Εκκλησία και Αριστερά σε νέα μονοπάτια

Loading...


Της Μαρίας Τοπαλη
Είτε «τέμνονται» όπως είπε στη συνάντησή του με τον Πάπα Φραγκίσκο ο Αλέξης Τσίπρας είτε όχι οι δύο χώροι, Εκκλησία και Αριστερά, βέβαιον είναι ότι οι αντίστοιχες ελληνικές εκδοχές τους βρίσκονται αμφότερες σε περίοδο πρωτόγνωρων ζυμώσεων, ανακατατάξεων και αλλαγών.

Η κρίση πυροδότησε ή και επιτάχυνε διαδικασίες που, υπό ομαλές συνθήκες, θα εξελίσσονταν ίσως με πιο αργό ρυθμό στο εσωτερικό τους αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις.

Ανάμεσα στο παλαιό και το νέο, την παράδοση και τον ριζοσπαστισμό, τις εθνοκεντρικές τάσεις και τις επιταγές που θέτει η θέση της χώρας στην Ευρώπη και το παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, τόσο η Αριστερά όσο και η Εκκλησία στην Ελλάδα βλέπουν την επιρροή τους να μεγαλώνει ραγδαία αλλά και την ικανότητά τους να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων να δοκιμάζεται σκληρά και να τίθεται υπό πολύπλευρη αμφισβήτηση.

Επιχειρήσαμε να ανοίξουμε διερευνητικά το θέμα των σχέσεων Εκκλησίας – Αριστεράς. Ζητήσαμε, για τον λόγο αυτό, τη γνώμη έγκυρων μελετητών από τον επιστημονικό χώρο της ελληνικής θεολογίας. Σήμερα δημοσιεύουμε τη συμβολή του Παντελή Καλαϊτζίδη, διευθυντή της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών του Βόλου.

Το ίδρυμα αυτό δραστηριοποιείται εδώ και αρκετά χρόνια στους κόλπους της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος και Αλμυρού ως «ένα ανοιχτό εργαστήρι σκέψης και διαλόγου της Εκκλησίας με τη διανόηση και την κοινωνία, δίχως αμυντικά αντανακλαστικά ή απολογητική διάθεση, οργανώνοντας με τη μορφή του ανοιχτού πανεπιστημίου ετήσιους θεματικούς κύκλους σπουδών, διεθνή σεμινάρια, συνέδρια και εκδόσεις» (www.acadimia.gr).

Θα ακολουθήσει, την επόμενη Κυριακή, μια περισσότερο ιστορική προσέγγιση εκ μέρους του Μιλτιάδη Κωνσταντίνου, καθηγητή στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Η οικονομική κρίση και ο ανέξοδος ριζοσπαστικός λόγος

Του Παντελή Καλαϊτζιδη*

Η οξύτατη οικονομική κρίση που ταλανίζει εδώ και τέσσερα χρόνια την πατρίδα μας άνοιξε νέο κεφάλαιο στις σχέσεις Εκκλησίας – Αριστεράς και Εκκλησίας – ριζοσπαστικού κοινωνικού και πολιτικού χώρου, με χαρακτηριστικά παραδείγματα την πολιτική ριζοσπαστικοποίηση της εκκλησιαστικής ρητορικής και τον ημιεπίσημο διάλογο Εκκλησίας – Αριστεράς, που οργάνωσε τον Ιανουάριο του 2013 το Τμήμα Θεολογίας ΑΠΘ (μετά τις προηγηθείσες απόπειρες διαλόγου το 1983-84 στο πλαίσιο του νεοορθόδοξου κινήματος, το 1987 στο συμπόσιο της ΕΑΡ στη Θεσσαλονίκη, το 2002 στην Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών Βόλου στο πλαίσιο της σειράς εκδηλώσεων «Ορθοδοξία και Νεωτερικότητα» κ.λπ.).

