Συνοδικό σύστημα της Ορθόδοξης Εκκλησίας και η πορεία προς την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο

Loading...


Επιμέλεια κειμένου: Ρένος Κωνσταντίνου, θεολόγος.

Ακρογωνιαίος λίθος και ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της Ορθόδοξης Εκκλησίας είναι το Συνοδικό σύστημα ή πιο απλά ησυνοδικότητα. Το Συνοδικό σύστημα αποτελεί τρόπο οργάνωσης του εκκλησιαστικού βίου σε όλες τις εκφάνσεις του, λήψης αποφάσεων, μέσο αλλά και σημείο της εκκλησιαστικής ενότητας ήδη από τα πρώτα βήματα της Μίας, Αγίας Εκκλησίας. Αποτελεί συνάμα έκφραση της δημοκρατικότητας της Εκκλησίας μέσα από τη συλλογική λήψη αποφάσεων.

Οι απαρχές του Συνοδικού συστήματος εντοπίζονται στην Αποστολική Σύνοδο(Ιεροσόλυμα, 49 μ.Χ.), όπου ακριβώς ανευρίσκεται ο ορισμός, τα χαρακτηριστικά και η σημασία του. Οι πρώτοι χριστιανοί συγκροτήθηκαν ως σώμα με σκοπό την αντιμετώπιση ζητημάτων της εκκλησιαστικής κοινότητά τους, τα οποία απειλούσαν την ειρήνη στους κόλπους της και την ενότητά της. Η αγιογραφική μαρτυρία δεν αφήνει καμία αμφιβολία ότι επρόκειτο για συμμετοχική διαδικασία, στην οποία έλαβαν μέρος με την ιδιότητά τους ως μελών του σώματος της Εκκλησίας του Χριστού οι απόστολοι και οι πρεσβύτεροι (Πράξ. 15, 6-11), καθώς και το «πλήθος των αδελφών», δηλαδή «όλα τα μέλη της Εκκλησίας», όπως χαρακτηριστικά ερμηνεύουν οι Π. Τρεμπέλας [1] (15, 12 και 22) και Ν. Ματσούκας αντίστοιχα[2].

Απλά να σημειώσουμε ότι η Αποστολική Σύνοδος συνήλθε με αφορμή το γεγονός ότι οι εξ Ιουδαίων χριστιανοί δεν δέχονταν τους εξ εθνών χριστιανούς (πρώην ειδωλολάτρες που βαπτίστηκαν χριστιανοί), επειδή δεν είχαν περιτμηθεί. Απαραίτητη προϋπόθεση για να τους δεχτούν ήταν να τηρούν το Μωσαϊκό νόμο και κυρίως την περιτομή. Η Αποστολική Σύνοδος αποφάσισε ότι δεν είναι αναγκαίο οι εθνικοί που ασπάζονταν τον χριστιανισμό να υποστούν την περιτομή, παρά μόνο να τηρούν τα βασικά και να αποφεύγουν ορισμένα πράγματα, όπως τα ειδωλόθυτα, την πορνεία κ.α. Η Αποστολική Σύνοδος αποτέλεσε και αποτελεί Σύνοδο – πρότυπο.

Κατά το πρότυπο λοιπόν της Αποστολικής Συνόδου συγκλήθηκαν στη συνέχεια οι οικουμενικές, τοπικές και άλλες Σύνοδοι, για την επίλυση ζητημάτων πίστης, εκκλησιαστικής τάξης και ζωής, συνεχίζοντας την πρωτοχριστιανική παράδοση, εμπεδώνοντας το νόημα και το σκοπό της, αποκρυσταλλώνοντας τα Ορθόδοξα ήθη και εκφράζοντας τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της Ορθόδοξης εκκλησιολογίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι μια Σύνοδος αναγνωρίζεται ως Οικουμενική από μια επόμενη Σύνοδο. Οι δε αποφάσεις των Συνόδων χωρίζονται σε: α) δόγματα και β) κανόνες. Τα δόγματα αφορούν θέματα πίστεως και οι κανόνες ρυθμίζουν θέματα ζωής και άλλα πρακτικά ζητήματα.

Στο ίδιο πλαίσιο κατανοείται η κατά το πρόσφατο παρελθόν, από τη δεκαετία του ’60 κ.εξ., σύγκληση των Πανορθοδόξων Συνόδων με ταυτόχρονη προετοιμασία της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Με σημείο αναφοράς τη μετοχή στο μυστηριακό σώμα του Κυρίου και μέθοδο εργασίας το διάλογο, τα πρεσβυγενή Πατριαρχεία και οι Αυτοκέφαλες Εκκλησίες, τα μέλη δηλαδή της Ορθόδοξης οικογένειας, συναποφασίζουν για ζητήματα εσωτερικά, καθώς και άλλα που σχετίζονται με τη θέση και το ρόλο της στην οικουμένη.

