Ιστορικοί περιγράφουν τον ρόλο της Εκκλησίας στην Επανάσταση του 1821

Loading...


Eίναι καιρός να αποτινάξωμεν τον αφόρητον τούτον ζυγόν, να ελευθερώσωμεν την , να κρημνίσωμεν από τα νέφη την ημισέλινον, δια να υψώσωμεν το σημείον δι’ ού πάντοτε νικώμεν, λέγω τον Σταυρόν, και ούτω να εκδικήσωμεν την Πατρίδα, και την ορθόδοξον ημών Πίστιν από την ασεβή των ασεβών και αφρόνησιν». Το απόσπασμα αυτό από την ομιλία του Αθανασίου Διάκου σε αγωνιστές αποδεικνύει πως οι άνθρωποι της ήταν μεταξύ των πρώτων που σήκωσαν το λάβαρο του Αγώνα.

Σε όλη την Ελλάδα ο κλήρος έδωσε το δικό του αγώνα, πότε δίπλα στους καπεταναίους και πότε αυτόνομα, υπερασπίστηκε με το αίμα του την πατρίδα με οδηγό την αφοσίωσή του στο λαό και την ορθοδοξία .Αυτή την αγάπη καταγράφουν στο αφιέρωμα που ακολουθεί οι ιστορικοί που έζησαν τα γεγονότα του 1821.

I. Φιλήμονος: Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός

Προλεγόμενα εις την α’ έκδοσιν των Απομνημονευμάτων του Παλαιών Πατρών Γερμανού

«Ο Μητροπολίτης Γερμανός ρίπτεται εις το μέσον της Επαναστάσεως ευθύς, στηρίζων τα πρώτα βήματά της. Διά την φρόνησιν και την ελληνικήν καρδίαν του απολαύων από όλους σέβας ιδιαίτερον, φαίνεται προηγούμενος και εις τας στρατιωτικάς επιχειρήσεις και εις τας πολιτικάς ενεργείας, γινόμενος τα πάντα τοις πάσι διά την ελευθερίαν της Πατρίδος. Ο Γερμανός διεύθυνε παντού προκηρύξεις, προσκαλών εις την συμμετοχήν της Επαναστάσεως τους μη οπλισθέντας έτι λαούς.

Προκηρύξεις περί βοηθείας απέστειλεν εις την Επτάνησον, ήτις πάντοτε εμπνευσμένη αισθήματα ελευθερίας, και αφ’ εαυτής οργώσα εις στάδιον παρόμοιον, ενθουσιάται ήδη, κινουμένη αμέσως εις βοήθειαν.

Συλλέξας ο Γερμανός ευθύς τους εν Πάτραις ιστοτύπους, ητοίμασε μίαν ποσότητα σημαιών και τας διένειμεν εις την Πελοπόννησον και εις την Στερεάν. Διά την μεσολαβούσαν έλλειψιν των τροφίμων, προκειμένης τόσης ανωμαλίας, απολύει εξ ανάγκης τους στρατιώτας από το καθήκον της νηστείας· ευλογεί και εμψυχώνει τους ανδρείως αγωνιζομένους· πρώτος μετά των άλλων αναγγέλλει επισήμως προς τους εν Πάτραις Προξένους των Δυνάμεων την Ελληνικήν Επανάστασιν, και το παράδειγμα τούτο ακολουθεί παραπόδας ο Π. Μαυρομιχάλης, προκηρύττων περί αυτής από τας Καλάμας προς όλον τον χριστιανικόν κόσμον.

Κατά την Πελοπόννησον, την λοιπήν Ελλάδα και όλην την Ευρώπην φαίνεται πρώτον ήδη η σφραγίς την οποίαν εχάραξεν ούτος, έχουσαν τον Σταυρόν, κύκλον δάφνης και επιγραφήν, την πλέον τιμαλφή, «ΣΦΡΑΓlΣ ΕΛΕΥΘΕΡlΑΣ»· επιγραφήν την οποίαν απεδέχθησαν και η Ήλις και άλλαι επαρχίαι. Του Γερμανού ο ζήλος εξάπτεται κοινός εις όλον της Ελλάδος το ιερατείον και εφάμιλλοι τούτου πάσχουν να αναδειχθώσιν ο Βρυσθένης Θεοδώρητος, ο Έλους Άνθιμος, ο Μωθώνης Γρηγόριος, ο Σαλώνων Ησαΐας, ο Καρύστου Νεόφυτος, ο Πρωτοσύγκελλος Αμβρόσιος Φραντζιάδης, ο Νεόφυτος Βάμβας, ο Ταλαντίου Νεόφυτος, ο Παροναξίας Ιερόθεος, ο Άρτης Πορφύριος και πλήθος άλλοι.»

Χριστοφόρου Περραιβού: Διάκος κι Επίσκοπος στην οδό του μαρτυρίου

Απομνημονεύματα πολεμικά

«Ο Διάκος, μαθών ότι ο εχθρός έφθασεν εις το Ζητούνι, συγκαλέσας τους συναγωνιστάς του, ωμίλησε τα εξής: «Αδελφοί Έλληνες! Έπειτα από τετρακοσίων χρόνων σκληράν σκλαβιάν, ο Θεός, ευσπλαγχνισθείς, απεφάσισε να μας δώση την ελευθερίαν, καθώς την εχαίροντο μίαν φοράν oι προπάτορές μας. Πλην διά να την απολαύσωμεν, πρέπει ν’ αποφασίσωμεν ν’ αποθάνωμεν με τα όπλα εις τας χείρας, και τότε ας την χαρώσιν oι μεταγενέστεροί μας. Ημείς ως τόσον θέλομεν απολαύσει τα δύο μεγαλήτερα καλά, τον παράδεισον και την αιώνιoν μνήμην των μεταγενεστέρων, επειδή διά τον σταυρόν και την ελευθερίαν αποθνήσκομεν· αν όμως δειλιάσωμεν τώρα, τότε αιωνίως εχάθημεν και ημείς και όλον το έθνος μας. Όθεν, όποιος αγαπά με την αλήθειαν την πίστιν και την πατρίδα, ας δράξη τα όπλα και ας έλθη μαζί μου».

