Ο Μητροπολίτης Πειραιώς για τον Πάπα και το πρωτείο

Loading...


Ο Απόστολος Πέτρος ούτε ιδρυτής υπήρξε της Εκκλησίας της Ρώμης, ούτε εν τη πόλει ταύτη εμαρτύρησε, ούτε καν μετέβη εις αυτήν, αναφέρει σε ανακοίνωσή του με αφορμή την ενθρόνιση του Πάπα Φραγκίσκου Α’ ο Μητροπολίτης Πειραιώς κ. Σεραφείμ.

Ολόκληρη η ανακοίνωση έχει ως εξής: 

Επ’ ευκαιρία της «ενθρονίσεως» του καταληψίου του πρεσβυγενούς Θρόνου της παλαιάς Ρώμης κ. Φραγκίσκου, εκλεκτού του αξιοτίμου κ. Ντέιβιντ Ροκφέλερ, ιδρυτού του Μουσείου Ροκφέλερ του Τελ-Αβίβ που κατ’ έτος «δωρίζει» εις ημάς τα κατασκευασμένα ντοκυμαντέρς με τα χαλκευμένα και ψευδή στοιχεία περί του Θεανθρωπίνου προσώπου του αληθούς Μεσσίου Κυρίου Ιησού Χριστού και ιδρυτού της τριμερούς επιτροπής, εις τον οποίον επεδόθη και το «δακτύλιον του αλιέως» ως δήθεν διαδόχου του δήθεν «πρίγκηπος» του κολεγίου των Αποστόλων, Αποστόλου Πέτρου ταπεινώς επαγόμεθα τα κάτωθι:
Ο απόστολος Πέτρος ουδέν «πρωτείον» διοικήσεως ή εξουσίας επί των λοιπών αποστόλων και της όλης Εκκλησίας έλαβε παρά του Κυρίου (κατά την σύμφωνον περί της αληθούς εννοίας των γραφικών χωρίων γνώμην των μεγάλων πατέρων της Εκκλησίας), ώστε να δύναται να μεταδώση τοιαύτην εξουσίαν εις οιονδήποτε πνευματικόν διάδοχόν του (καίτοι οι απόστολοι δεν είχον προσωπικούς πνευματικούς διαδόχους, ως ιδρυταί πολλών Εκκλησιών).

Εν τη συνοδική διοικήσει της πρώτης Εκκλησίας των Ιεροσολύμων, ην απετέλεσαν ισοτίμως οι δώδεκα απόστολοι (μετά την συνοδικήν και πάλιν εκλογήν του Ματθίου) είχε μεν ο απ. Πέτρος τιμητικήν τινα διάκρισιν, εισηγούμενος τα υπό συζήτησιν θέματα ή ομιλών πρώτος, δεν είχεν όμως ούτε την ηγεσίαν της διοικήσεως, ούτε την τιμητικήν αυτής απλώς προεδρίαν, διότι και ταύτην κατείχεν ο αποστολος ‘Ιάκωβος.

Θα παραθέσωμεν δε τώρα συνοπτικώς τας σαφείς ωσαύτως μαρτυρίας της Γραφής, αλλά και της ιστορίας, εξ ων πλήρως, και καθ’ ημάς, αποδεικνύεται ότι ο απόστολος Πέτρος ούτε ιδρυτής υπήρξε της Εκκλησίας της Ρώμης, ούτε εν τη πόλει ταύτη εμαρτύρησε· ούτε καν μετέβη εις αυτήν.

Μεταξύ των μαρτυριών τούτων, αι πλείσται των οποίων εκτενέστερον αναπτύσσονται εν τη περισπουδάστω ιστορική μελέτη του αγίου Νεκταρίου, σελ. 12-40, θα προτάξωμεν και ημείς την Α΄ καθολ. επιστολήν του αποστόλου Πέτρου «προς τους εκλεκτούς παρεπιδήμους διασποράς Πόντου, Γαλατίας, Καπαδοκίας, Ασίας, και Βιθυνίας…», γραφείσαν περί το 62 μ.Χ.
 Εν τη επιστολή ταύτη, καίτοι είναι καθολική, αποσιωπάται το όνομα της Ρώμης, ή διότι εγράφη αύτη εκ Ρώμης, ή διότι μέχρι της γραφής της δεν εδίδαξεν ούτος εν αυτή.

Η πρώτη όμως εκδοχή αποκλείεται εξ αυτής της επιστολής, εφόσον αναφέρεται ρητώς εν αυτή ότι εγράφη εν Βαβυλώνι, πρόκειται δε προφανώς περί της εν Αιγύπτω Βαβυλώνος (εφόσον κατά τας σαφείς μαρτυρίας της Ιστορίας αποκλείεται η αρχαία) προς νότον της ‘Ηλιουπόλεως, ένθα υπήρχε και μεγάλη Ιουδαική κοινότης και ναός Ιουδαικός, εν ω και ο τάφος του προφήτου Ιερεμίου σωζόμενος. Καί τούτο ενισχύεται και εκ της αξιώσεως των εν Αιγύπτω Χριστιανών ότι ιδρυτής της Εκκλησίας Αλεξανδρείας είναι ο απ. Πέτρος, όστις ενεπιστεύθη την Εκκλησίαν τω ακολούθω του Ευαγγελιστή Μάρκω.

