Η ελληνική γλώσσα έπρεπε να αποτελεί «πύρινο όπλο» της χώρας μας

Loading...


Μπορεί ο να υποστηρίζει πολλά αμφιλεγόμενα, όμως στο θέμα της είναι διαπρύσιος κήρυκας της ορθής διδασκαλίας της.

Δεν γνωρίζω πόσο θα αφήσουν τον Ζουράρι στο υπουργείο α-Παιδείας, και πόσο θα του επιτρέψουν να επαναφέρει την διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας. Μπορεί ο Ζουράρις να υποστηρίζει πολλά αμφιλεγόμενα, όμως στο θέμα της γλώσσας είναι διαπρύσιος κήρυκας της ορθής διδασκαλίας της.
Μιλώντας στο «Θέμα» εστιάζει κυρίως σε ζητήματα παιδείας. «Είναι απαράδεκτο τα παιδιά στο σχολείο να διδάσκονται απίστευτες ηλιθιότητες από λογοτέχνες μετά την εμμηνόπαυση, με εθνική κυτταρίτιδα και χρήση 66 λέξεων». Με μία και μόνη φράση ο υφυπουργός καταρχήν καταδικάζει τους πειραματισμούς με δήθεν εκσυγχρονιστική προσέγγιση που έχει υιοθετηθεί τα τελευταία χρόνια για τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας στο Δημοτικό, το Γυμνάσιο και το Λύκειο.
Και περαιτέρω ο Κ. Ζουράρις αναλύει την άποψή του ότι «υπάρχει μια απαράβατη τεχνική για τη διδασκαλία των ελληνικών: η γλώσσα διδάσκεται με καλά λογοτεχνικά κείμενα, στρωτά, ώστε να εμπλουτίζονται το λεξιλόγιο και οι γλωσσικές δεξιότητες του μαθητή».
Με αφορμή τα ανωτέρω, θα μού επιτραπεί σήμερα να παραθέσω τα υπόλοιπα αποσπάσματα από ένα άγνωστο κείμενο, του Σέρβου Βασιλιά Στεφάνου Νεμάνια προς τον γιο του, στο οποίο περιγράφει την σπουδαιότητα της διατήρησης της εθνικής γλώσσας αναλλοίωτης, και στο οποία αναφέρθηκα πριν από πολύ καιρό. Αξίζει τον κόπο αν το διαβάσει κάποιος, λαμβάνοντας υπόψη φυσικά, ότι το κείμενο γράφηκε πριν από πολλούς αιώνες.
«Ο άνθρωπος μαθαίνει τη γλώσσα του σε μια χρονιά. Δεν την ξεχνάει όσο είναι ζωντανός. Ο λαός δεν την ξεχνάει όσο υπάρχει. Την ξένη γλώσσα ο άνθρωπος τη μαθαίνει επίσης σε μια χρονιά. Τόσο του επιτρέπεται ν’ απαρνηθεί τη γλώσσα του και ν’ αρπάξει την ξένη. Αγαπητό μου τέκνο, αυτό είναι τούτη η επιδημία και η καταστροφή της γλώσσας, όταν ένας-ένας οι άνθρωποι αρχίζουν ν’ απαρνούνται τη γλώσσα τους και ν’ αρπάζουν την ξένη, είτε τους είναι για καλύτερο, είτε εφιάλτης.
Κι εγώ, τέκνο μου, μεταχειρίστηκα στις εκστρατείες μου τη γλώσσα σαν το πιο επικίνδυνο όπλο. Κι εγώ άφησα επιδημίες κι εφιάλτες στις γλώσσες τους μπροστά από [; λέξη δυσανάγνωστη στο χειρόγραφο] μου.
» Κατά τις πολιορκίες και πολύ μετά έστειλα τσομπάνηδες, χωριάτες, τεχνίτες και νομάδες να πλημμυρίσουν τις πόλεις και τα χωριά τους σαν υπηρέτες, δούλοι, έμποροι, ληστές, πόρνοι και πόρνες. Οι πολέμαρχοί μου και οι [; λέξη δυσανάγνωστη στο χειρόγραφο] έφτασαν στο μισό της κατακτημένης χώρας και των πόλεων. Περισσότερο κατέκτησα τα βασίλεια με τη γλώσσα παρά με το ξίφος.