Ταύτα ειπών, ο καλός πατριώτης έδραμεν αμέσως και κατέλαβεν, ως είρηται, την γέφυραν, θέσιν την πλέον σημαντικήν και κινδυνώδη, τον οποίον πολλοί ηκολούθησαν, αλλά, παρουσιασθέντος του κινδύνου, ολιγώτατοι τον εμιμήθησαν, εξαιρέτως ο Σεβασμιώτατος Επίσκοπος Σαλώνων Ησαΐας, όστις και έλαβεν τον ίδιoν στέφανον της δόξης με τον Διάκoν, φυλάξας την θέσιν του κατά το ευώνυμον του Διάκoυ, όπου ο εχθρός διέβαινε τον πόρον του ποταμού· και αφού εθυσίασεν ικανούς, απέθανεν και αυτός μαχόμενος υπέρ πίστεως και πατρίδος και υπέρ των ιδίων λογικών του προβάτων.»

Αλεξάνδρου Υψηλάντη: «Να υψώσωμεν το σημείον δι’ ου πάντοτε νικώμεν, τον Σταυρόν!»

Προκήρυξη

«Η ώρα ήλθεν, ω άνδρες Έλληνες!

Oι αδελφοί μας και φίλοι είναι πανταχού έτοιμοι· oι Σέρβοι, oι Σουλιώται και όλη η Ήπειρος οπλοφορούντες μας περιμένουν· ας ενωθώμεν λοιπόν με ενθουσιασμόν! Η Πατρίς μάς προσκαλεί!

Η Ευρώπη προσηλώνουσα τους οφθαλμούς της εις ημάς, απορεί διά την ακινησίαν μας· ας αντηχήσωσι λοιπόν όλα τα όρη της Ελλάδος από τον ήχον της πολεμικής μας σάλπιγγος και αι κοιλάδες από την τρομεράν κλαγγήν των αρμάτων μας. Η Ευρώπη θέλει θαυμάσει τας ανδραγαθίας μας, oι δε τύραννοι ημών τρέμοντες και ωχροί θέλουσι φύγη απ’ έμπροσθέν μας.

Oι φωτισμένοι λαοί της Ευρώπης ενασχολούνται εις την απόλαυσιν της ιδίας ευδαιμονίας και πλήρεις ευγνωμοσύνης διά τας προς αυτούς των προπατόρων μας ευεργεσίας, επιθυμούσι την ελευθερίαν της Ελλάδος.

Ημείς, φαινόμενοι άξιoι της προπατορικής αρετής και του παρόντος αιώνος, είμεθα ευέλπιδες να επιτύχωμεν την υπεράσπισιν αυτών και εις βοήθειαν πολλοί εκ τούτων φιλελεύθεροι θέλουσιν έλθη, διά να συναγωνισθώσι με ημάς. Κινηθείτε, ω φίλοι, και θέλετε ιδή μίαν κραταιάν δύναμιν να υπερασπισθή τα δίκαιά μας! Θέλετε ιδή και εξ αυτών των εχθρών μας πολλούς οίτινες, παρακινούμενοι από την δικαίαν μας αιτίαν, να στρέψωσι τα νώτα προς τον εχθρόν και να ενωθώσι με ημάς· ας παρρησιασθώσι με ειλικρινές φρόνιμα, η Πατρίς θέλει τους εγκολπωθή! Ποίος λοιπόν εμποδίζει τους ανδρικούς σας βραχίονας; Ο άνανδρος εχθρός μας είναι ασθενής και αδύνατος. Oι στρατηγοί μας έμπειροι και όλοι oι ομογενείς γέμουσιν ενθουσιασμού! Ενωθήτε λοιπόν, oι ανδρείοι και μεγαλόψυχοι Έλληνες! Ας σχηματισθώσι φάλαγγες εθνικαί, ας εμφανισθώσι πατριωτικαί λεγεώνες, και θέλετε ιδή τους παλαιούς εκείνους κολοσσούς του δεσποτισμού να πέσωσιν εξ ιδίων, απέναντι των θριαμβευτικών μας σημαιών. Εις την φωνήν της σάλπιγγός μας όλα τα παράλια του loνίoυ και Αιγαίoυ πελάγους θέλουσιν αντηχήση· τα ελληνικά πλοία, τα οποία εν καιρώ ειρήνης ήξευραν να εμπορεύωνται και να πολεμώσι, θέλουσι σπείρη εις όλους τους λιμένας του τυράννου με το πυρ και την μαχαίραν την φρίκην και τον θάνατον.

Ποία ελληνική ψυχή θέλει αδιαφορήση εις την πρόσκλησιν της Πατρίδος; Εις την Ρώμην ένας του Καίσαρος φίλος, σείων την αιματωμένην χλαμύδα του τυράννου, εγείρει τον λαόν. Tι θέλετε κάμη σεις, ω Έλληνες, προς τους οποίους η Πατρίς γυμνή δεικνύει μεν τας πληγάς της και με διακεκομμένην φωνήν επικαλείται την βοήθειαν των τέκνων της; Η θεία πρόνοια, ω φίλοι συμπατριώται, ευσπλαγχνισθείσα πλέον τας δυστυχίας μας, ηυδόκησεν ούτω τα πράγματα ώστε με μικρόν κόπον θέλομεν απολαύση με την ελευθερίαν πάσαν ευδαιμονίαν. Αν λοιπόν από αξιόμεμπτον αβελτηρίαν αδιαφορήσωμεν, ο τύραννος, γενόμενος αγριώτερος, θέλει πολλαπλασιάση τα δεινά μας και θέλομεν καταντήση διά παντός το δυστυχέστερον πάντων των εθνών.

Στρέψατε τους οφθαλμούς σας, ω συμπατριώται!, και ίδετε την ελεεινήν μας κατάστασιν· ίδετε εδώ τους ναούς καταπατημένους· εκεί τα τέκνα μας αρπαζόμενα, διά χρήσιν αναιδεστάτην της αναιδούς φιληδονίας των βαρβάρων τυράννων μας· τους οίκους μας γεγυμνωμένους∙ τους αγρούς μας λεηλατισμένους και ημάς αυτούς ελεεινά ανδράποδα.

Eίναι καιρός να αποτινάξωμεν τον αφόρητον τούτον ζυγόν, να ελευθερώσωμεν την Πατρίδα, να κρημνίσωμεν από τα νέφη την ημισέληνον, διά να υψώσωμεν το σημείον δι’ ου πάντοτε νικώμεν, λέγω τον Σταυρόν, και ούτω να εκδικήσωμεν την Πατρίδα και την ορθόδοξον ημών Πίστιν από την ασεβή των ασεβών καταφρόνησιν.