Συνάγεται όθεν εκ τούτων ότι μέχρι της συγγραφής της Α΄ καθολ. επιστολής του, ήτοι μέχρι του 62 περίπου μ.Χ., ο απόστολος Πέτρος δεν είχε μεταβή εις Ρώμην.

Ότι δε και μετά την συγγραφήν της πρώτης επιστολής του δεν μετέβη ο απόστολος Πέτρος εις Ρώμην μαρτυρεί η δευτέρα καθολική επιστολή του, εφόσον μάλιστα αύτη εγράφη προφανώς διά τους εξ εθνών χριστιανούς, ενώ η πρώτη εγράφη διά τους εξ Εβραίων.

Διότι και εν αυτή ουδόλως αναφέρεται το όνομα της Ρώμης. Καί τέλος, ότι και περί τα τέλη του βίου του δεν μετέβη ο απόστολος Πέτρος εις Ρώμην, βεβαιούται εκ της Β΄ προς Τιμόθεον επιστολής του αποστόλου Παύλου, εν η ρητώς ούτος γράφει: (Δ΄ 16-17) «…εν τη πρώτη μου απολογία ουδείς μοι συμπαρεγένετο, αλλά πάντες με εγκατέλιπον· ο δε Κύριος μοι παρέστη και ενεδυνάμωσέ με, ίνα δι’ εμού το κήρυγμα πληροφορηθή και ακούση πάντα τα έθνη».

Εκ της επιστολής ταύτης του αποστόλου Παύλου, γραφείσης περί τα τέλη του βίου του, βεβαιούται σαφώς, ότι κατά την συγγραφήν της ο απόστολος Πέτρος δεν ήτο εν Ρώμη, άλλως ο απόστολος Παύλος θα εμνημόνευεν αυτού αναγκαίως.

Αποδεικνύεται όμως προσέτι, ότι και προ της συγγραφής της επιστολής ταύτης ουδόλως είχε μεταβή ο απόστολος Πέτρος εις Ρώμην, διότι δεν ήτο δυνατόν να γράψη ο απόστολος Παύλος, ότι «και εν Ρώμη δι’ αυτού επληροφορήθησαν και ήκουσαν το κήρυγμα τα έθνη», εάν προηγουμένως ο απόστολος Πέτρος είχε διδάξει εκεί.

Όταν εις τας μαρτυρίας ταύτας της Γραφής προστεθώσι τα εν ταίς Πράξεσι (ΚΗ΄ 14-31) αναφερόμενα περί της πρώτης εις Ρώμην μεταβάσεως του αποστόλου Παύλου, άτινα αναπτύσσομεν εν τη συνεχεία, εν συνδυασμώ προς την προς Ρωμ. επιστολήν του, συνάγεται το αναμφισβήτητον συμπέρασμα ότι προ της εις Ρώμην μεταβάσεως του αποστόλου Παύλου, αλλά και προ της συγγραφής της Β΄ προς Τιμόθ. επιστολής του, ο απόστολος Πέτρος δεν μετέβη εις Ρώμην.

Αποκλείεται όμως ωσαύτως το ενδεχόμενον της εκεί μεταβάσεώς του και μετά την συγγραφήν της επιστολής ταύτης, γραφείσης, ως προείπομεν, εν Ρώμη ολίγον χρόνον προ του θανάτου του αποστόλου Παύλου, διότι και λόγος πλέον δεν υπήρχεν, εφόσον η Εκκλησία της Ρώμης, ιδρυθείσα υπό του αποστόλου Παύλου, ηρίθμει ήδη πλήθος μαρτύρων, αλλά και χρόνος ομοίως, λόγω του ότι μετ’ ολίγον εκινήθη ο επί Νέρωνος μέγας διωγμός, καθ’ ον πιθανώς εμαρτύρησαν αμφότεροι οι απόστολοι, ουχί όμως εν Ρώμη.

Διότι και περί τούτου ουδεμία σοβαρά ιστορική μαρτυρία υπάρχει. Πάσαι αι σχετικαί τοιαύται, ως θα αποδειχθή εν τοις επομένοις, εστηρίχθησαν καλή τη πίστει επί της αρχαίας παραδόσεως, αύτη όμως εβασίσθη επί αποκρύφων βιβλίων και αναληθών πηγών.