Συχνά το Συνοδικό σύστημα απαντά σε έργα Ορθοδόξων θεολόγων και ως δημοκρατικό σύστημα. Ως σύστημα λήψης αποφάσεων, το δημοκρατικό, εμφανίζεται αρχικά σε μια άλλη εκκλησία, την εκκλησία του δήμου στην αρχαία Ελλάδα. Επρόκειτο για λειτουργία της κοινότητας με σκοπό τη ρύθμιση ζητημάτων του βίου της, αντιμετώπιση προβλημάτων, σχεδιασμό του μέλλοντος κτλ. Αναπόφευκτα, το δημοκρατικό σύστημα συνδέεται με την αρχή της πλειονοψηφίας, ως έκφραση και επικράτηση της γνώμης των πολλών. Μολονότι με διαφορετική έννοια χρησιμοποιείται ο όρος στην Εκκλησία, σε γενικές γραμμές η βασική αυτή αρχή του, της επικράτησης της γνώμης των πολλών, παραμένει το βασικό κριτήριο λήψης των αποφάσεων σε περίπτωση που δεν υπάρχει ομοφωνία, «η των πλειόνων ψήφος κρατείτω».

Αυτή είναι μια μέθοδος εργασίας κατά τα ανθρώπινα δεδομένα. Αλλά δεν είναι σπάνια στη ζωή της Εκκλησίας η υιοθέτηση μεθόδων από την κοινωνική-πολιτειακή ζωή, δηλαδή τον κοσμικό βίο, κυρίως στο επίπεδο της εκκλησιαστικής διοίκησης, διαπίστωση που εκφράζεται από Ορθοδόξους μελετητές της εκκλησιολογίας όπως λ.χ. ο π. Ν. Afanassieff.

Σε αυτό το πλαίσιο και σε ό,τι αφορά «θέματα διοικητικού χαρακτήρα, αλλά και κοινού ενδιαφέροντος»[3], γίνεται αντιληπτή η πρακτική που εισηγείται για την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο, με σκοπό αυτή να μπορέσει να εκφράσει το μήνυμα της Ορθοδοξίας «εν ενί στόματι και μία καρδία»[4]. Αναμφίβολα, το δέον γενέσθαι θα ήταν οι αποφάσεις να λαμβάνονται με ομοφωνία ή συναίνεση, πράγμα που συνιστά όρο sinequanon για τα ζητήματα πίστης. Για ζητήματα «διοικητικού χαρακτήρα», όμως, όπου και όταν η επίτευξη ομοφωνίας δεν είναι εφικτή, η ψηφοφορία μπορεί να λειτουργήσει ως παράγοντας ομόνοιας και ενότητας. Υπό την προϋπόθεση, παρ’ όλα αυτά, ότι οι αντιπρόσωποι των Εκκλησιών που μειοψηφούν θα σεβαστούν τη βούληση του ευρύτερου συνόλου, της πλειονοψηφίας, και δεν θα λειτουργήσουν ως πόλος αντιπαλότητας και άσκησης αντιπολίτευσης κατά τα κοσμικά ήθη.

Αν ισχύει η διαπίστωση του π. Ν. Afanassieff, ότι «η ενότητα στην πίστη βασιλεύει ακόμη στην Ορθόδοξη Εκκλησία, αλλά δίχως ενότητα στην αγάπη»[5], τότε η αρχή της πλειονοψηφίας δεν μπορεί παρά να εφαρμοστεί στη μέλλουσα να συνέλθει Αγία και Μεγάλη Σύνοδο, ως όρος και κριτήριο διασφάλισης της ειρήνης και της ενότητας και με την ελπίδα ότι θα αποτελέσει μια κάποια λύση πριν διασαλευτεί και η ενότητα στην πίστη σε ετούτους τους δύσκολους καιρούς.

*Το κείμενο βασίζεται σε σχετικό άρθρο της κυρίας Βασιλικής Η. Σταθοκώστα,
Επίκ. Καθηγήτριας του Τμ. Θεολογίας ΕΚΠΑ.

 

 

[1] Π.Τρεμπέλας, Υπόμνημα εις τας Πράξεις των Αποστόλων, εκδ. Ζωή, Αθήνα, 1955, σ. 426-427.
[2] Ν. Ματσούκας, Παλαιάς και Καινής Διαθήκης Σημεία, νοήματα, αποτυπώματα, Εκδ. Π. Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 2002, σ. 447.
[3] Βλ. δηλώσεις του Οικουμενικού Πατριάρχη στην http://www.amen.gr/article19889

[4] Βλ. σχετικές δηλώσεις του Οικουμενικού Πατριάρχη στην http://www.amen.gr/article19889#sthash.
[5] Βλ. σχετικά Β. Σταθοκώστα, Ορθόδοξη Εκκλησιολογία και Διαχριστιανικός Διάλογος: Η UnaSancta στη ζωή και το έργο του μητροπολίτη Παντελεήμονα Παπαγεωργίου, εκδ. ΕΝΝΟΙΑ, Αθήνα 2015.