Μεταξύ ημών ευγενέστερος είναι όστις ανδρειωτέρως υπερασπισθή τα δίκαια της Πατρίδος και ωφελιμωτέρως την δουλεύσει. Το έθνος συναθροιζόμενον θέλει εκλέξη τους δημογέροντάς του και εις την ύψιστον ταύτην βουλήν θέλουσιν υπείκει όλαι μας αι πράξεις.

Ας κινηθώμεν λοιπόν με εν κοινόν φρόνημα, oι πλούσιοι ας καταβάλωσιν μέρος της ιδίας περιουσίας, oι ιερoί ποιμένες ας εμψυχώσωσι τον λαόν με το ίδιόν των παράδειγμα και oι πεπαιδευμένοι ας συμβουλεύσωσιν τα ωφέλιμα. Oι δε εν ξέναις αυλαίς υπουργούντες στρατιωτικοί και πολιτικοί ομογενείς, αποδίδοντες τας ευχαριστίας εις ην έκαστος υπουργεί δύναμιν, ας ορμήσωσιν όλοι εις το ανοιγόμενον ήδη μέγα και λαμπρόν στάδιον και ας συνεισφέρωσιν εις την πατρίδα τον χρεωστούμενον φόρον και ως γενναίoι ας ενοπλισθώμεν όλοι άνευ αναβολής καιρού με το ακαταμάχητον όπλον της ανδρείας και υπόσχομαι εντός ολίγου την νίκην και μετ’ αυτήν παν αγαθόν. Πoίoι μισθωτοί και χαύνοι δούλοι τολμούν να αντιπαραταχθώσιν απέναντι λαού πολεμούντος υπέρ της ιδίας ανεξαρτησίας; Μάρτυρες oι ηρωικοί αγώνες των προπατόρων μας· Μάρτυς η lσπανία, ήτις πρώτη και μόνη κατετρόπωσεν τας αηττήτους φάλαγγας ενός τυράννου.

Με την ένωσιν, ω συμπολίται, με το προς την ιεράν θρησκείαν σέβας, με την προς τους νόμους και τους στρατηγούς υποταγήν, με την ευτολμίαν και σταθερότητα, η νίκη μας είναι βεβαία και αναπόφευκτος· αυτή θέλει στεφανώση με δάφνας αειθαλείς τους ηρωικούς αγώνας μας· αυτή με χαρακτήρας ανεξαλείπτους θέλει χαράξη τα ονόματα ημών εις τον ναόν της αθανασίας, διά το παράδειγμα των επερχομένων γενεών. Η Πατρίς θέλει ανταμείψη τα ευπειθή και γνήσιά της τέκνα με τα βραβεία της δόξης και τιμής· τα δε απειθή και κωφεύοντα εις την τωρινήν της πρόσκλησιν θέλει αποκηρύξη ως νόθα και ασιανά σπέρματα και θέλει παραδώση τα ονόματά των ως άλλων προδοτών, εις τον αναθεματισμόν και κατάραν των μεταγενεστέρων.

Ας καλέσωμεν λοιπόν εκ νέου, ω ανδρείοι, και μεγαλόψυχοι Έλληνες, την ελευθερίαν εις την κλασικήν γην της Ελλάδος. Ας συγκροτήσωμεν μάχην μεταξύ του Μαραθώνος και των Θερμοπυλών. Ας πολεμήσωμεν εις τους τάφους των Πατέρων μας, oι οποίοι διά να μας αφήσωσιν ελευθέρους επολέμησαν και επέθανον εκεί. Το αίμα των τυράννων είναι δεκτόν εις την σκιάν του Επαμεινώνδου Θηβαίου και του Αθηναίου Θρασυβούλου, οίτινες κατετρόπωσαν τους τριάκοντα τυράννους∙ εις εκείνας του Αρμοδίου και Αριστογείτονος, oι oπoίoι συνέτριψαν τον Πεισιστρατικόν ζυγόν· εις εκείνην του Τιμολέοντος, όστις απεκατέστησε την ελευθερίαν εις την Κόρινθον και τας Συρακούσας, μάλιστα εις εκείνας του Μιλτιάδου και Θεμιστοκλέους, του Λεωνίδου και των Τριακοσίων, οίτινες κατέκοψαν τοσάκις τους αναριθμήτους στρατούς των βαρβάρων Περσών, των οποίων τους βαρβαρωτέρους και ανανδροτέρους απογόνους πρόκειται εις ημάς σήμερον με πολλά μικρόν κόπον να εξαφανίσωμεν εξ ολοκλήρου.

Εις τα όπλα λοιπόν, φίλοι, η Πατρίς μας προσκαλεί!»