Πλην τούτου, αναμφισβήτητοι ιστορικαί μαρτυρίαι βεβαιούσι τα εναντία. Μεταξύ δε των μαρτυριών τούτων η του αγίου Κλήμεντος Ρώμης (88-97 μ.Χ.) έχει ως εξής:

«…Αλλ’ ίνα των αρχαίων υποδειγμάτων παυσώμεθα, έλθωμεν επί τους έγγιστα γενομένους αθλητάς. Λάβωμεν της γενεάς ημών τα γενναία υποδείγματα. Διά ζήλον και φθόνον οι μέγιστοι και δικαιότατοι στύλοι εδιώχθησαν και έως θανάτου ήλθον. Λάβωμεν προ οφθαλμών ημών τους πρώτους αποστόλους. Πέτρος διά ζήλον άδικον ουχ ένα ουδέ δύο, αλλά πλείονας υπήνεγκε πόνους και ούτω μαρτυρήσας επορεύθη εις τον οφειλόμενον τόπον δόξης. Διά ζήλον και ο Παύλος υπομονής βραβείον υπέσχε, επτά δεσμά φορέσας, φυγαδευθείς, λιθασθείς. Κήρυξ γενόμενος εν τε τη Ανατολή και τη Δύσει το γενναίον της πίστεως κλέος έλαβε δικαιοσύνην διδάξας όλον τον Κόσμον και επί το τέρμα της Δύσεως ελθών και μαρτυρήσας επί των ηγουμένων, ούτως απηλλάγη του Κόσμου».

Εκ των λόγων τούτων του αγίου πατρός συνάγεται το βέβαιον συμπέρασμα ότι αμφότεροι οι κορυφαίοι δεν απέθανον εν Ρώμη, άλλως ούτος θα εποιείτο τούτου μνείαν ότι δεν απέθανον ωσαύτως διά την κατηγορίαν του εμπρησμού της Ρώμης…, αλλ’ ένεκα ζήλου και φθόνου· και τέλος, ότι μόνον ο απόστολος Παύλος εγένετο κήρυξ εν τη Δύσει, «επί το τέρμα της Δύσεως ελθών».

Βεβαιούται δηλ. προσέτι ότι ο απόστολος Παύλος μετέβη και εις Ισπανίαν (ήτις αποτελεί το τέρμα της Δύσεως), ως έγραφε εν τη προς Ρωμ. επιστολήν (ΙΕ΄ 23-24): «… επιποθίαν δε έχων ελθείν προς υμάς από πολλών ετών, ως εάν πορεύομαι εις την Σπανίαν, ελεύσομαι προς υμάς∙ ελπίζω γαρ διαπορευόμενος θεάσασθαι υμάς και υφ’ υμών προπεμφθήναι εκεί…». Καί ότι προφανώς εμαρτύρησεν εκεί, «…επί το τέρμα της Δύσεως, και κατά τον Άγιον Κλήμεντα, ελθών».

Ασχέτως όμως του τόπου και του χρόνου του θανάτου των «κορυφαίων», η σοβαρωτέρα καθ’ ημάς μαρτυρία της προ του αποστόλου Παύλου μη μεταβάσεως του αποστόλου Πέτρου εις Ρώμην και συνεπώς της μη ιδρύσεως της Εκκλησίας της Ρώμης υπ’ αυτού εξάγεται εκ του παραλληλισμού της προ Ρωμαίους επιστολής, μεθ’ όσων αναφέρονται εν ταίς Πράξεσι των αποστόλων (ΚΗ΄ 14-31) περί της πρώτης εις Ρώμην μεταβάσεως του αποστόλου Παύλου.

Οι εν Ρώμη Χριστιανοί (προς τους οποίους εγράφη η προς Ρωμαίους επιστολή) προήρχοντο προφανώς εξ εθνικών εκ Συρίας, Μακεδονίας και Ελλάδος, μαθητευσάντων προηγουμένως παρά τω αποστόλω Παύλω, προφανώς δε και τινων Ιουδαίων, εκ της εν Ρώμη πολυαρίθμου τότε Ιουδαικής κοινότητος. Χωρίς να αποτελώσιν ούτοι ωργανωμένην Εκκλησίαν, συνήρχοντο προφανώς και εδιδάσκοντο εις διαφόρους οίκους, ως εν τη οικία του Ακύλα και της Πρισκίλλης (Ρωμ. ΙΣΤ΄ 3-4).

Ταύτα συνάγονται εκ των εν κεφ. Α΄ 6 και 15, της επιστολής ταύτης αναφερομένων (ένθα ο απόστολος τονίζει ότι είναι «απόστολος εθνών» και… «είναι πρόθυμος να ευαγγελισθή και τοις εν Ρώμη…»), εκ των αναφερομένων εν Κεφ. ΙΑ΄ 13 της αυτής επιστολής «…υμίν γαρ λέγω τοις έθνεσι…».

