Ένας αξέχαστος διάλογος με τον Άγιο Σιλουανό τον Αθωνίτη.

Loading...


Ενθυμούμεθα την διήγησιν αυτού περί τινος σπουδαίου ρώσου ασκητού, του Πατρός Στρατονίκου, όστις ήλθεν εκ του Καυκάσου, ίνα επισκεφθή το Άγιον Όρος.

Ο Πατήρ Στρατόνικος είχε σπάνιον χάρισμα λόγου και προσευχής μετά δακρύων.

Ανήγειρε πολλούς ερημίτας και μοναχούς του Καυκάσου από της εξασθενήσεως και της ακηδίας εις νέους αγώνας, εξηγών εις αυτούς τα μυστήρια του πνευματικού πολέμου. Και εν τω Άθωνι ο πατήρ Στρατόνικος εγένετο δεκτός υπό του κύκλου των ασκητών μετά πολλής αγάπης.

Ο πλήρης εμπνεύσεως λόγος αυτού προεκάλεσεν εις πολλούς βαθείαν εντύπωσιν. Η πλουσία διάκρισις, ο ωραίος και δυνατός νους, το δώρον της αληθούς προσευχής, η ευρεία αυτού πείρα, το παν κατέστησεν αυτόν εξέχουσαν μορφήν εν μέσω των ασκητών.

Διέμεινεν εν Αγίω Όρει σχεδόν δύο μήνας και ήδη ελυπείτο, διότι ματαίως υπέστη τον πολύν κόπον της μακράς πορείας χάριν «ωφελείας». Αι συναντήσεις αυτού μετά των μοναχών του Άθω δεν επλούτισαν τας γνώσεις αυτού.

Ήλθε λοιπόν εις τον πνευματικόν του Μοναστηρίου του Αγίου Παντελεήμονος, τον Γέροντα Αγαθόδωρον, και διηγούμενος την λύπην αυτού παρεκάλεσεν αυτόν όπως υποδείξη τινά εκ των πατέρων, μετά του οποίου θα ήτο δυνατόν να συνομιλήση περί της υπακοής και των άλλων έργων του μοναχού. Ο Γέρων Αγαθόδωρος συνέστησεν εις αυτόν να επισκεφθή το «Παλαιόν Ρωσικόν», όπου κατ’ εκείνον τον καιρόν (προ του πολέμου του 1914) είχον συναχθή σπουδαίοι τινες ασκηταί εκ των αδελφών της Μονής.

Το Παλαιόν Ρωσικόν κείται επί ορεινήν περιοχήν, εις ύψος 250 περίπου μέτρων από του επιπέδου της θαλάσσης, κατ’ ανατολάς της Μονής εις απόστασιν μιας περίπου ώρας. Εκεί εκρατείτο αυστηρότερον ασκητικόν τυπικόν ή εν τω Μοναστηρίω. Ο τόπος είναι έρημος, ήσυχος, και δια τούτο προς αυτόν είλκοντο οι μοναχοί επιποθούντες μεγαλυτέραν απομόνωσιν χάριν της ασκήσεως της νοεράς προσευχής. Εκεί τότε έζη και ο Πατήρ Σιλουανός.

Ο Πατήρ Στρατόνικος εγένετο δεκτός εις το Παλαιόν Ρωσικόν μετά μεγάλης αγαθοφροσύνης. Συνωμίλησε πολύ μετά των Πατέρων και κατ’ ιδίαν και καθ’ ομάδας. Την ημέραν εορτής τινος ο Γέρων Δοσίθεος εκάλεσεν αυτόν εις το κελλίον αυτού μετά τινων άλλων μοναχών, μεταξύ των οποίων ήσαν οι Πατέρες Βενιαμίν της Καλλιάγρας, Ονησιφόρος και Σιλουανός.

Η συνομιλία υπήρξε πλουσία εις περιεχόμενον. Ο Πατήρ Στρατόνικος είχε την προτεραιότητα ουχί μόνον ως φιλοξενούμενος, αλλά και κατά το χάρισμα του λόγου, δια του οποίου συνήρπαζε τους παρευρισκομένους. Ο Πατήρ Σιλουανός, ως ο νεώτερος των παρισταμένων, εκάθητο εις την γωνίαν του κελλίου και εσιώπα ακούων προσεκτικώς πάντα λόγον του καυκασιανού ασκητού. Μετά την συνομιλίαν ο Πατήρ Στρατόνικος, όστις δεν είχεν εισέτι συναντηθή μετά του Πατρός Σιλουανού κατ’ ιδίαν, εξέφρασεν εις αυτόν την επιθυμίαν να επισκεφθή αυτόν εις την «καλύβην»[1] αυτού. Συνεφώνησαν δια την τρίτην ώραν της επομένης ημέρας. Κατ’ εκείνην την νύκτα ο Πατήρ Σιλουανός πολύ προσηυχήθη, όπως ο Κύριος ευλογήση την συνάντησιν και την συνομιλίαν αυτών.