Αλέξανδρος Υψηλάντης

Την 24η του Φεβρουαρίου 1821

Εις το γενικόν στρατόπεδον του Ιασίου

Ηλία Φωτεινού: Η ύψωση της σημαίας του Υψηλάντη

Oι άθλοι της εν Βλαχία Ελληνικής Επαναστάσεως το 1821

«Την 27ην του Μαρτίου, ημέραν Κυριακήν μετά μεσημβρίαν, κατά παρακίνησιν Αρχιμανδρίτου τινός Έλληνος, παπά Βασιλείου, φίλου και συνοπαδού του Γ. Ολυμπίου, προσκληθέντες δύο ιερείς, αγνoούντες ου ένεκα, εις τον οίκον του Βέλλιου, όπου ενέδρευεν ο Ι. Φαρμάκης, εκεί προητοιμασμένη ούσα η τρίχροος μεταξωτή σημαία, σύμβολα φέρουσα, εκ του ενός τον άγιον Κωνσταντίνον συν τη Ελένη με το σημείον του σταυρού και υπό αυτοίς το «εν τούτω νίκα», εκ δε του άλλου τον Φοίνικα με το «εκ της κόνεώς μου αναγεννώμαι» έκαμαν κατ’ επιταγήν λιτανείαν· έπειτα ο μεν εις ιερεύς, κρατών εν χερσί τον σταυρόν, ο δε το ιερόν ευαγγέλιον, και μεταξύ τούτων ο ενθουσιαστικώτατος Κωνσταντίνος Κυριάκου Αριστίας, φέρων επί ώμου αναπεπταμένην την ιεράν Σημαίαν, κατόπιν δε τούτων έως δέκα οπλοφόροι ξιφήρεις εξήλθον ομού του ρηθέντος οίκου ψάλλοντες το «έλαμψεν η χάρις σου σήμερον» κ.τ.λ. και μετά τούτο άδοντες τα φιλελεύθερα άσματα του αειμνήστου Ρήγα Φερραίου, το «δεύτε, παίδες των Ελλήνων», «φίλοι μου συμπατριώται» και το «ως πότε, παλληκάρια, να ζώμεν στα στενά» κ.τ.λ. και παρακολουθούμενοι εν τω μεταξύ από πλήθος πολύ άλλων οπλοφόρων εγκατοίκων και οπλομάχων φιλελευθέρων, εστάθησαν oι επί κεφαλής του πλήθους δύο ιερείς μετά του ρηθέντος σημαιοφόρου εις το τετράοδον της παλαιάς Κούρτης, εδεήθησαν εκεί υπέρ της σωτηρίας των ορθοδόξων χριστιανών, ευχάς, θυμιάματα και δάκρυα προς τον Θεόν αναπέμψαντες εκφώνησαν τρανώς το «Σώσον, Κύριε, τον λαόν Σου» κ.τ.λ. και ευθύς με ακατάπαυστον πυροβολισμόν επ’ αέρος άνευ σφαιριδίων δεν ηκούετο άλλο από το στόμα του πλήθους ειμή το «ζήτω η ελευθερία», εωσού επέστρεψαν εις την ρηθείσαν oικίαν· ανέπηξεν και ο Σημαιοφόρος ευτυχώς την σημαίαν επί του πυλώνος, τότε επροσκύνησαν πάντες αυτήν, επυροβόλησαν αύθις και τελευταίον έκραξαν μεγαλοφώνως το «και εις τας πύλας του Βυζαντίου». Μετά τούτο, oι μεν επανήλθον εις τα ίδια, oι δε, συνακολουθούντες αυθόρμητοι από ενθουσιασμόν, ήρχισαν να συγκατατάττωνται εις στρατολογίαν».

Μέσα από το αποκλεισμένο Μεσολόγγι

Ημερολόγιον Πολιορκίας Μεσολογγίου, στην εφημερίδα του «Ελληνικά Χρονικά»

«Μεσολόγγιον την 23 Αυγούστου.

Αρκετόν καιρόν εστερούμεθα εφημερίδας της Ευρώπης, και επομένως δεν εγνωρίζαμεν υπό ποίαν μορφήν παρεσταίνοντο εκείσε τα περί της πατρίδος μας. Εσχάτως λοιπόν λαβόντες μερικάς, με απορίαν μας απερίγραπτον βλέπομεν ότι oι πλείστοι των συντακτών αυτών, μακρόν του να κρίνωσι μετ’ απαθείας περί των κατά την Ελλάδα διατρεχόντων, ευαρεστούνται να δημοσιεύουν μάλλον ψεύδη, παραλογισμούς ή υποθέσεις πολύ κακώς θεμελιωμένας· και το χείριστον ακόμη, ότι εγκαταλείπουν εις την εσχάτην απελπισίαν την πτωχήν Ελλάδα και λέγουν ότι η επανάστασις της Πελοποννήσου εγγίζει εις το τέλος της. Ο Ρεσίτ πασάς θέλει βιάσει το Μεσολόγγιον να παραδοθή· και τότε τι ημπορούν πλέον να κάμουν αι νήσοι;

Αλλ’ oι άνθρωποι ούτοι κάμνουν λογαριασμούς εις τον αέρα, χωρίς να έχουν ποσώς ιδέαν μήτε περί των πράξεών μας, μήτε περί του χαρακτήρος των πολιτικών και στρατιωτικών οδηγών μας· όθεν και κατά τούτο δεν τους συνεριζόμεθα. Το μόνον εις αυτούς ασυγχώρητον είναι ο ειρωνικός τρόπος με τον οποίον εις πολλάς εφημερίδας των εκφράζονται και διά του οποίου κατατραυματίζουν τας αισθαντικάς και τας ωρκισμένας να αποθάνωσι διά την θρησκείαν του ΧΡlΣΤΟΥ καρδίας. Αι ειρωνείαι αύται είναι πλέον κεντηστικαί, παρά τας ύβρεις αυτάς των εχθρών μας Τούρκων· διό και κατ’ ορθόν λόγον δύναται τις να ονομάση μάλλον τους τοιούτους Τούρκους παρά Χριστιανούς. Ο πόλεμος της ανεξαρτησίας των Ελλήνων είναι ιερός επειδή είναι αγών υπέρ του ΣΤΑΥΡΟΥ, κατά της ημισελήνου· όθεν αν τα προς το παρόν επικρατούντα εν Ευρώπη πολιτικά συστήματα δεν επιτρέπουν την συνδρομήν των μαχομένων κατά του Μωαμεθανισμού πτωχών Χριστιανών, νομίζομεν ότι έπρεπε τα ίδια αυτά συστήματα να απαγορεύωσι την δημοσίευση τοιούτων σαρκασμών, γινομένων κατ’ ανθρώπων oι οποίοι πέντε έτη ολόκληρα έχουν προ οφθαλμών τον θάνατον, μόνον και μόνον διά να ζήσουν Χριστιανοί και ελεύθεροι πολίται.»

Διαβάστε εδώ:  Πώς παρουσιάζεται η Eλληνική Eπανάσταση του 1821 στα τουρκικά σχολικά βιβλία

Ν.Δ. Μακρή: Ο παπάς στις ντάπιες

Ιστορία του Μεσολογγίου

«Συχνότατα ήκουσα επαναλαμβανόμενον υπό των γονέων και των συμπολιτών μου, μεταξύ άλλων, και το εξής χαρακτηριστικόν επεισόδιον του σεβαστού ημών κλήρου.