Γράφων λοιπόν ο απόστολος Παύλος εκ Κορίνθου, κατά το 58 μ.Χ., προς τους χριστιανούς της Ρώμης τονίζει: «…ώστε με από Ιερουσαλήμ και κύκλω μέχρις Ιλλυρικού πεπληρωκέναι το Ευαγγέλιον του Χριστού, ούτω δε φιλοτιμούμενον ευαγγελίζεσθαι, ουχ όπου ωνομάσθη Χριστός, ίνα μη επ’ αλλότριον θεμέλιον οικοδομώ» (Ρωμ. ΙΕ΄ 19-20)

Καί προσθέτει: «…Διό και ενεκοπτόμην τα πολλά του ελθείν προς υμάς… επιποθίαν δε έχων του ελθείν προς υμάς από πολλών ετών, ως εάν πορεύωμαι εις την Σπανίαν ελεύσομαι προς υμάς» (Ρωμ. ΙΕ΄ 22-24). Μήπως και μόνον ταύτα δεν είναι ικανή μαρτυρία ότι γράφων ο απόστολος Παύλος προς τους χριστιανούς της Ρώμης, εγνώριζε καλώς ότι προ αυτού «παρ’ άλλου δεν ωνομάσθη εις αυτούς Χριστός» και ότι, «ουδείς άλλος προ αυτού θεμέλιον παρ’ αυτοίς τέθεικε», διό και φιλοτιμούμενος είχεν επιποθίαν να τους επισκεφθή;

Δεν είχε συνεπώς ο απόστολος Πέτρος μεταβή εις Ρώμην προ της συγγραφής της επιστολής ταύτης, ήτοι προ του 58 μ.Χ. Μήπως όμως μετέβη κατά το από της συγγραφής της επιστολής και μέχρι της πρώτης εις Ρώμην μεταβάσεως του αποστόλου Παύλου μεσολαβήσαν διετές περίπου χρονικόν διάστημα; Καθ’ ημάς και μόνον τα εν ταίς Πράξεσι (ΚΗ΄ 14-31) αναφερόμενα περί της εις Ρώμην πρώτης μεταβάσεως και της εκεί επί διετίαν παραμονής του αποστόλου Παύλου αποκλείουσι τούτο απολύτως. Έχουσι δε ταύτα εν συνόψει ως εξής:

Τον απόστολον Παύλον και τους μετ’ αυτού υποδέχονται, «εξελθόντες μέχρις Αππίου φόρου…» (Πραξ. ΚΗ΄ 15), οι εν Ρώμη χριστιανοί αδελφοί, γνωστοί, προφανώς, κατά τα προεκτεθέντα, τω αποστόλω Παύλω, εξ ου και ούτος ιδών αυτούς «έλαβε θάρσος»· αλλ’ εν τοις αδελφοίς τούτοις δεν υπάρχει προδήλως «επίσκοπος» της εν Ρώμη Εκκλησίας ή πρεσβύτερος, άλλως θα εγίνετο αυτού ειδική μνεία, ως εγένετο διά τους πρεσβυτέρους της Εκκλησίας της Εφέσου (Πραξ. ΚΗ΄ 17 εξ.).
 Λαβών ακολούθως άδειαν ο απόστολος Παύλος να μείνη «εν ιδίω μισθώματι» (Πραξ. ΚΗ΄ 30) (όπου και έμεινε επί διετίαν), καλεί τρεις ημέρας μετά την εις Ρώμην άφιξίν του τους «όντας των Ιουδαίων…» (Πραξ. ΚΗ΄ 17) και ομιλεί προς αυτούς περί του Κ. η Ι. Χριστού, «…της ελπίδος του Ισραήλ, δι’ ην την άλυσιν περιεβάλλετο» (Πραξ. ΚΗ΄ 20). Ούτοι απαντώντες ότι δεν έλαβον γράμματα περί αυτού και δηλούντες ως ‘Ιουδαίοι –και μάλιστα οι πρόκριτοι των εν Ρώμη– ότι ουδείς άλλος των αδελφών Ιουδαίων προηγουμένως απήγγειλεν ή ελάλησέ τι περί αυτού πονηρόν, αξιούσι να ακούσωσι παρά του ιδίου τα της διδασκαλίας του, ην αποκαλούσιν αίρεσιν, γνωστού όντος εις αυτούς, ότι «πανταχού αντιλέγεται». Ορισθείσης ημέρας, άρχεται της διδασκαλίας «πείθων» τινάς εξ αυτών…, ενώ άλλοι «ηπίστουν» (Πραξ. ΚΗ΄ 24).

Εκ των πειθομένων δε προδήλως και των άλλων προϋπαρχόντων αδελφών χριστιανών, προς ούς έγραψε την προς Ρωμ. επιστολήν του, ιδρύει την Εκκλησίαν της Ρώμης, ης επίσκοπον χειροτονεί τον μαθητήν του Λίνον. Πως λοιπόν ήτο δυνατόν εν τη λεπτομερεστάτη ταύτη περιγραφή της πρώτης εις Ρώμην μεταβάσεως του αποστόλου Παύλου και της επί διετίαν εκεί παραμονής του, να μη γίνη και η ελαχίστη νύξις περί τυχόν προηγουμένης εκεί μεταβάσεως του αποστόλου Πέτρου και της υπάρξεως εν Ρώμη ωργανωμένης Εκκλησίας, ιδρυθείσης υπ’ αυτού, ως και του ονόματος του επισκόπου της;

