Ο Βυζαντινός Στρατός των Παλαιολόγων

Loading...


του Παντελή Καρύκα

Μετά την άλωση της Πόλης από τους Φράγκους το 1204 και τη σύσταση του κράτους της Νίκαιας, ο Βυζαντινός Στρατός άλλαξε σε μεγάλο βαθμό. 

Αναγνωρίζοντας την αδυναμία του βυζαντινού ιππικού να αντιπαραταχθεί στους Λατίνους ιππότες, οι ηγέτες της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας συγκρότησαν «αλλάγια» μισθοφόρων ιπποτών, τα λεγόμενα «Λατινικά».

Το εγγενές ιππικό συγκροτούσαν οι «Στρατιώτες», οι οποίοι ήταν ιππείς. Ονομάζονταν και «Προνοιάριοι» γιατί ως ανταμοιβή για τις υπηρεσίες τους λάμβαναν εκτάσεις γης, τις λεγόμενες πρόνοιες.

Το πεζικό αποτελούνταν από σκουτάτους (ασπιδοφόρους), τους λεγόμενους «Κονταράτους», τακτικούς τοξότες –με θώρακα, ασπίδα, κράνος και σπαθί– και ελαφρούς τοξότες και σφενδονήτες. Οι «Κονταράτοι» έφεραν μακρύ δόρυ, σπαθί και μακριά, δυτικού τύπου, αμυγδαλόσχημη ασπίδα. Οι πρώτοι ζυγοί έφεραν και αλυσιδωτό ή δερμάτινο θώρακα. Παρατάσσονταν σε βάθος 8 συνήθως ζυγών. Δεν διέθεταν οργανικά τμήματα τοξοτών, όπως στο παρελθόν, για την άμεση υποστήριξή τους. Αντίθετα, υπήρχαν τμήματα τοξοτών που πολεμούσαν με ομοβροντίες βελών, ταγμένα σε πυκνό σχηματισμό. Οι τοξότες αυτοί έφεραν επίσης ελαφρά θωράκιση, κράνος, ασπίδα κα σπαθί και μπορούσαν να πολεμήσουν και εκ του συστάδην. Ήταν όμως λίγοι.

Αντίθετα, ο όγκος των τοξοτών αποτελείτο από άνδρες αθωράκιστους, που πέραν του τόξου έφεραν και ένα σπαθί ή ένα εγχειρίδιο. Οι άνδρες αυτοί πολεμούσαν κατά βάση σε χαλαρή τάξη, ως ακροβολιστές. Τμήματα ενδιάμεσου πεζικού, αντίστοιχα των αρχαίων πελταστών, υπήρχαν. Προέρχονταν κυρίως από την Πελοπόννησο και συγκεκριμένα από τη Λακωνική Μάνη. Ήταν οι Τσάκωνες, οι οποίοι υπηρετούσαν και ως πεζοναύτες στον αυτοκρατορικό στόλο.

Το 1261 ο Μιχαήλ Παλαιολόγος εισερχόταν θριαμβευτής στην Κωνσταντινούπολη. Είχε προηγηθεί η συντριπτική νίκη του στρατού του στη μάχη της Πελαγονίας, εναντίον των Φράγκων κατακτητών της Ελλάδας. Εκεί, ο αρχιστράτηγος των Βυζαντινών, σεβαστοκράτορας, Ιωάννης Παλαιολόγος, παρέταξε μια στρατιά 10.000 περίπου ανδρών, εκ των οποίων το 1/3 ήταν γηγενείς στρατιώτες, από τη Μικρά Ασία, τη Θράκη και τη Μακεδονία. Διέθετε όμως και ένα σημαντικό αριθμό μισθοφόρων, κυρίως Κουμάνων ιπποτοξοτών, αλλά και Λατίνων βαρέων ιππέων.

Ο Μιχαήλ κατήργησε το «Λατινικόν». Πολλοί από τους άνδρες του είχαν ήδη εξελληνιστεί, όμως, και παρέμειναν στον αναδιοργανωμένο στρατό στα τάγματα των «Καβαλαριών», τα οποία εκπαιδεύτηκαν να πολεμούν, όπως οι Φράγκοι ιππότες, να εκτελούν δηλαδή ταχείες επελάσεις με τη λόγχη, σε πυκνούς σχηματισμούς.

Οι «Καβαλάριοι», το πλέον επίλεκτο σώμα του ιππικού, ήταν ολιγάριθμοι. Αποτελούσαν μόλις το 1/5 της συνολικής δύναμης του ιππικού. Το λοιπό βαρύ ιππικό αποτελούταν από τα τάγματα των «Στρατιωτών». Οι «Στρατιώτες» έφεραν, όπως και οι «Καβαλάριοι», λόγχη, σπάθη, ασπίδα και ενίοτε σιδηρά κορίνα (κεφαλοθραύστη). Ενώ όμως οι «Καβαλάριοι» έφεραν στο σύνολό τους αλυσιδωτό θώρακα, οι «Στρατιώτες» ή «Προνοιάριοι», έφεραν συνήθως κατώτερη θωράκιση. Επίσης, οι «Στρατιώτες» υστερούσαν σε εκπαίδευση και δεν μπορούσαν να πολεμήσουν όπως οι «Καβαλάριοι».

Το μεγάλο πρόβλημα του βυζαντινού ιππικού της περιόδου ήταν ότι, λόγω των δυτικών επιρροών, το τόξο είχε εγκαταλειφθεί ως όπλο από το βαρύ και το μέσο ιππικό. Με τόξο εξοπλίζονταν μόνο διάφορα τμήματα μισθοφόρων, κυρίως ελαφρών ιππέων. Από τα γηγενή τμήματα με τόξο ήταν εξοπλισμένοι οι λεγόμενοι «Βαρνταριώτες» ελαφροί ιππείς της Αυτοκρατορικής Φρουράς. Οι «Βαρνταριώτες» ήταν απόγονοι Ούγγρων και Κουμάνων κυρίως μεταναστών, οι οποίοι κατοικούσαν στην κοιλάδα του Αξιού (Βαρδάρη) και σταδιακά εξελληνίστηκαν. Επίσης, υπήρχε και το σώμα των «Τουρκοπούλων», οι οποίοι ήταν εκχριστιανισμένοι και εξελληνισμένοι Σελτζούκοι Τούρκοι, που πολεμούσαν με τον παραδοσιακό τους τρόπο, ως ελαφροί ιπποτοξότες.