«Ο εφημέριος του Αγίου Παντελεήμονος, ιερεύς Παπα-Παναγιώτης Μπουγάτσας, εκ Μποχωρίου, από της ενάρξεως της πολιορκίας και άμα ως ήρχισεν ο κανονιοβολισμός και το τουφέκι, μετέβαινεν εις την εκκλησίαν του, ελάμβανεν εις χείρας του τα άχραντα μυστήρια και ασκεπής με τον φανόν του υπό την βροχήν των σφαιρών περιήρχετο από προμαχώνος εις προμαχώνα και εκοινώνει τους ψυχορραγούντας, παρηγορών αυτούς διά λόγων καταλλήλων και εμψυχών τους μαχομένους διά του παραδείγματός του. Την μετ’ αληθούς αυταπαρνήσεως εκπλήρωσιν του ιερού τούτου καθήκοντος ουδεμίαν ημέραν παρέλειψεν. Ότε δ’ επεσκέφθη ο αείμνηστος Βασιλεύς Όθων κατά πρώτον το Μεσολόγγιον κατά το 1837 και παρουσιάσθη ενώπιόν του ο Παπα-Παναγιώτης, έτυχε να παρευρίσκηται εν τοις ανακτόροις και ο στρατηγός Μακρής, παρά του οποίου εζήτησε πληροφορίας περί του ιερέως αυτού, ο δε Μακρής απήντησεν ως εξής: «Μεγαλειότατε! Τον παπά αυτόν δίκαιον είναι να τον προσκυνούμεν ως άγιον διά τας μεγάλας του εκδουλεύσεις εις την πατρίδα και τον κόσμον». «Kαι οπoίαι εισίν αύται, Καπετάν Μακρή;». «Άκουσε, Μεγαλειότατε! Από την αρχήν του κλεισμού στο Μεσολόγγι ο παπάς αυτός η μόνη του δουλιά που έκανε ήτανε καθώς επιάνετο το τουφέκι, και ήτανε αυτό καθημερινό, είτε μέρα ήτανε είτε νύχτα, έτρεχε στην εκκλησία, έπαιρνε το δισκοπότηρο στα χέρια του και ξεσκούφωτος με το φαναράκι του επήγαινεν από τάπια σε τάπια και μεταλάβαινε τους ψυχομαχούντας και τους παρηγορούσε με καλά λόγια και εγκαρδίωνε τους άλλους να πολεμούν με όρεξιν και με ψυχήν διά να έχουν την βοήθειαν του Θεού. Σου ορκίζομαι στην πίστη μου, Μεγαλειότατε, ότι δεν πέρασε ημέρα, είτε νύχτα, να μην τον ιδώ εις την τάπια μου επάνω στο τουφέκι, καθώς να φέρνη γύρω όλαις ταις άλλαις τάπιες και μέσα εις την χώρα από σπίτι σε σπίτι και στο γιουρoύσι της εξόδου ήτανε μαζί μας και βόλι ή μπάλα δεν τον πείραξε· τότε δεν είναι άγιος ο παπάς αυτός;». Ο αείμνηστος Όθων, ακούσας πάντα ταύτα μετά προσοχής και συγκινήσεως, ηυχαρίστησε τον στρατηγόν Μακρήν διά τας αξιομνημονεύτους και χαρακτηριστικάς αυτάς της εποχής εκείνης πληροφορίας του και ιδιοχείρως προσήρμοσεν εις το στήθος του Παπα-Παναγιώτου το αργυρούν παράσημον του αγώνος ως και εκείνο του Σωτήρος, φιλοδωρήσας αυτόν και διά γενναίου χρηματικού ποσού. Η βασιλική αύτη πράξις, λαβούσα χώραν ενώπιον πολλών αγωνιστών, γινωσκόντων τα κατά τον ιερέα τούτον εξ ιδίας αντιλήψεως, κατηυχαρίστησε τους πάντας και επί πολλάς ημέρας ήτο το θέμα της ομιλίας μεταξύ των αγωνιστών, ευλογούντων το όνομα του αειμνήστου Βασιλέως Όθωνος».

Δ. Αινιάνος: Το θρησκευτικόν αίσθημα πηγή του Αγώνος

Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως

Κυριωτέρα αιτία του μεγάλου τούτου ενθουσιασμού φρονούμεν ότι ήτο το θρησκευτικόν αίσθημα. Ο λαός δεν εγνώριζε την ελευθερίαν, επομένως δεν ηδύνατο να έχη ειμή μόνον υλικάς ιδέας περί αυτής, δηλαδή ότι έμελλε ν’ απαλλαγή των καταπιέσεων και της αυθαιρεσίας των αρχόντων του, των υπερόγκων φόρων και άλλων τοιούτων καταδυναστεύσεων· όλα δε ταύτα, ή μέρος τουλάχιστον, ηδύνατο να τ’ απολαύση και άνευ επαναστάσεως, ως και απήλαυσαν τινά μέρη εξαιρετικά τινά προνόμια. Αλλά το θρησκευτικόν αίσθημα έκαμνε μεγάλην εντύπωσιν εις αυτόν. Εθεώρει εν μέλλον λαμπρόν, καθ’ ο ηδύνατο όχι μόνον να μην εκβιάζηται εις την άρνησιν της πίστεως αυτού, αλλά να κάμνη όλας τας ιεροτελεστίας του μ’ όλην την εξωτερικήν πομπήν, να κατασκευάζη ελευθέρως τους ναούς του, και τούτους με λαμπρότητα και πολυτέλειαν, να υψώση τα κωδωνοστάσια, από τα οποία θέλει αντηχεί ο ποικίλος κρότος των κωδώνων κατά τας επισήμους εκκλησιαστικάς εορτάς και να στήση τον σταυρόν επί των εκκλησιών όπως είναι το ημισέληνον επί των μιναρέδων. Όλα δε ταύτα ήτον αδύνατον άλλως να κατορθωθώσιν, ειμή δι’ επαναστάσεως και καταστροφής όχι της Οθωμανικής εξουσίας, αλλά των Οθωμανών εν γένει.

Από τοιαύτας ιδέας εκολακεύετο ο λαός της Ελλάδος· εμψυχούτο δε από ελπίδας επιτυχίας καθ’ όσον ο αγών έμελλε να είναι περί της πίστεως και η θεία αντίληψις έμελλε βεβαίως να βραβεύση τους υπέρ αυτής αγώνας του· ώστε η επανάστασις κατά πρώτον λόγoν πρέπει να θεωρηθή θρησκευτική, και κατά δεύτερον πολιτική. Τοιαύτη λοιπόν εργασία εθεωρήθη ως σταυροφορία κατά των απίστων, και διά τούτο πρώτος ο κλήρος ύψωσε την σημαίαν της επαναστάσεως και ευλόγησε τα πρώτα κινήματα του λαού.