Πως δε και οι «όντες», οι πρόκριτοι των εν Ρώμη Ιουδαίων, αποσιωπώσι την εκεί προηγουμένην μετάβασιν του «αδελφού» και «διδασκάλου» των Ιουδαίων αποστόλου. Πέτρου, όλως δ’ αντιθέτως δηλούντες, ότι «ουδείς των αδελφών παρεγένετο» μέχρι τότε προς αυτούς, αξιούσι παρά του αποστόλου Παύλου να ακούσωσι τα της χριστιανικής διδασκαλίας; Εάν ο απόστολος Πέτρος μετέβαινε προηγουμένως εις Ρώμην και εδίδασκε και ίδρυεν Εκκλησίαν, ήτο δυνατόν να μη γνωρίζωσι τούτο οι «όντες» των εκεί Ιουδαίων; Καί ήτο δυνατόν να μη γίνη και νύξις καν περί αυτής και του επισκόπου της εις τας μεταξύ αυτών και του απ. Παύλου συζητήσεις;
  
 Αλλά και αι προς Φιλιππησίους, προς Κολοσσαείς και προς Τίτον επιστολαί του απ. Παύλου, αι αναμφισβητήτως γραφείσαι εν Ρώμη, κατά το διετές διάστημα της εκεί παραμονής του, εν αίς ουδεμία νύξις γίνεται περί του αποστόλου Πέτρου, ενώ, και δη εν τη προς Κολοσσαείς, γίνεται ονομαστική μνεία τόσων άλλων, αποτελούσιν αδιαφιλονίκητον μαρτυρίαν, ότι προ του απ. Παύλου δεν μετέβη εις Ρώμην ο απόστολος Πέτρος, ούτε δε και μετ’ αυτόν και καθ’ ον χρόνον ούτος παρέμεινεν εκεί. Εκ δε της Β΄ προς Τιμόθεον γραφείσης, ως προανεπτύξαμεν, εν Ρώμη ολίγον προ του θανάτου του αποστόλου Παύλου (64-67 μ.Χ.), προσεπιβεβαιούται ότι δεν μετέβη ούτος εις Ρώμην.

Καί άλλα όμως εξηκριβωμένα ιστορικά γεγονότα, εν συνδυασμώ προς τας μνησθείσας μαρτυρίας της Γραφής, αποδεικνύουσιν ως τελείως αναληθείς τους ισχυρισμούς των θεολόγων της Παπικής Κοινότητος ότι ο απόστολος Πέτρος μεταβάς εις Ρώμην τω 41 μ.Χ.! παρέμεινεν εκεί συνεχώς! , μέχρι του 66 μ.Χ., ότε και επί Νέρωνος εμαρτύρησεν.

Ούτως είναι βεβαιωμένον ότι ο απόστολος Παύλος επεστράφη τω 37 μ.Χ., «μετά τρία δε έτη ανήλθεν εις Ιεροσόλυμα ιστορήσαι Πέτρον και επέμεινε παρ’ αυτώ ημέρας δέκα πέντε» (Γαλ. Α΄ 18). Η πρώτη λοιπόν συνάντησις των δύο αποστόλων εγένετο εν Ιεροσολύμοις τω 39 μ.Χ. Συνεχίζων ο απ. Παύλος εν τη αυτή επιστολή (Β΄ 1), βεβαιοί, ότι ανέβη το δεύτερον εις Ιεροσόλυμα «μετά δέκα τέσσαρα έτη», μετά των αποστόλων Βαρνάβα και Τίτου, κατά την δευτέραν δε ταύτην μετάβασίν του εγένετο και η πρώτη εν Ιεροσολύμοις αποστολική σύνοδος διά τον τρόπον της εισδοχής εις την Εκκλησίαν των εξ εθνών προσερχομένων (Πραξ. ΙΕ΄ 5-30).

Ώστε και μετά δέκα τέσσαρα (14) έτη από του 39 μ.Χ., ήτοι τω 53 μ.Χ., ο απόστ. Πέτρος ευρίσκεται εις «Ιεροσόλυμα και λαμβάνει μέρος εις την Α΄ Αποστολικήν σύνοδον, κατά τον αυτόν δε προδήλως χρόνον δίδει τοις αποστόλοις Παύλω και Βαρνάβα –μετά του Ιωάννου– «δεξιάς κοινωνίας» και ακολούθως ελέγχεται υπό του αποστόλου Παύλου εις Αντιόχειαν.
  
Τω 58, ως προείπομεν, γράφεται εκ Κορίνθου η προς Ρωμαίους επιστολή, εν η ο απ. Παύλος φέρεται καλώς γνωρίζων ότι ουδείς άλλος απόστολος είχε μεταβή μέχρι τότε εις Ρώμην, και τω 60 μ.Χ. αναβαίνει ούτος το τελευταίον εις Ιεροσόλυμα (Πραξ. ΚΑ΄ 17), όπου προφανώς δεν ευρίσκεται ο απ. Πέτρος, διότι επισκέπτεται μόνον τον Ιάκωβον, παρ’ ω «παραγίνονται πάντες οι πρεσβύτεροι». Συλλαμβανόμενος εν Ιεροσολύμοις άγεται εις Καισάρειαν, όπου παραμένει δέσμιος επί διετίαν (Πραξ. ΚΔ΄ 27) και όπου προδήλως γράφει την προς Εφεσίους επιστολήν και εκείθεν μετάγεται το πρώτον εις Ρώμην, κατά το 62 μ.Χ.

