Το Πρωτοχρονιάτικο μήνυμα του Μητροπολίτη Γλυφάδας Παύλου

Loading...


Με πληθώρα επίκαιρων αναφορών από τον Αριστοτέλη μέχρι το Ελύτη κι τον Παπαδιαμάντη έχει εμπλουτίσει το πρωτοχρονιάτικο μηνυμά του ο Μητροπολίτης Γλυφάδας κ. Παύλος. 

Ολόκληρο το μήνυμα έχει ως εξής: 
Αδελφοί μου και τέκνα μου εν Κυρίω αγαπητά,
   
«Ο του φωτός χορηγός,

και των αιώνων ποιητής Κύριος,

εν τω φωτί των σων προσταγμάτων

οδήγησον ημάς».

Αυτόν τον ύμνο της σημερινής εορτής,
προτείνουμε, ως ευχή για τη νέα χρονιά.

Όλες οι υπόλοιπες εόρτιες προσφωνήσεις,
όπως τα «χρόνια πολλά», «καλή χρονιά»,
«ευτυχισμένο  και αίσιον το νέον έτος»,
είναι χωρίς περιεχόμενο,
και το μόνο που έχουν να προσφέρουν είναι
μία ψευτοεορταστική κάλυψη της απελπισίας,
και των αδιεξόδων που προσφέρουν, και θα προσφέρουν,
οι πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές
συντεταγμένες της χρονιάς που πέρασε,
και της χρονιάς που έρχεται. 

Καί τότε, μόλις αρχίζει πειρασμός,                                                                                                            να σκοτίζει το νού μου,

μνημονεύω «τον του φωτός χορηγόν,
και των αιώνων ποιητήν Κύριον».

Καί μετά θυμάμαι ,
στα μέτρα της ανθρώπινης παρηγορίας,
τον ποιητή:
«Όπου και  να θολώνει ο νούς σας
μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό
και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη»( Ελύτης).

Τότε ανακαλύπτω πως,
δεν είμαι μόνος μου,
εγώ με τους εσκοτισμένους μου διαλογισμούς.

Έχω μαζί μου «τον του φωτός χορηγόν»,
και μία μακραίωνη παράδοση όλων εκείνων,
που με θείο φωτισμό,
ή και σπερματικό λόγο ,
αντιστάθηκαν στην ταραχή και την απόγνωση.

Καί η σκέψη μου βηματίζει
πριν,  πολύ πριν, από τον Σολωμό,
σε ένα αρχαίο γνωμικό                                                                                                                                                           
«Ψεύδεσθαι, ανελεύθερον,

η αλήθεια, γενναίον».

Ο πολιτισμός σ’αυτή τη γωνιά της γης   
οικοδομήθηκε επάνω στη γενναιότητα της αλήθειας.

Κι όπου βασιλεύει το φως,
σκοτάδια δεν ισχύουν.

Όταν, μετά, η αλήθεια έλαβε πρόσωπο,
και «σαρξ εγένετο»,
ήταν αδύνατο, αυτός ο πολιτισμός,
να αμαυρωθεί,
εκτός κι αν λησμονούσε,
το κάλλος το αρχαίο, και «τον του φωτός χορηγόν».

Μας το είχε επισημάνει
ο του σπερματικού λόγου, Πολύβιος,
στις ιστορίες του:

«Της αληθείας, αφαιρεθείσης εκ της ιστορίας,

το απομένον ανωφελές».                                    

«Όταν από την ιστορία αφαιρεθεί η αλήθεια,

αυτό, που απομένει, δεν ωφελεί σε τίποτε».

Γιά να οικοδομηθεί σωστό μέλλον,
πρέπει να γνωρίσουμε σωστά την ιστορία μας.

Στην πορεία αυτή ,
του ξεκαθαρίσματος της ιστορικής μας μνήμης,
δεν δύναμαι να παραβλέψω αυτά,  που είπε
ένας άλλος λειτουργός του λόγου του σπερματικού,
ο Ισοκράτης σε ομιλία του (Αρεοπαγίτικος) :

«Εκείνοι,  που τότε είχαν
την ευθύνη της διοικήσεως της πόλεως, δεν εγκατέστησαν πολίτευμα,
που να έχει μεν όνομα λαικώτατο και ωραιότατο, την δημοκρατία,                                  στην εφαρμογή του όμως
να αποδεικνύεται στους πολίτες,ότι δεν είναι
τοιούτο,                                                                                                                            ούτε εγκατέστησαν πολίτευμα
που να εκπαιδεύει τους πολίτες έτσι ώστε να θεωρούν
την ακολασία δημοκρατία,
                                                                                                την παρανομία ελευθερία,                                                                                                                          την αυθάδεια ισονομία,                                                                                                                         αλλά πολίτευμα, το οποίο θα βελτίωνε τους πολίτες και θα τους έκανε φρονιμώτερους».