Αλλ’ όσον μέγας και αν ήτον ο ενθουσιασμός, όσον σταθερά η απόφασις, τα μεγάλα εμπόδια, τα οποία έμελλον αφεύκτως ν’ απαντηθώσιν, ήτoν αδύνατον να μην κουράσωσι τον λαόν της Ελλάδος. Αφ’ ετέρου δε μία ήμερος και συγκαταβατική πολιτική, επερχομένη μετά τας πρώτας δοκιμασίας και αποτυχίας, ήθελε βεβαίως παρασύρει μέγα μέρος του λαού εις την ησυχίαν και την υποταγήν· αλλ’ ευτυχώς η Οθωμανική πoλιτική υπήρξεν όλως αντίθετος εις τα ίδια αυτής συμφέροντα. Ο θάνατος του Πατριάρχου και άλλων επισήμων κληρικών, εκτελεσθείς κατά την ημέραν του Πάσχα, προς εκφόβισιν ίσως, εθεωρήθη ως θρησκευτική περιφρόνησις· αι φυλακίσεις, oι φόνοι και αι αιχμαλωσίαι, γενόμεναι άνευ διακρίσεως, ενοχής ή αθωότητος και με τρόπον απηνή και απάνθρωπον, ενέπνευσαν τοσούτον τρόμον εις τους Έλληνας ώστε εθεώρησαν ότι ουδέν μέσον συμβιβασμού έμενε.

Ιερά σημαία του Σταυρού κυματίζει

Προκήρυξη των Μπότσαρη και Τζαβέλα

«Πάργιoι,

Ο όφις επατάχθη από τον Σταυρόν. Oι Σουλιώται πολεμούσιν υπέρ της ελευθερίας της Ηπείρου. Απομακρυνθήτε της χώρας της οποίας δεσπόζουσιν oι εχθροί υμών. Oι Έλληνες εισί δούλοι εκεί όπου κυματίζει η Βρεττανική σημαία. Oι Άγγλoι εισί φίλοι των βαρβάρων. Φύγετε, δράμετε υπό τας σημαίας ημών. Επίσης, υμείς, ευγενείς νέοι της Επτανήσου, λεοντόκαρδοι, αποβήτε εις τα παράλια ημών. Θα είσθε ο επίλεκτος λόχος. Η ιερά σημαία του Σταυρού κυματίζει απανταχού της Ηπειρωτικής ακτής. Πάργιoι και Επτανήσιοι, προσθέσατε τας δυνάμεις υμών προς τας των Σουλιωτών. Αι σημαίαι ημών φέρουσιν έναν σταυρόν και έναν στέφανον εκ δάφνης. Ελευθερία! Θρησκεία! Πατρίς! Ιδού το έμβλημα ημών. Η ειρήνη έστω μεθ’ υμών, αδελφοί. Ημείς λέγομεν την αλήθειαν, άλλοι δ’ εισίν εκείνοι οίτινες θέλουσι να εξαπατήσωσιν υμάς.

28 Ιoυνίoυ 1821

Oι οπλαρχηγοί

Μάρκος Βότσαρης

Κίτσος Τζαβέλας

Με τον Σταυρόν εμπρός

Ανακοινωθέν της Γ’ Εθνικής Συνελεύσεως

«Έλληνες!

Oι νόμιμοι πληρεξούσιοί σας, εις τους οποίους ενεπιστεύθητε την ελευθέραν ψήφον σας, νομίζοντες ιερώτατον χρέος των να προνοήσωσι διά την ασφάλειάν σας και τούτον μόνον τον σκοπόν έχοντες, έπραξαν προς το παρόν ό,τι αι σημεριναί περιστάσεις υπηγόρευσαν και όσον ο καιρός συνεχώρησε. Το λοιπόν είναι χρέος ιδικόν σας, χρέος ιερόν, να πείθεσθε εις την καθεστώσαν Διoίκησιν, να εκτελήτε προθύμως τας διαταγάς της, να συντελήτε με τας φυσικάς και ηθικάς του δυνάμεις έκαστος εις τον μέγαν σκοπόν, προς τον οποίον αφορώντες έκτον ήδη χρόνον αγωνιζόμεθα τον ιερόν τούτον αγώνα.

Άνδρες και νέοι, όσοι σεμνύνεσθε με του Χριστού το όνομα, όσοι έχετε αίμα ελληνικόν εις τας φλέβας σας, οπλίσατε τους ισχυρούς βραχίονας εναντίον του μισοχρίστου βαρβάρου, εναντίον του ασπόνδου εχθρού του ελληνικού ονόματος. Κλήρος, oι πρόκριτοι, oι πλούσιοι και ευκατάστατοι, συνδράμετε με τας γενναίας συνεισφοράς σας την κινδυνεύουσαν πατρίδα. Κοινός είναι ο αγών, κοινός ο πόλεμος και η αυτή τύχη προσμένει όλους, εάν αποκάμωμεν προς το τέλος του αγώνος μας.

Έλληνες! Όταν εμβήκαμεν εις το μέγα τούτο στάδιον, εκηρύξαμεν ενώπιον Θεού και ανθρώπων την σταθεράν μας απόφασιν, την οποίαν εβεβαιώσαμεν με δημοσίους όρκους και καθιερώσαμεν με τόσας θυσίας και αίματα. Ας δείξωμεν και πάλιν ότι είμεθα χριστιανοί· ότι είμεθα Έλληνες, πιστοί εις τον όρκον μας, σταθεροί εις την απόφασίν μας· και ότι με τον Σταυρόν εμπρός και με τα όπλα εις τας χείρας προτιμώμεν να καταβώμεν εις τους τάφους χριστιανοί και ελεύθεροι, παρά να ζήσωμεν σκλάβοι χωρίς θρησκείαν, χωρίς πατρίδα, χωρίς τιμήν, χωρισμένοι των συγγενών και φιλτάτων, «όνειδος τοις γείτοσιν ημών, μυκτηρισμός και χλευασμός τοις κύκλω ημών». Με την σταθεράν ταύτην απόφασιν ενικήσαμεν και νικώμεν τους τυράννους μας και βλέπομεν, τέλος πάντων, εντός ολίγου αποφασισμένην την τύχην μας από τους δικαίους κριτάς της τύχης των εθνών, των οποίων την συμπάθειαν είλκυσαν τα ανήκουστα δεινά μας.