Ο Πατήρ Στρατόνικος ήλθε κατά την ορισθείσαν ώραν. Η συνομιλία μεταξύ των δύο ασκητών ήρχισεν ευκόλως και ευθύς έλαβε τον ποθούμενον χαρακτήρα. Και ο είς και ο έτερος πνεύματι ήσαν συνεχώς ορμώμενοι προς τον αυτόν σκοπόν και ο νους αυτών αδιαλείπτως κατείχετο υπό των αυτών προβλημάτων, τα μόνα ουσιώδη δι’ αυτούς.

Την προηγουμένην ημέραν ακούων μετά προσοχής ο Σιλουανός τον Πατέρα Στρατόνικον, παρετήρησεν ότι ο τελευταίος ωμίλει «εκ του νοός αυτού» και ότι οι λόγοι αυτού περί της συναντήσεως του ανθρωπίνου θελήματος μετά του θελήματος του Θεού και περί της υπακοής ήσαν «ασαφείς».

Ήρξατο την συνομιλίαν δια τριών ερωτήσεων:

«Πώς ομιλούν οι τέλειοι»;
«Τί σημαίνει να παραδίδης εαυτόν εις το θέλημα του Θεού»;
«Εις τι συνίσταται η ουσία της υπακοής»;

Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης
Ως φαίνεται, η θαυμαστή εκείνη ατμόσφαιρα πνεύματος, εντός της οποίας ευρίσκετο ο Σιλουανός, επέδρασεν αμέσως επί του Πατρός Στρατονίκου. Ησθάνθη την σπουδαιότητα και το βάθος των ερωτήσεων και παρέμεινε σκεπτικός. Κατόπιν μικράς σιωπής είπεν:
– Αυτό δεν το γνωρίζω … Σεις να μοι ειπήτε.

Ο Σιλουανός απεκρίθη:

– Οι τέλειοι ουδέν λέγουν εξ εαυτών … Ούτοι λέγουν μόνον ό,τι το Πνεύμα δίδει εις αυτούς.
Ο Πατήρ Στρατόνικος κατ’ εκείνην την στιγμήν πιθανώς έζησε την κατάστασιν περί της οποίας ωμίλει ο Σιλουανός. Απεκαλύφθη εις αυτόν νέον μυστήριον της πνευματικής ζωής έως τότε άγνωστον εις αυτόν: το μυστήριον της εν τη καρδία γεννήσεως λόγου εμπεπνευσμένου υπό της Θείας χάριτος. Ησθάνθη τα κενά αυτού κατά το παρελθόν, ηννόησεν ότι ήτο μακράν εισέτι της τελειότητος – σκέψις ήτις δεν ήλθεν εις αυτόν κατόπιν τοσούτων συναντήσεων μετά μοναχών, κατά τας οποίας ήτο οφθαλμοφανής η υπεροχή αυτού· και όμως συνηντάτο μετά πολλών και εξαιρέτων ασκητών. Μετ’ ευγνωμοσύνης προσέβλεψεν εις τον Σιλουανόν.
Του πρώτου ερωτήματος απαντηθέντος εν τω βάθει της ψυχής αυτού δι’ υπαρκτικής πείρας της καταστάσεως αυτής, την οποίαν έλαβε δια της προσευχής του Πατρός Σιλουανού, η αφομοίωσις των δύο άλλων ήτο πλέον εύκολος.

Παρέτεινον τον λόγον συνομιλούντες περί προσευχής. Ο Πατήρ Στρατόνικος έλεγεν ότι, εάν η προσευχή τελήται άνευ δακρύων, τούτο σημαίνει ότι δεν έφθασε το τέρμα αυτής, και δια τούτο παραμένει άκαρπος. Εις τούτο ο Σιλουανός προσέθεσεν ότι τα δάκρυα κατά την προσευχήν, ως και πάσα άλλη σωματική δύναμις, δύνανται να εξαντληθούν. Τότε ο νους εκλελεπτυσμένος υπό του πένθους διαβαίνει εις λεπτήν τινα «αίσθησιν» Θεού και καθαρός παντός λογισμού εν ησυχία θεωρεί τον Θεόν. Και τούτο δυνατόν να είναι πολυτιμότερον και των δακρύων.
Ο Πατήρ Στρατόνικος ανεχώρησεν ευγνώμων. Κατόπιν επεσκέφθη επανειλημμένως τον Σιλουανόν, και μέχρι του τέλους της εν τω Άθωνι παραμονής αυτού διετηρήθη αμοιβαίως μεγάλη αγάπη. Εις τινα των επομένων επισκέψεων αυτού επεβεβαίωσε τον λόγον του Σιλουανού περί δακρύων και προσευχής. Ήτο φανερόν ότι ο Θεός έδωκεν εις αυτόν να γνωρίση δια πείρας και εκείνην την κατάστασιν.

[1] Την Καλύβην ταύτην έκτισεν ο Γέρων εις απόστασιν 5’-6’ λεπτών νοτιοανατολικώς των κτισμάτων των αδελφών χάριν απομονώσεως.

από το βιβλίο «Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης» σελ. 47-49

ευχαριστούμε θερμά τον κ. Θεολόγο Παπαδόπουλο
για την αποστολή του κειμένου.