Το είχε επισημάνει και ο Αριστοτέλης:

«Τότε είναι, που αναδύεται ένας τύραννος, όταν εμφανίζεται αρχικά, ως προστάτης».

Τώρα πλέον, αφού στήριξα το νού και την καρδιά μου
στο στέρεο θεμέλιο του «Χορηγού του φωτός»,
και  αφού ομολόγησα τον Χριστό «Φως εκ Φωτός»,
και κατανόησα, πως Εκείνος
έκανε τους αρχαίους συμπολίτες μου,
μύστες του μυστηρίου του σπερματικού λόγου,
μπορώ να αξιοποιήσω την ποιητική προτροπή:

«Όπου και  να θολώνει ο νούς σας
μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό
και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη» (Ελύτης).

Ο Σολωμός στο ποίημά του

«Ύμνος στην ελευθερία»,

στον Εθνικό δηλαδή μας Ύμνο,

ερωτά τους πολιτικούς του τόπου:  
                                                                                                                                  
   «Tι θα κάμετε;  Θ’ αφήστε
να αποκτήσωμεν εμείς
Λευθερίαν ή θα την λύστε
εξ αιτίας Πολιτικής;».

Καί με ύφος σκωπτικό
καλεί τους αγωνιστές των Θερμοπυλών,
να προσέξουν, εάν εμείς οι απόγονοί τους
έχουμε ομοιότητα μαζί τους:

«Ω τρακόσιοι!  Σηκωθήτε
και ξανάλθετε σ’ εμάς
τα παιδιά σας θελ’ ιδήτε
πόσο μοιάζουνε μ’ εσάς» .

Καί καλεί την Ελλάδα
να συνδέσει την ελευθερία της,
με τον «Ελευθερωτή» Χριστό:   

«Με φωνή που καταπείθει,
προχωρώντας ομιλείς,
Σήμερ’, άπιστοι, εγεννήθη,
ναί, του κόσμου ο Λυτρωτής».

Ο λειτουργός της νηπτικής λογοτεχνίας,
κυρ’ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης,
αγγίζει θέματα, που δίνουν απαντήσεις,
στη σημερινή οικονομική                                                                                                             «Η αργία εγέννησε την πενίαν.
Η πενία έτεκεν την πείναν.                                                                                                                            Η πείνα παρήγαγε την όρεξιν.

Η όρεξις εγέννησε την αυθαιρεσίαν.

Η αυθαιρεσία εγέννησε την ληστείαν.

Η ληστεία εγέννησε την πολιτικήν.

Ιδού η αυθεντική καταγωγή του τέρατος τούτου.»

«Η πλουτοκρατία ήτο, είναι και θα είναι,
ο μόνιμος άρχων του κόσμου,
ο διαρκής αντίχριστος.

Αυτή γεννά την αδικίαν, αυτή τρέφει την κακουργίαν,

αυτή φθείρει σώματα και ψυχάς.»

«Καί τι πταίει;
Η γλαύξ, η θρηνούσα επί ερειπίων;
Πταίουν οι πλάσαντες τα ερείπια.
Καί τα ερείπια τα έπλασαν
οι  ανίκανοι  κυβερνήται της Ελλάδος.»

Καί ολοκληρώνει την τόσο επίκαιρη κριτική του ,
ο κυρ’ Αλέξανδρος:

«Γιά ν’ αποκτήσει κανείς γρόσια, άλλος τρόπος δεν είναι,
πρέπει νάχει μεγάλη τύχη, να βρεί στραβόν κόσμο,
και  να είναι αυτός μ’ ένα μάτι, δεν του χρειάζονται δύο.
Πρέπει να φάει σπίτια, να καταπιεί χωράφια,
να βουλιάξει καράβια,
με τριανταέξ τα εκατό θαλασσοδάνεια, το διάφορο κεφάλι.
Άνευ ψεύδους ουδεμία υπόθεσις ευοδούται.»

Ο ποιητικός λόγος εκείνων, που αγαπούν  τον τόπον αυτόν,
μας θυμίζει πως ξεχάσαμε την πατρίδα μας,
για ξένους ουρανούς:                                                 

«Παλιέ μου φίλε τι γυρεύεις;
Χρόνια ξενιτεμένος ήρθες,
με εικόνες που έχεις αναθρέψει,
κάτω από ξένους ουρανούς,
μακριά απ᾿ τον τόπο τον δικό σου.

– Γυρεύω τον παλιό μου κήπο·
τα δέντρα μου έρχουνται, ως τη μέση
κι’ οι λόφοι μοιάζουν με πεζούλια
κι όμως σαν ήμουνα παιδί
έπαιζα πάνω στο χορτάρι» ( Σεφέρης).