» Πρόσεξε, τέκνο μου, τους αλλόγλωσσους. Έρχονται απαρατήρητοι, δεν ξέρεις πότε και πώς. Σου υποκλίνονται και σου κρύβονται σε κάθε βήμα. Κι επειδή δεν ξέρουν τη γλώσσα σου, σε κολακεύουν και σε καλοπιάνουν, όπως το κάνουν τα σκυλιά. Ποτέ μ’ αυτούς δεν ξέρεις τι σκέφτονται, ούτε μπορείς να ξέρεις, διότι συνήθως σιωπούν.
» Αυτοί είναι που έρχονται πρώτοι να ανιχνεύσουν πώς είναι η κατάσταση και προδίδουν στους άλλους, και να τους μπροστά σου να έρπουν μέσ’ στη νύχτα σε αδιάσπαστες σειρές, σα μυρμήγκια όταν βρίσκουν τροφή. Μια μέρα ξημερώνεις περικυκλωμένος από ένα σωρό αλλόγλωσσους απ’ όλες τις πλευρές. Γίνονται όλο πιο θορυβώδεις κι εκκωφαντικοί. Τώρα δεν παρακαλούν πια, ούτε ζητιανεύουν, αλλά απαιτούν και αρπάζουν. Κι εσύ μένεις στη δική σου χώρα, που είναι όμως πια ξένη. Δεν έχεις άλλη λύση από τους να τους διώξεις ή να φύγεις, ό,τι σου φαίνεται πιο εφικτό.
» Σε μια χώρα που την κατακτούν έτσι οι αλλόγλωσσοι, δεν πρέπει να στείλει κανείς στρατό. Ο στρατός τους φτάνει εκεί να πάρει ό,τι κατέκτησε ήδη η γλώσσα.
Η γλώσσα είναι, τέκνο μου, ισχυρότερη από οποιαδήποτε έπαλξη. Όταν οι εχθροί σού γκρεμίζουν όλες τις επάλξεις και τα κάστρα, εσύ μην απελπίζεσαι, αλλά κοίτα και άκου τι γίνεται με τη γλώσσα. Αν η γλώσσα έχει παραμείνει ανέπαφη, μη φοβάσαι. Στείλε κατασκόπους και εμπόρους να πάνε βαθειά μέσ’ στα χωριά και τις πόλεις και ν’ ακούνε.
» Εκεί όπου αντηχεί η λέξη μας, εκεί όπου ακόμη ο λόγος και όπου ακόμη, σαν παλιό χρυσό νόμισμα, κυκλοφορεί η λέξη μας, μάθε, τέκνο μου, ανεπιφύλακτα ότι αυτό είναι ακόμη το κράτος μας, όποια και να ’ναι η κυβέρνησή του. Οι τσάροι αλλάζουν, τα κράτη καταρρέουν, αλλά η γλώσσα και ο λαός είναι αυτά που σου μένουν, κι έτσι το κατακτημένο μέρος της χώρας και του λαού αργά ή γρήγορα θα επιστρέψει πάλι στη γλωσσική του κοιτίδα και στον λαό των προγόνων του.
» Να θυμάσαι, τέκνο μου, ότι κάθε κατάκτηση και απώλεια δεν είναι τόσο επικίνδυνη για τον λαό, όσο είναι επικίνδυνη για τη γενιά. Αυτές μπορούν να βλάψουν μόνο μια γενιά, αλλά όχι ένα λαό. Ο λαός αντέχει περισσότερο στον χρόνο, τέκνο μου, από τη γενιά και από κάθε κράτος.
Αργά ή γρήγορα ο λαός θα ενωθεί, όπως το νερό, μόλις το χωρίζουν τα φράγματα που το διασπούν. Και η γλώσσα, τέκνο μου, η γλώσσα είναι τούτο το νερό, πάντοτε ίδιο και από τις δυο πλευρές του φράγματος, που -σα γαλήνια και ισχυρή δύναμη που διαβρώνει τα φράγματα- θα ενώσει πάλι τον λαό σε μια πατριά και ένα κράτος.