Όταν λοιπόν ληφθή υπ’ όψιν: α. ότι ο απόστολος Πέτρος γράφων την Α΄ Καθολικήν επιστολήν του προς τους εν διασπορά εξ Ιουδαίων χριστιανούς «Πόντου, Γαλατίας κλπ.» είχε γνώσιν της προς Εφεσίους επιστολής του αποστόλου Παύλου, γραφείσης περί το 62 μ.Χ. β. ότι ολίγον προ της συγγραφής της επιστολής ταύτης – κατά την τελευταίαν μετάβασιν του αποστόλου Παύλου εις Ιεροσόλυμα – δεν ευρίσκετο εκεί· και c. ότι από της συγγραφής της προς Ρωμαίους επιστολής (58 μ.Χ.) και ακολούθως της προς Εφεσίους (60-62 μ.Χ.) μέχρι της πρώτης συνοδεία μεταγωγής δεσμίου του αποστόλου Παύλου εις Ρώμην δεν είχεν ούτος ουδόλως μεταβή εις Ρώμην (ως τούτο αποδεικνύεται εκ της εν ταίς Πράξεσι λεπτομερούς περιγραφής της πρώτης εκεί μεταβάσεως του αποστόλου Παύλου, ην προανεπτύξαμεν), δεν καθίσταται αναμφισβήτητον ότι απουσιάζων ο απόστολος Πέτρος εξ Ιεροσολύμων, κατά την τελευταίαν εκεί μετάβασιν του αποστόλου Παύλου, ευρίσκετο όντως κατά τον αυτόν χρόνον εις την Βαβυλώνα της Αιγύπτου, όπου και έγραψε την Α΄ Καθολικήν επιστολήν του, εν η ουδόλως ανέφερε την Ρώμην, ακριβώς διότι δεν είχε ουδόλως μέχρι τότε μεταβή εκεί;

Εκ του συνδυασμού λοιπόν πασών των μαρτυριών τούτων συνάγεται το αμάχητον πλέον συμπέρασμα ότι προ του αποστόλου Παύλου δεν μετέβη εις Ρώμην ο απόστολος Πέτρος.

Εκ του συνδυασμού επίσης των επιστολών του αποστόλου Παύλου προς Φιλιππησίους, Κολοσσαείς και Τίτον, αίτινες αναντιρρήτως εγράφησαν εν Ρώμη κατά το πολυετές διάστημα της εκεί παραμονής του (και εν αίς ουδεμία νύξις γίνεται περί του αποστόλου Πέτρου, καίτοι γίνεται ονομαστική μνεία τόσων άλλων εν τη προς Κολασσαείς) συνάγεται ωσαύτως το αναμφισβήτητον συμπέρασμα ότι ούτε κατά το διάστημα της εν Ρώμη παραμονής του αποστόλου Παύλου μετέβη εκεί ο απόστολος Πέτρος, εφ’ όσον άλλως τε, ως προείπομεν, ουδείς πλέον υπήρχε προς τούτο λόγος, αφού η Εκκλησία της Ρώμης υπό του αποστόλου Παύλου ιδρυθείσα ήκμαζε, ηγέρθη δε μετ’ ολίγον και ο μέγας επί Νέρωνος διωγμός. Τέλος, εκ της Β΄ προς Τιμόθεον επιστολής του αποστόλου Παύλου, γραφείσης εν Ρώμη ολίγον προ του θανάτου του, προσεπιβεβαιούται, κατά τα προαναπτυχθέντα, ότι ουδέποτε μετέβη ο απόστολος Πέτρος εις Ρώμην.

Καί αποδεικνύονται ούτως όλως αβάσιμοι και αναληθείς οι περί του εναντίου ισχυρισμοί των θεολόγων της Παπικής Κοινότητος, ως και αι σχετικαί πληροφορίαι του Ευσεβίου, του Ειρηναίου (Λουγδούνου), του Διονυσίου Κορίνθου και του πρεσβυτέρου Γαίου, τας οποίας ούτοι επικαλούνται∙ διότι και αι πληροφορίαι αύται προδήλως εστηρίχθησαν επί αποκρύφων βιβλίων και αναληθών πηγών.

Περί των πληροφοριών δε τούτων εκ της αυτής «…Μελέτης» του αγίου Νεκταρίου (σελ. 32-40) μεταφέρομεν τα εξής:

«Είδομεν ότι και μέχρι τέλους του 66 μ.Χ. ο Παύλος ην εν Ρώμη ελεύθερος και ζων. Επειδή δε ουδαμού αναφέρεται ο Πέτρος, άρα ο Πέτρος δεν ήτο εν Ρώμη…

»Αλλ’ ο Πέτρος και μετά ταύτα δεν μετέβη εις Ρώμην, τουλάχιστον μέχρι του 81 έτους, ως εκ των ιστορουμένων υπό του Ευσεβίου δείκνυται, εαυτόν αναιρούντος.
 