Μήπως ο λόγος του άλλου μυσταγωγικού ποιητού,
αυτής της χώρας,                                              
δεν μας περιγράφει εναργώς,
τους εμπόρους των λαών,
που θέλουν αυτή την πατρίδα
σκουπίδι των εθνών; 
                                                                                                                              «Μιά μέρα θα ‘ρθεί, που ο φελλός θα μιμηθεί την άγκυρα
και θα κλέψει τη γεύση του βυθού»( Ελύτης).

«Όμορφη και παράξενη πατρίδα,  κλαίει, φιλεί το χώμα, ξενιτεύεται, μένει στους πέντε δρόμους, αντρειεύεται,μπαίνει σ’ ένα βαρκάκι,  πιάνει ωκεανούς».                                                                                      

Αυτός ο τόπος έχει την δύναμη, που έχουν
όλοι οι αδύναμοι και οι ελάχιστοι της γης:

«Από το ελάχιστο, φτάνεις πιο σύντομα οπουδήποτε» (Ελύτης). 

                                                                        

«Εάν αποσυνθέσεις την Ελλάδα,στο τέλος θα δείς, να σού απομένουν μια ελιά,
ένα αμπέλι, κι ένα καράβι. Πού σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις».        
                                                          

      «Ώσπου τέλος ένιωσα
κι ας πα᾿ να μ᾿ έλεγαν τρελό,
πως από ῾να τίποτα, γίνεται ο Παράδεισος.      
                                                                                   
    Δεν παίζω με τα λόγια.                                                                                                                               Μιλώ για την κίνησ
η, που ανακαλύπτει κανείς, να σημειώνεται μέσα στη «στιγμή»,          
                                                                                     
      όταν καταφέρει να την ανοίξει και να της δώσει διάρκεια.                                                    

Οπόταν, πραγματικά, και η Θλίψις γίνεται Χάρις

και η Χάρις Άγγελος»  (Ελύτης).  

                                                                                                               

Εδώ σ’αυτή τη γη, μπορούμε να στεκόμαστε  σταθερά ,αν το ένα πόδι είναι πέρα από τη γη,

«Γιά να πατάς στέρεα στη γη,πρέπει το ένα πόδι σου να είναι έξω από τη γη»  (Ελύτης).                                                                                                                                                                                            
Εδώ σ’αυτή τη γη  ,δούλοι δεν είναι εύκολο να γίνουμε ,
αν έχουμε ύμνο και δοξολογία.           
                                                                                                                            
«Με τις ξόβεργες μπορεί να πιάνεις πουλιά,                                                                                                        δεν πιάνεις ποτέ το κελαηδητό τους» (Ελύτης).                                                                                                                  

Αρκεί, να προσέξουμε, να μην μας κατηγορήσουν τα χελιδόνια,
για την άνοιξη, που δεν φέραμε:

«Κείνο που σού προσάπτουνε τα χελιδόνια είναι,
η άνοιξη που δεν έφερες» (Ελύτης).

Τέκνα μου εν Κυρίω αγαπητά,
οι πύλες της ιστορίας άνοιξαν,
προκειμένου να βηματίσει ο νέος χρόνος το ταξίδι του.

Επειδή όμως στο ταξίδι αυτό
Συμμετέχουμε, ως βασικό πλήρωμα,
και ίσως στις καρδιές μερικών,
φωλιάσει ο φόβος, για τους πιθανούς κινδύνους,
από τρικυμίες και καταιγίδες,
κατακλείουμε τις ευχετηρίους δεήσεις μας,
με ένα κείμενο μνήμης του γενετικού κώδικα του τόπου μας:                                                                                                                 

«Πού πας, καραβάκι, με τέτοιον καιρό;
Σε μάχεται η θάλασσα, δεν την φοβάσαι;
Ανέμοι σφυρίζουν και πέφτει νερό,
που πας, καραβάκι, με τέτοιον καιρό;»

«Γιά χώρα πηγαίνω πολύ μακρινή.
Θα φέξουνε φάροι πολλοί, να περάσω.
Βοριάδες, νοτιάδες θα βρω, μα θα φτάσω
με πρίμο αγεράκι, μ’ ακέριο πανί.»

«Κι οι κάβοι αν σού στήσουν τη νύχτα καρτέρι;
Απάνω σου αν πέσει το κύμα θεριό
και πάρει τους ναύτες και τον τιμονιέρη;
Πού πας, καραβάκι, με τέτοιον καιρό;»

«Ψηλά στο εκκλησάκι του βράχου,που ασπρίζει,
για μένα έχουν κάμει κρυφή λειτουργία·
ορθός ο Χριστός, το τιμόνι μου αγγίζει,
στην πλώρη μου στέκει, η Παρθένα Μαρία» (Σπεράντζας).

Αδελφοί μου,

εύχομαι ο χρόνος  αυτός να γίνει,                                                                                                                         για μαςκαι τις οικογένειές μας
και όλη την οικουμένη,
σωτήριον έτος Χριστού,
«για να μην μας κατηγορήσουν τα χελιδόνια,
για την άνοιξη, που δεν φέραμε».