή και να ακολουθήση την οδόν της συγκρούσεως, την οποίαν θα ηύχοντο τινές. Ως απέδειξεν η μέχρι τούδε πορεία του διαλόγου μάλλον ωφέλησε παρά έβλαψε τους Ορθοδόξους ο διάλογος αυτός. Πολλοί θα επεθύμουν θεαματικά αποτελέσματα, αλλά χιλίων ετών αποξένωσις και πολεμική συνεσώρευσε προβλήματα, τα οποία δεν δύνανται να λυθούν αμέσως. Τα προβλήματα τα διαιρούντα την Ορθοδοξίαν και τον Ρωμαιοκαθολικισμόν είναι εισέτι πολλά. Ο διάλογος έχει ακόμη μακράν θεματολογίαν να εξαντλήση και η ένωσις (ας μη ανησυχούν οι προτιμώντες την διαίρεσιν) απέχει ακόμη πολύ. Θά αναφέρωμεν μερικά :
α) Το πρόβλημα της Ούνίας.
Εις τας γενομένας συζητήσεις περί αυτού υπό της Επιτροπής του Διαλόγου τη επιμονή των Ορθοδόξων κατεδικάσθη από κοινού η Ουνία ως μέσον προσηλυτισμού και ως μοντέλον ενώσεως. Τούτο είναι άκρως σημαντικόν, διότι επ’ αυτής της βάσεως εδημιουργήθη η Ουνία. Το ότι και η Ρωμαιοκαθολική πλευρά απορρίπτει την αντίληψιν αυτήν περί Ουνίας είναι σημαντικόν. Αλλά οι Ορθόδοξοι δεν παύουν να ενοχλούνται και από αυτήν ταύτην την ύπαρξιν της Ουνίας η οποία παραπέμπει εις θλιβεράς εποχάς.
β) Το Filioque.
Με το θέμα αυτό δεν έχει εισέτι ασχοληθή η Επιτροπή του Διαλόγου. Τούτο δεν δύναται ούτε πρέπει να παρακαμφθή διότι αποτελεί μείζον δογματικόν ζήτημα.
γ) Τα μονομερώς υπό της Ρώμης ποοκηρυχθέντα δόγματα κατά την β’ χιλιετίαν αποτελούν σοβαρόν εμπόδιον. Ποίον κύρος έχουν τα δόγματα αυτά διά την Ρωμαιοκαθολικήν Εκκλησίαν και πώς τοποθετούνται οι Ορθόδοξοι επ’ αυτών;
Τέλος, δ) Αι αναφυείσαι διαφοραί μεταξύ Ορθοδόξου και δυτικής Θεολογίας κατά τας Ησυχαστικάς έριδας τον 14ον αιώνα παραμένουν διά πολλούς Ορθοδόξους σημαντικαί δι’ οιανδήποτε προσέγγισιν των δύο πλευρών. Η περί θείας Χάριτος διδασκαλία εμφανίζει αποκλίσεις, αι οποίαι πρέπει να εξετασθούν.

Παναγιώτατε,
Αγαπητοί αδελφοί,

Προσεπάθησα να παρουσιάσω όσον το δυνατόν περιληπτικώτερον την πορείαν του σημαντικού θεολογικού Διαλόγου, διά του οποίου η Ανατολή και η Δύσις, οι δύο αυτοί πνεύμονες της Εκκλησίας κατά την πρώτην χιλιετίαν, επιχειρούν σήμερον να επανεύρουν την άλλοτε κοινήν αναπνοήν των. Οπως διεπιστώσατε, το εγχείρημα είναι δυσχερές και, θα έλεγα, υπερβαίνει τας ανθρωπίνας δυνάμεις. Αλλ’ η Ορθόδοξος Εκκλησία διά των Συνόδων της έκρινεν ότι το εγχείρημα πρέπει να γίνη και ουδείς εξ ημών δικαιούται να απειθήση. Η ταπεινότης μου «κεκοπιακώς εκ της οδοιπορίας» εζήτησεν, ως γνωρίζετε, απαλλαγήν εκ των κόπων της και εξακολουθεί να προσβλέπη εις αυτήν. Ευχηθήτε, η χάρις του Θεού να ενίσχυση το υπεράνθρωπον τούτο έργον και να κατευθύνη αυτό κατά το άγιον θέλημά Του.
Σας ευχαριστώ. 



Ετικέτες