 »Ο Ευσέβιος εν βιβλ. III κεφ. α΄, β΄, και εν βιβλ. IV α΄ και αλλαχού λέγει περί Πέτρου ότι μετέβη εις Ρώμην και ότι εχειροτόνησεν εκεί τον Λίνον πρώτον επίσκοπον Ρώμης, και εν βιβλ. ΙΙ κε΄, ότι εθανατώθη επί Νέρωνος εν Ρώμη… Αλλ’ ο αυτός εν τω III βιβλ., κεφ. ιγ΄, λέγει: «Κατά το δεύτερον έτος της βασιλείας Τίτου, Λίνος επίσκοπος της Ρωμαικής Εκκλησίας δύο και δέκα ενιαυτοίς την λειτουργίαν κατασχών, Ανεγκλήτω ταύτην παραδέδωκεν.

»Ίδωμεν ήδη ποίω έτει αντιστοιχεί το δεύτερον έτος της βασιλείας Τίτου, καθ’ ο παρέλαβε τον θρόνον ο Ανέγκλητος.

»Ο Κλαύδιος εβασίλευσεν από του 40 μέχρι του 54. Ο Νέρων από του 54 μέχρι του 68. Ο Ουεσπεσιανός από του 69 μέχρι του 79. Ο Τίτος από του 79 μέχρι του 81 και πλέον 1/3 του έτους. Ώστε από του 81 έτους, αφαιρουμένων 12 ετών της επισκοπής Λίνου, μένουσι 81-12= 69· ώστε κατά το 69-70 μ.Χ. εχειροτονήθη ο Λίνος κατά την ακριβή χρονολογίαν και την μαρτυρίαν του Ευσεβίου.

«Ήδη ερωτώμεν· πως εχειροτονήθη υπό του Πέτρου, μαρτυρήσαντος κατά το 66 κατά τους Παπικούς; Πως δε εν τω τρίτω βιβλίω, κεφ. Δ΄, λέγει τα αντιφατικά ταύτα «Λίνος δε ου μέμνηται συνόντος επί Ρώμης αυτώ (τω Παύλω) πρώτος μετά Πέτρον της Ρωμαίων Εκκλησίας την επισκοπήν ήδη πρότερον κληρωθείς δεδήλωται»; Πως συμβιβάζεται «το πρότερον κληρωθείς μετά Πέτρον», με την είδησιν, την οποίαν μας δίδει με τα εννέα μόνον κεφάλαια του αυτού βιβλίου του; Πως ο πρότερον υπό του Πέτρου κληρωθείς χειροτονείται επίσκοπος Ρώμης κατά το 69 έτος;

Ώστε ορθώς υπεστηρίξαμεν, ότι το «μετά Πέτρον» ήτο «μετά Παύλον». Η πληροφορία αυτή της χειροτονίας του Λίνου κατά το 69-70 μ.Χ. βεβαιοί την δευτέραν εις Ρώμην επιδημίαν του απ. Παύλου, ίσως μετά την εις Ισπανίαν μετάβασίν του· προσέτι μαρτυρεί αυτόν έτι ζώντα· τα δε περί μαρτυρίου του μετά του απ. Πέτρου κατά το 66ον επί Νέρωνος, ελέγχονται ανακριβή. Ότι Παύλος ην και ουχί Πέτρος, μαρτυρείται και εκ των διαταγών των Αποστόλων, Βιβλ. Ξ΄ κεφ. ΜΕ΄, εν αίς μόνον περί του απ. Παύλου γίνεται λόγος, περί δε του απ. Πέτρου ουδείς. 
 »Ο Ανέγκλητος, κατά τον Ευσέβιον, επεσκόπευσε 12 έτη (Βιβλ. III ιε΄). Δωδεκάτω δε έτει της αυτής ηγεμονίας (Δομιτιανού) των Ρωμαίων Εκκλησίας· Ανέγκλητον έτεσιν επισκπεύσαντα δέκα δύο διαδέχεται Κλήμης.

»Κατά την ακριβή χρονολογίαν ο Τίτος απέθανεν, ως είδομεν, το 81 μ.Χ. και παρέλαβε την ηγεμονίαν Δομιτιανός… ώστε προστιθεμένων 12 προς τοις 81 έχομεν 93, το έτος καθ’ ο εχειροτονήθη ο Κλήμης τρίτος διάδοχος του Ρωμαικού επισκοπικού θρόνου, και όμως παρά τοις Παπικοίς φέρεται, ότι και ούτος υπό του Πέτρου εχειροτονήθη!!!