Ταύτα διακηρύττουσα η Συνέλευσις των πληρεξουσίων, διαλύεται σήμερον, προσφέρουσα, ως εκ μέρους των ελληνικών λαών, των οποίων φέρει το πρόσωπον, πάσαν ευγνωμοσύνην προς τους γενναίως υπέρ του έθνους αγωνισθέντας κατά γην και θάλασσαν, και κατ’ εξοχήν προς την αθάνατον Φρουράν του Μεσολογγίου, την πρόμαχον της Ελλάδος, της οποίας η απαράμιλλος ανδρεία και σταθερότης έδειξαν τρανότατα εις όλον τον κόσμον ότι το ελληνικόν έθνος μάχεται υπέρ πίστεως και υπέρ πατρίδος.

Εγράφη εν Επιδαύρω τη 16 Απριλίου 1826

Ο Πρόεδρος της Εθνικής Γ’ Συνελεύσεως
Πανούτζος Νοταράς

Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος

Τις Θεός Μέγας ως ο Θεός ημών!

Ανακοινωθέν της Γ’ Εθνικής Συνελεύσεως

ΠΡΟΣΩΡlΝΗ ΔlΟlΚΗΣlΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΕΚΤΕΛΕΣΤlΚΟΥ

Διακηρύττει

Τις Θεός Μέγας ως ο Θεός ημών! Ο εχθρικός στόλος, ο οποίος εφάνη περί το Κάβο-Δόρο και μακρόθεν εφοβέριζε τας περικλεείς νήσους της Ύδρας και των Πετζών, ώστε και η διοίκησις ηναγκάσθη να προσκαλέση όλους τους ενταύθα οπλοφόρους να τρέξουν εις υπεράσπισιν αυτού του κέντρου της ελληνικής Ελευθερίας. Αυτός ο στόλος, ο οποίος συγκείμενος από εκατόν περίπου πλοία, πολεμικά και φορτηγά, έφερε στρατεύματα, τροφάς, πολεμοφόδια παντός είδους διά να συντελέση εις τον αφανισμόν της Ελλάδος, διεσκορπίσθη, ύστερον από πεισματώδη και ένδοξον διά τους ανδρείους ναύτας μας μάχην, μεταξύ του Καβο-Δόρου και της Άνδρoυ την 20 και 21 του παρόντος μηνός· και ο υπερήφανος Τοπάλ Πασάς, μόλις διασωθείς, καταδιώκεται με εικοσιεπτά μόνον πλοία, αντί των εκατόν, από την Βαν Moίραν του ελληνικού στόλου. Η ναυαρχίς, το μεγαλύτερον πλοίον του εχθρικού στόλου, εις το οποίον όμως δεν ευρέθη ο ίδιος ο Ναύαρχος, γνωρίζων ίσως εκ πείρας ότι κατ’ αυτού διευθύνεται ο σύμμαχος των Ελλήνων «Ήφαιστος» και άλλη μικροτέρα φεργάτα, κατεκάησαν, μεταξύ της συμπλοκής, από τους ανδρείους και επιτηδείους εμπρηστάς μας· διάφορα άλλα πολεμικά, εν οις και μία φεργάτα, διεσκορπισμένα και διωκόμενα, έπεσαν εις τας νήσους της Σύρας και Τήνου· πολλά φορτηγά εσυλλήφθησαν και μετεφέρθησαν εις τας νήσους Ύδρας και Πετζών, τα δε λοιπά περιπλανώνται εις το Αιγαίoν Πέλαγος, έως να γενούν και αυτά αντάξια της ελληνικής ανδρείας λάφυρα.

Ό,τι μας προμηνύει μετά μεγάλης πιθανότητος τον παντελή εξολοθρευμόν του Βυζαντινού στόλου είναι ότι χθες, από πρωίας, και η πρώτη Moίρα του Ελληνικού στόλου, ευρεθείσα περί την Μήλον και ειδοποιηθείσα τον καταδιωγμόν του εχθρικού, έτρεξε και αυτή κατόπιν, διά να μην δώση εις αυτόν καιρόν να διασωθή. Τοιαύτα εστάθησαν τα λαμπρά κατορθώματα των ενδόξων Αρχηγών και Ναυτών της Βας Μοίρας, κατορθώματα τα οποία αμαρτάνομεν εάν δεν αποδώσωμεν εις την Θείαν αντίληψιν, την μόνην ικανήν να κατορθώση τοιαύτα θαύματα· Ναι, εις αυτήν πρέπει να τ’ αποδώσωμεν.

Έλληνες! Όλοι ομοφώνως πρέπει να κράξωμεν «ΤΙΣ ΘΕΟΣ ΜΕΓΑΣ ΩΣ Ο ΘΕΟΣ ΗΜΩΝ!». Αλλά από την πραγματικήν βεβαιότητα οπού έχομεν αυτής της θείας αντιλήψεως εγκαρδιούμενoι, πρέπει και να τρέξωμεν με αδελφικήν ομόνοιαν, διά να εξομοιώσωμεν τα κατά την ξηράν έργα με τα κατά την θάλασσαν. Ολιγάριθμα και μικρά Ελληνικά πλοία αντιπαρατάττονται με πολλά και μεγάλα και αναπληρούν τον αριθμόν και το μέγεθος με την τόλμην και προθυμίαν, και θέλετε υποφέρει ολιγάριθμα ουτιδανά της Αιγύπτου ανδράποδα να φοβερίζουν τους Νικητάς των πολυαρίθμων και ανδρείων ταγμάτων του Δράμαλη;

Ανδρείοι Πελοποννήσιoι! Τρέξατε όλοι, μικροί και μεγάλοι, να εκδικηθήτε τα μέχρι τούδε παθήματά σας. Γενναίοι Στερεοελλαδίται! Όσον πολυάριθμος και αν είναι ο εχθρός ο οποίος εσκέπασε την Πατρίδα σας, τόσον ευκολώτερα θέλετε τους αφανίση τώρα, ότε oι Ανδρείοι Ναύται μας του αφαίρεσαν τας τροφάς και πολεμοφόδια, τα οποία έφερεν εις αυτόν ο Βυζαντινός στόλος, και διέλυσαν ολοτελώς το μεγάλον του σχέδιον κατά της Στερεάς Ελλάδος, χωρίς ν’ αφήσουν εις αυτόν ελπίδα θαλασσίου βοηθείας· μιμηθείτε όλοι το παράδειγμα των θαλασσινών και η εφετεινή καταστροφή του εχθρού θέλει επισφραγίσει τον πενταετή αγώνα της Ανεξαρτησίας, θέλει στερεώσει τον θρίαμβον του ΣΤΑΥΡΟΥ κατά της Ημισελήνου, θέλει καταστήσει ευτυχές και επίφθονον το Ελληνικόν Έθνος.