Στην πρωτοφανή αυτή κρίση η Εκκλησία επέδειξε αξιέπαινη ετοιμότητα στον φιλανθρωπικό τομέα, στον τομέα της κοινωνικής πρόνοιας και αλληλεγγύης, περιοριζόμενη, ωστόσο, σε πράξεις περιστασιακής φιλανθρωπίας. Μοιάζει να έλειψε για άλλη μία φορά από τον εκκλησιαστικό λόγο μια πιο κριτική στάση που, ακολουθώντας το παράδειγμα των Πατέρων της Εκκλησίας, θα πήγαινε στη ρίζα και όχι στα επιφαινόμενα, στις δομές και όχι απλώς στα συμπτώματα που παράγουν φτώχεια και κοινωνική αδικία.

Ο θυμός και η οργή που έφερε η κρίση δεν άφησαν ανέγγιχτο τον εκκλησιαστικό χώρο που, παράλληλα με νηφάλιες και ειλικρινά αυτοκριτικές προσεγγίσεις, από τη μια στιγμή στην άλλη γνώρισε μια πρωτοφανή, και εν πολλοίς ανέξοδη, ριζοσπαστικοποίηση, με έναν τρόπο, όμως, που θέτει εν αμφιβόλω τον ίδιο τον πυρήνα του ευαγγελικού και εκκλησιαστικού λόγου, δηλαδή την αγάπη, τη μετάνοια και το συγχωρητικό ήθος. Ετσι, ο δημόσιος λόγος κάποιων εκπροσώπων της Εκκλησίας, που αρθρώνεται με αφορμή την οικονομική κρίση, παραπέμπει στο παράδοξο της ριζοσπαστικοποίησης της ελλαδικής Ορθοδοξίας η οποία, στον κοινωνικοπολιτικό τομέα, σε διάστημα λίγων ετών, πέρασε από έναν λόγο συντηρητικό και αυταρχικό σε έναν λόγο επαναστατικό!

Στην πραγματικότητα, αυτός ο «επαναστατικός» εκκλησιαστικός λόγος κρύβει καλά τον φόβο για την «ανοιχτή κοινωνία» και τις κατακτήσεις της νεωτερικότητας, τον φόβο της απώλειας της ελληνορθόδοξης ιδιαιτερότητας ή ακόμη την έγνοια για την πάση θυσία διατήρηση του status quo στις σχέσεις κράτους – Εκκλησίας.

Κοινός ο φόβος

Αλλά πριν από κάθε τι άλλο, αυτός ο «επαναστατικός» λόγος κρύβει, εντέλει, τον φόβο για την παγκοσμιοποίηση, έναν φόβο κοινό, αν και με κίνητρα πολύ διαφορετικά, τόσο στην άκρα και τη λαϊκή Δεξιά όσο και σε ένα μεγάλο μέρος της Αριστεράς, τόσο σε μερίδα πιστών όσο και σε ουκ ολίγους φανατικούς άθεους. Πράγματι, είναι στο ζήτημα της παγκοσμιοποίησης που συναντώνται και διασταυρώνονται ο θρησκευτικός εθνικισμός με τον οικονομικό εθνικισμό, ο θεολογικός αντιμοντερνισμός και αντιδυτικισμός με τον αντιευρωπαϊσμό μεγάλου μέρους της Αριστεράς, ο πολιτικοκοινωνικός αναχρονισμός πολλών εκκλησιαστικών παραγόντων με το συντεχνιακό και επαρχιώτικο πνεύμα των συνδικάτων.

Προφανώς είναι σχετικά εύκολο για την Εκκλησία στην Ελλάδα να υιοθετήσει τον λόγο της κοινωνικοπολιτικής Αριστεράς (αντικαπιταλισμός, αντιιμπεριαλισμός, κοινωνική δικαιοσύνη, φιλολαϊκή οικονομική πολιτική), αλλά είναι μάλλον δύσκολο να διαλεχθεί σοβαρά με τα αιτήματα και τις προσδοκίες της πολιτισμικής Αριστεράς (ανθρώπινα και μειονοτικά δικαιώματα, πολιτικός φιλελευθερισμός, θέση της γυναίκας και ζητήματα φύλου, πολυπολιτισμικότητα, υπεράσπιση των μεταναστών, διαθρησκειακός διάλογος).

