Ο θρησκευτικός τουρισμός στην Ελλάδα

Loading...


«Ο θρησκευτικός τουρισμός στην Ελλάδα αναπτύσσεται με γρήγορους ρυθμούς τα τελευταία χρόνια, γεγονός που τον καθιστά μια ενδιαφέρουσα μορφή εναλλακτικού τουρισμού, με ιδιαίτερη συμβολή στην ανάπτυξη των μειονεκτικών και λιγότερο αναπτυγμένων περιοχών της χώρας» δηλώνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας Σεραφείμ Πολύζος.

Όπως λέει, επειδή συνδέεται με τις επισκέψεις σε μνημεία ή χώρους θρησκευτικής σημασίας, αποτελεί μια «περιφερειακή οικονομική δραστηριότητα» με δεδομένη τη χωρική διασπορά των εν λόγω μνημείων.

Ο θρησκευτικός τουρισμός, σύμφωνα με τον ίδιο, μπορεί να λειτουργήσει επιβοηθητικά για την ανάπτυξη των λιγότερο αναπτυγμένων και μειονεκτικών περιοχών της χώρας.

Ο θρησκευτικός τουρισμός, σημειώνει ο αναπληρωτής καθηγητής στην Πολυτεχνική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, μπορεί να συνδέεται με άλλη μορφή τουρισμού και να αποτελεί έναν «προορισμό σταθμό» ενός μεγαλύτερου τουριστικού ταξιδιού ή να αποτελεί αυτοτελή μορφή τουρισμού- συνήθως μικρής διάρκειας σε διαφορετικές εποχές του χρόνου.

Υπάρχουν μορφές του εναλλακτικού τουρισμού, οι οποίες μπορούν να συνδυασθούν με τον θρησκευτικό τουρισμό, όπως ο πολιτιστικός τουρισμός, ο αγροτουρισμός, ο εκπαιδευτικός τουρισμός, ο επιστημονικός τουρισμός, ο ορεινός και χειμερινός τουρισμός και ο περιηγητικός τουρισμός.

Ο συνδυασμός αυτός, διευκρινίζει, θα βοηθήσει τα βασικά κίνητρα που συγκροτούν τη ζήτηση για τον εναλλακτικό τουρισμό και θα δημιουργήσει προϋποθέσεις αύξησης των τουριστικών ροών προς μειονεκτικές και ορεινές περιοχές που διαθέτουν τους ανάλογους πόρους.

Αυτόνομα ή συμπληρωματικά, ο θρησκευτικός τουρισμός, μπορεί να συμβάλει στην ανάπτυξη των λιγότερο αναπτυγμένων περιοχών, ενισχύοντας υποβαθμισμένους ή «εγκαταλειμμένους» παραγωγικούς κλάδους της τοπικής οικονομίας, εκτιμά ο κ. Πολύζος.

Αυτό, προσθέτει, μπορεί να επιτευχθεί με λειτουργική σύνδεση και ικανοποίηση της τουριστικής ζήτησης με την τοπική παραγωγή, τη βελτίωση των υπαρχουσών ή την κατασκευή νέων υποδομών για την ανάδειξη και υποβοήθηση της λειτουργίας των αξιοθέατων θρησκευτικών και πολιτιστικών μνημείων.

Ακόμη, με την επιλεκτική ενίσχυση παραγωγικών διαδικασιών και τεχνικών άλλων κλάδων με άμεση ή έμμεση σχέση με τον θρησκευτικό τουρισμό (γεωργία, βιοτεχνία, οικοτεχνία, ξυλογλυπτική, κ.ά.), την προβολή και ανάδειξη των προορισμών.

Η συνεισφορά του θρησκευτικού τουρισμού στην αύξηση της τοπικής -κυρίως γυναικείας- απασχόλησης και την ενίσχυση κλάδων που σχετίζονται με την παραδοσιακή τέχνη, τη φιλοξενία, την οικοτεχνία κ.λπ., οι οποίοι εμφανίζουν υψηλούς τοπικούς πολλαπλασιαστές, μπορεί να είναι ιδιαίτερα σημαντική, επισημαίνει ο κ. Πολύζος.