ΕΝ ΝΑΥΠΛlΩ ΤΗ 14 ΜΑΪΟΥ 1825

Ο Αντιπρόεδρος

ΓΚlΚΑΣ ΜΠΟΤΑΣΗΣ

Ο Γενικός Γραμματέας

Α. ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ

Σημαία Ελευθερίας και Σύμβολον Τιμίου Σταυρού

Προκήρυξη Οπλαρχηγών

Φιλογενέστατοι, πρόκριτοι στρατηγοί και λοιποί ομογενείς της νήσου Ύδρας και Σπετζών.

Άρχοντες αδελφοί, ο υπέρ του κοινού συμφέροντος και της ελευθερίας απαράμιλλος ζήλος σας εξυπνεί εις καθ’ ένα τα χρέη οπού η πατρίς οφείλει εις την γενναιότητά σας· μήτε θαρρούμεν να ευρεθή καθ’ όλην την Ελλάδα άνθρωπος τοσούτον αναίσθητος ώστε να μη βλέπη τα καθημερινά και αλλεπάλληλα αποτελέσματα της ανδρείας σας, τα πτερόεντα πλοία του θεοφρουρήτου υμών στόλου, περιπλέοντα αενάως και προσεκτικώς τας νήσους και παραθαλάσσια του Αιγαίoυ πελάγους, ενώ αποκόπτουσι θαυμασίως κάθε εχθρικήν έξοδον, εγείρουσιν εις κάθε μίαν εξ αυτών την λαμπράν της ελευθερίας σημαίαν υπό το σύμβολον του Τιμίου Σταυρού, ώστε δεν δύνανται να αρνηθώσιν ότι εις τους θεοφυλάκτους στόλους σας οφείλουν αναντιρρήτως τας απαρχάς της γλυκυτάτης ελευθερίας των, η Ελλάς άπασα τέλος πάντων θεωρούσα τους αλλεπαλλήλους θριάμβους σας ετοιμάζει ανδριάντας της φιλογενείας σας και η αθανασία ετοιμάζεται να υποδεχθή τα λαμπρά σας ονόματα, ημείς φανταζόμενοι ότι θέλει είμεθα oι κάτοικοι μιας και της αυτής πατρίδος καυχώμενοι υπερχαίρομεν κατά τούτο, παρακαλούντες και αύθις ν’ αξιωθώμεν εν τάχει της αδελφικής μας αιτήσεως, μένοντες ως υποσημειούμεθα.

Τω α’ έτει της ελευθερίας.

Της φιλογενεστάτης ευγενείας oι πρόθυμοι αδελφοί

Ο Αρχιμανδρίτης Σωτήριος Χαραλάμπης, Ανδρέας Ζαήμης, Λυμπέρης Θεοχαρόπουλος, Γρηγόριος Δικαίoς, Αθανάσιος Κανακάρης, Κανέλλος Δελιγιάννης, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης

Αόκνως ενθαρρύνων με την θείαν ελπίδα…

Αποδεικτικόν εις τον Επίσκοπον Ρωγών

1825 Αυγούστου 16, εν Μεσολογγίω

Άπαντες οι το πολιορκούμενον Μεσολόγγιον αγρύπνως διαφυλάξαντες στρατηγοί, αντιστράτηγοι και χιλίαρχοι, οι υπογεγραμμένοι, αποδεικνύομεν διά του παρόντος ότι ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ, ως εξ ακοής βεβαίως εμάθομεν μερικοί και μερικοί είδομεν την Θεοφιλίαν του με τα ομμάτιά μας, εστάθη εις αυτήν την πόλιν και εις την πρώτην πολιορκίαν, την επί του Ομέρ-πασά και Κιουταχή, και εις μεν την δευτέραν του Σκόνδα-πασά, γενναίος και ακαταπτόητος, συνκινδυνεύσας τοις πολεμικοίς και συναγωνισθείς τοις πολιτικοίς και αόκνως καθ’ ημέραν δεήσεις, παρακλήσεις και λιτανείας εκτελών προς Θεόν υπέρ ελευθερώσεως της Ελλάδος αμισθί. Ωσαύτως δε και εις την παρούσαν, φρικωδεστάτην πολιορκίαν του Κιουταχή εστάθη γενναίος και ακαταπτόητος, καθ’ ημέραν περιερχόμενος εις τους προμαχώνας του φρουρίου τούτου και κατά νύκτα, ενθαρρύνων με την θείαν ελπίδα άπαν το στρατόπεδον και με την δύναμιν του Tιμίoυ Σταυρού παρακλήσεις τε και λιτανείας ποιών εν πάσαις ταις εκκλησίαις ακαταπαύστους, επισκεπτόμενος και παρηγορών τους πληγωμένους αόκνως και επιμελώς και κηδεύων τους θανατωθέντας σχεδόν άπαντας με πόνον και συμπάθειαν ψυχικήν του, χωρίς να αποβλέψη εις χρηματικήν απόλαυσιν και χωρίς να απολαμβάνη εκ της ενταύθα τοπικής Διοικήσεως μηνιαίον μισθόν ή τροφήν. Εις ένδειξιν λοιπόν των πιστών εκδουλεύσεών του και του μεγάλου προς την Ελλάδα πατριωτισμού του, δεδώκαμεν το παρόν αποδεικτικόν προς την Θεοφιλίαν του.

Γεώργιος Κίτζος, Νότης Μπότζαρης, Βασίλειος Χασάπης, Γ. Βαλτινός, Λάμπρος Φωτομάρας, Φώτος Μπούμπουνας, Κώνστας Βλαχόπουλος, Σπύρος Λαμπρόπουλος, Σωτήρος Κοντζουμάνης, Σπύρος Σκυλοδήμας, Κίτζος Τζαβέλλας, Δημήτρης Μακρής, Νικολός Στορνάρης, Μήτζος Κοντογιάννης, Λάμπρος Βέικου, Ανδρέας Ίσκου, Αποστολάκης Μουσούνης, Χρίστος Φωτομάρας, Κωνσταντής Βέρρης, Κώστας Δρούνης, Γεώργης Νταλάσας.