Από την άλλη πλευρά, τηρουμένων των αναλογιών, μοιάζει να είναι πιο εύκολη για την Αριστερά η υιοθέτηση μιας ριζοσπαστικής ατζέντας σε συμβολικό επίπεδο. Υπό τις παρούσες δε συνθήκες του θριαμβεύοντος καπιταλισμού και της κυριαρχίας της αγοράς, της διεθνοποίησης του κεφαλαίου και της απρόσκοπτης κυκλοφορίας του σε παγκόσμια κλίμακα, καθώς απομακρύνεται όλο και περισσότερο η προοπτική της ριζικής κοινωνικής αλλαγής και το όραμα μιας δικαιότερης κοινωνίας, η ατζέντα της πολιτισμικής Αριστεράς μοιάζει να υποκαθιστά όλο και πιο συχνά αυτήν της κοινωνικής Αριστεράς, καθιστώντας την πραγματοποίηση των υποσχέσεων της πρώτης στόχο ρεαλιστικό και άμεσα πραγματοποιήσιμο εντός του ιστορικού πράττειν.

Η ηθική διάσταση

Αυτή η έμμεση ομολογία αδυναμίας πραγματοποίησης εδώ και τώρα της ριζικής κοινωνικής αλλαγής μάς θυμίζει τα όσα σημείωνε προφητικά ο χριστιανός φιλόσοφος και επαναστάτης Νικολάι Μπερδιάγεφ στο έργο του «Οι πηγές και το νόημα του ρωσικού κομμουνισμού (1935-36)»: «Ισως η σοβιετική εξουσία φθάσει πολύ γρήγορα να αποκαταστήσει τον καπιταλισμό στην οικονομική ζωή, όχι όμως και την ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης, την ελευθερία δημιουργίας μιας πνευματικής κουλτούρας. […] Αν, όπως προβλέπεται, η αντιθρησκευτική προπαγάνδα πρόκειται τελικά να εξαλείψει κάθε ίχνος χριστιανισμού, […] πρέπει να δεχτούμε ότι τη μέρα εκείνη, η ίδια η πραγματοποίηση του κομμουνισμού θα καταστεί από τα πράγματα αδύνατη. Γιατί κανένας δεν θα δέχεται πια το μαρτύριο, δεν θα δέχεται πια να θυσιάσει τη ζωή του για ανώτερους σκοπούς. Ο τύπος που θα υπερισχύσει θα είναι αυτός του εγωιστή που ασχολείται αποκλειστικά με τα προσωπικά του συμφέροντα. […]

Δεν είναι στους Προφήτες, όπως και μέσα στα Ευαγγέλια και στους μεγαλύτερους θεολόγους της Εκκλησίας, που συναντούμε την καταγγελία του πλούτου, της ιδιοκτησίας, την επιβεβαίωση της ισότητας όλων των ανθρώπων μπροστά στον Θεό; Είναι στον Μ. Βασίλειο όπως και στον Αγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο που η κοινωνική αδικία, δημιούργημα της κακής κατανομής του πλούτου, κριτικάρεται με μια δριμύτητα που θα έκανε τον Προυντόν και τον Καρλ Μαρξ να χλωμιάσουν. Οι θεολόγοι της Εκκλησίας διακήρυτταν ότι η ιδιοκτησία είναι κλοπή. Ο Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ήταν ένας αυθεντικός κομμουνιστής σε μια εποχή που δεν ήταν ούτε καπιταλιστική ούτε βιομηχανική».

Αυτό που, με άλλα λόγια, θέτει ως αίτημα ο Μπερδιάγεφ είναι η ηθική διάσταση του σοσιαλισμού, η συσχέτισή του με την άσκηση και τον πνευματικό αγώνα. Το αίτημα αυτό, όμως, μας εισάγει σε μια άλλη συζήτηση όπου πρέπει να θέσουμε τα πάντα εξαρχής και κυρίως να διερωτηθούμε κριτικά τι είναι η Αριστερά και τι η Εκκλησία.

* Ο κ. Παντελής Καλαϊτζίδης, δρ. Θεολογίας, είναι διευθυντής της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Βόλου, διδάσκων στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο (ΕΑΠ).



Ετικέτες