Ωστόσο, σε πολλές περιπτώσεις, τα παραπάνω ενέχουν τον κίνδυνο της οικονομικής καθήλωσης σε έναν φαύλο κύκλο απασχόλησης και δραστηριοποίησης χαμηλής προστιθέμενης αξίας και εξωτερικής εξάρτησης, εφόσον η τοπική οικονομία δεν δείξει προσαρμοστικότητα και ικανότητα αξιοποίησης των παρεχόμενων ευκαιριών, συμπληρώνει.

Το «προφίλ» των επισκεπτών θρησκευτικών μνημείων

Οι επισκέπτες των θρησκευτικών μνημείων, τονίζει ο κ. Πολύζος, έχουν διαφορετική ηλιακή σύνθεση από εκείνη των άλλων μορφών του γενικού ή του εναλλακτικού τουρισμού, ενώ υπερτερούν στα ποσοστά οι σχετικά μεγάλες ηλικίες.

Επίσης, όλοι οι νομοί της Ελλάδας κατέχουν θρησκευτικούς πόρους, γεγονός που τους καθιστά ελκτικούς για θρησκευτικές τουριστικές ροές και δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για τη συμβολή του θρησκευτικού τουρισμού στην ανάπτυξη μειονεκτικών περιοχών.

«Θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο αριθμός δεν καθορίζει κατ’ ανάγκην και τη συνολική ελκυστικότητα του νομού, αφού υπάρχουν διάφορα στοιχεία όπως η παλαιότητα, το μέγεθος, η ιστορική και θρησκευτική αναφορά κ.ά. μιας μονής που επηρεάζουν το συνολικό αριθμό των επισκεπτών» διευκρινίζει ο αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας.

Οι νομοί με τα περισσότερα προσκυνήματα είναι οι νομοί Αττικής, Δωδεκανήσου Κορινθίας και Κυκλάδων, ενώ ο μικρότερος αριθμός εμφανίζεται στους νομούς Ροδόπης, Γρεβενών, Δράμας και Κιλκίς.

Ανάγκη καταγραφής και ανάδειξης των θρησκευτικών μνημείων

Ωστόσο, σύμφωνα με τον κ. Πολύζο, υπάρχει ένα βασικό πρόβλημα «που συνδέεται μα την ανυπαρξία μιας στοιχειώδους οργάνωσης του θρησκευτικού τουρισμού τόσο σε τοπικό όσο και σε εθνικό επίπεδο» και μέχρι στιγμής δεν έγινε καμία προσπάθεια για την επισήμανση και καταγραφή των διαθέσιμων θρησκευτικών μνημείων σε κάθε περιοχή της χώρας και για την εν συνεχεία ανάδειξη και η προβολή τους».

Αυτό, υπογραμμίζει, «έχει ως συνέπεια να μην είναι γνωστές οι δυνατότητες που εμφανίζει κάθε περιοχή της χώρας για την αύξηση του μεγέθους των επισκεπτών και να μην αξιοποιούνται οι δυνατότητες περαιτέρω ανάπτυξης του θρησκευτικού τουρισμού και της συμβολής του στην τοπική ανάπτυξη».

Στο πλαίσιο αυτό, ο αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας υπογραμμίζει την ανάγκη καταγραφής και ανάδειξης των θρησκευτικών μνημείων προκειμένου να καταστεί η Ελλάδα τόπος προορισμού τουριστών των οποίων τα κίνητρα είναι πολυποίκιλα και περισσότερο ποιοτικά.

«Ας μην ξεχνάμε, ότι ο τουρισμός αποτελεί βασικό μοχλό υπέρβασης της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα, ενώ οι τουρίστες που προέρχονται από τις ανατολικές και θρησκευτικά ορθόδοξες χώρες αυξάνονται με ραγδαίους ρυθμούς» καταλήγει.