Παραδόσεις που έχουν σχέση με τα Θεοφάνια

Loading...


Των Αντωνιάδου Αναστασίας, Τοπούζη Δέσποινας,
Τσιτλακίδου Αλεξάνδρας

Tα Θεοφάνια, κοινώς γιορτή των Φώτων, είναι και κατά την αντίληψη του λαού «μεγάλη γιορτή, θεότρομη», διότι τότε αγιάζονται τα νερά και φεύγουν τα παγανά.

Ο αγιασμός των υδάτων γίνεται κατά πρώτο την παραμονή των Θεοφανίων στην εκκλησία και λέγεται «πρωτάγιαση ή φώτιση». Ο παπάς κατόπιν με Σταυρό και την πρωτάγιαση γυρίζει όλα τα σπίτια και αγιάζει ή φωτίζει, δηλαδή ραντίζει μ’ ένα κλωνί βασιλικού όλους τους χώρους του σπιτιού.

Την πρωτάγιαση τη ρίχνουν και στα κτήματά τους και στις βρύσες. είναι το ασφαλές μέσον, με το οποίο διώκονται οι Καλικάντζαροι.

Σε πολλά μέρη η νοικοκυρά χύνει το βράδυ της παραμονής το νερό από λαγήνια, για να πάρει το πρωί καινούριο, αγιασμένο νερό. Με την κατάδυση του Σταυρού η καθαρτική δύναμη, που έχει κατά τη λαϊκή πίστη το νερό της θάλασσας, ενισχύεται ακόμη περισσότερο. Γι’ αυτό οι κάτοικοι παραθαλάσσιων περιοχών της Ελλάδας την ημέρα των Φώτων κατεβάζουν τα γεωργικά τους εργαλεία και αυτές τι άγιες εικόνες του εικονοστασίου τους στη θάλασσα και τα πλένουν εκεί με θαλασσινό νερό.

Αλλά οι σημερινές γυναίκες, ενώ πλένουν τις εικόνες στα αγιασμένα νερά της θάλασσας, όπως συνηθίζονταν και στα βυζαντινά χρόνια, δεν παραλείπουν και πράξεις στις οποίες είναι συνηθισμένες από παλιά . Έτσι στην Πλάκα της Λήμνου «Τ’ Αλόφωτα οι γυναίκες παίρνουν τις εικόνες από το σπίτι και πάνε στην εκκλησία και μετά στη θάλασσα. Και όταν ρίξει ο παπάς το Σταυρό, κολυμπούν οι άνθρωποι να τον πιάσουν. και αναμεταξύ οι γυναίκες, όσο να πιάσουν το Σταυρό από τη θάλασσα, παίρνουν με μια κρατούνα (νεροκολόκυθο) νερό από 40 κύματα και έπειτα βουτούν βαμπάκι μέσα στο νερό και πλένουν τις εικόνες. Δε λαλάνε (άναλο νερό). Ύστερα το νερό εκείνο το πηγαίνουν στην εκκλησία και το χύνουν σε μέρος που δεν πατιέται». Στην Μεσημβρία «οι γυναίκες κατέβαζαν των Φώτων τα εικονίσματα. Κατέβαζαν και υνί και τσάπα, όποιος τι επάγγελμα είχε, και τα πλέναν στο γιαλό, τ’ αρμυρό νερό. Αγιασμός γέν’ταν η θάλασσα. Έπαιρναν και νερό, για να ρίξ’νε μες στο σπίτ’. Φωτίσκαν τα νερά, έλεγαμ’, δεν εχ’ ζούδια ‘ποτώρα!»

Άγιασμα από το Μέγα Αγιασμό φέρνουν και στα σπίτια τους και πίνουν από αυτό όλοι οι ένοικοι. Ακόμα ραντίζουν, σε πολλά μέρη, μ’ ένα κλαδί ελιάς όλους τους χώρους του σπιτιού, ως και τα δέντρα του κήπου, για να καρπίζουν και να μην πιάνουν σκουλήκι, καθώς και τα χωράφια και τα αμπέλια τους, για να τα προφυλάξουν από τις ασθένειες. Ραντίζουν ακόμη το στάβλο και τα ζώα, ως και αυτά τα βαρέλια του κατωγείου τους. Υπάρχει μάλιστα σε πολλά μέρη και η συνήθεια, τότε να γίνεται το άνοιγμα των κρασιών και ν’ ασημώνουν στην οικογενειακή συγκέντρωση το βαρέλι για το καλό.

Να οι συνήθειες μερικών τόπων:

Στην Κάρπαθο οι ζευγάδες αγιάζουν τα βόδια με τον αγιασμό και λένε: «Αγιασμός, φωτισμός, / Φώτα τσαι καλός τσαιρός». Επίσης ρίχνουν λίγο από το μεγάλο αγιασμό στα απανωπίθια (πιθάρια) του κρασιού στο αμπελόσπιτο και λένε τα ίδια. Στη Φθιώτιδα παίρνουν αγίασμα από το μεγάλο αγιασμό, ρίχνουν μέσα στάχτη από τη βραδιά των Χριστουγέννων, που είναι ακατούρηγη από τα Καλικατζούρια και ραντίζουν τα’ αμπέλια τους και λένε: «Φεύγα, κάλαβρε απ’ τ’ αμπέλια. Έχω παγανήσια στάχτη και μεγάλο αγιασμό». Στην Κορώνη «το άνοιγμα των κρασιών γίνεται τω Φωτώνε που αγιάζονται. πάνε στα βαρέλια, τους ρίχνουνε αγιασμό και ύστερα τ’ ανοίγουνε. Μαζεύονται όλοι οι συγγενείς, γαμπροί, ξαδέλφια και ασημώνανε το βαρέλι που θ’ ανοίξουν. Πρώτος το ασημώνει ο νοικοκύρης, παίρνρι ένα δεκάρικο ή εικοσάρι και με μαστίχι το κολλάει απάνω στο βαρέλι. Ύστερα το ασημώνουνε όλοι οι δικοί του. Ο νουκοκύρης θα τους βγάλει ένα μεζέ, και πίνουνε και γλεντάνε».

Αναφέρουμε ένα παράδειγμα από τα τελούμενα κατά τα Θεοφάνια στο χωριό της Βόρειας Θράκης, το Σιναπλί. Εκεί «άμα τελείωνεν ο αγιασμός, κάθε χριστιανός της συνοικίας πήγαινε στου παπά του το σπίτι και έβαναν τον παπά παν’ στ’ αμάξ’ και τον πήγαιναν σε βρυσ’ όξω απ’ το χωριό να τον λούσουν. Ήταν για ντη γεια και το μπερεκέτ’. Σημείον που βαφτίστηκεν ο Χριστός και έλουγαν τον παπά. Ένας απ’ αυτούς φορειέταν ένα ράσο του παπά παλιό, γένονταν ψευτοπαπάς και οι άλλοι τραβούσαν τα’ αμάξι μοναχοί τους, και τον πήγαιναν σε μακρινή βρύση, από χιλιόμετρο περισσότερο, και τον έβρεχαν, τον έλουγαν. Του έριχναν ένα δυο κακάβια νερό στο κεφάλ’ και όταν τον γύριζαν, τους έκανε τραπέζ’ ο παπάς και τους μεθούσε και χόρευαν».  



Ετικέτες