»Παρ’ Ευσεβίω φέρεται το εξής απόσπασμα του Ειρηναίου: «Θεμελιώσαντες ούν και οικοδομήσαντες οι μακάριοι απόστολοι την Εκκλησίαν, Λίνω την της επισκοπής λειτουργίαν ενεχείρισαν» (Ευσεβ. Βιβλ. V στ΄). Επίσης εν Κεφ. Η΄ του αυτού Βιβλ. φέρεται έτερον του Ειρηναίου απόσπασμα, το εξής: «Ο μεν δη Ματθαίος εν τοις Εβραίοις τη ιδία διαλέκτω αυτών και γραφή εξήνεγκεν Ευαγγέλιον, του Πέτρου και του Παύλου εν Ρώμη ευαγγελιζομένων και θεμελιούντων την Εκκλησίαν. Μετά δε την τούτων έξοδον Μάρκος, ο μαθητής και ερμηνευτής Πέτρου, και αυτός τα υπό του Πέτρου κηρυσσόμενα εγγράφως ημίν παρέδωκε».

Κατά τα δύο ταύτα αποσπάσματα εκ της ιστορίας του Ειρηναίου μανθάνομεν επτά τινα: i. «Ότι ο Πέτρος και ο Παύλος συνεθεμελίωσαν και ωκοδόμησαν την Εκκλησίαν της Ρώμης»∙ ii. ότι αμφότεροι ενεχείρισαν την λειτουργίαν της επισκοπής Ρώμης τω Λίνω· iii. ότι ο Ευαγγελιστής Ματθαίος Εβραίδι διαλέκτω συνέγραψε το Ευαγγέλιόν του· iv. ότι έγραφε, καθ’ ον χρόνον Πέτρος και Παύλος ευηγγελίζοντο και ωκοδόμουν την Εκκλησίαν Ρώμη∙ v. ότι ο Πέτρος και ο Παύλος είχον σύγχρονον την έξοδον· vi. ότι ο Μάρκος εγένετο ερμηνευτής του Πέτρου εν Ρώμη και vii. ότι ο Μάρκος συνέγραψε μετά την έξοδον των αποστόλων το κατ’ αυτόν Ι. Ευαγγέλιον. Δεύτε ίδωμεν, εάν ταύτα ούτως έχει.
 »Πρώτον ο Ειρηναίος λέγει, ότι ο Πέτρος και Παύλος συνεθεμελίωσαν την Εκκλησίαν της Ρώμης· ο Ειρηναίος ήκμασε κατά τον δεύτερον αιώνα (140-202 μ.Χ.). Την πληροφορίαν του ταύτην έλαβεν εν Ρώμη πιστεύσας ως αληθή ιστορίαν τον περί Σίμωνος μάγου μύθον, διότι γράφει, ότι όντως εν Ρώμη, προς τιμήν του Σίμωνος μάγου, ηγέρθη ανδριάς διά την μαγικήν αυτού τέχνην… Η παραδοχή του μύθου ως ιστορικής αληθείας εξηγεί την παραδοχήν της μεταβάσεως του Πέτρου εις Ρώμην επί Κλαυδίου Καίσαρος, διότι εν τω μύθω τούτω ιστορείται όλη η κατά του Σίμωνος μάγου ενέργεια του Πέτρου και Παύλου και η εις Ρώμην μετάβασις του Πέτρου.

Προ του Ειρηναίου ο Ιουστίνος ο φιλόσοφος και μάρτυς, ακμάσας κατά το ήμισυ του δευτέρου αιώνος, επίστευσε τον μύθον, πεισθείς εις τας διαβεβαιώσεις των εν Ρώμη χριστιανών. Ιδού οι λόγοι του Ιουστίνου. «Σίμωνα μεν τινα Σαμαρέα τον από κώμης λεγομένης Τιττών, ος επί Κλαυδίου Καίσαρος διά της των ενεργούντων δαιμόνων τέχνης δυνάμεις ποιήσας μαγικάς εν τη πόλει ημών Βασιλίδι Ρώμη Θεός ωνομάσθη και ανδριάντι παρ’ ημών ως Θεός τετίμηται· ος ανδριάς ανεγήγερται εν τω ποταμώ Τίβερι μεταξύ δύο γεφυρών έχων επιγραφήν Ρωμαικήν ταύτην «Simoni deo sancto».

Κατά τα ψευδοκλημέντεια ο Σίμων ο μάγος προείπεν ότι έμελλε να τιμηθή εν Ρώμη ως Θεός, και ανδριάς χάριν αυτού έμελλε να στηθή εν αυτή.
»Τα ψευδοκλημέντεια καίτοι εφάνησαν κατά την εποχήν ταύτην, ο μύθος όμως του Σίμωνος μάγου και των διωγμών του υπό του Πέτρου είναι πολύ προγενέστερος, εφάνη από τας αρχάς του δευτέρου αιώνος.

Αι Πράξεις των αποστόλων Πέτρου και Παύλου και το απολεσθέν κήρυγμα του Πέτρου είναι έργα έχοντα την αρχήν εις αυτόν τον πρώτον αιώνα, εγένοντο δε υπό των ‘Ιουδαίων χριστιανών, των μη αποσπασθέντων της νομικής λατρείας, των πολεμούντων τον Παύλον διά τας κατά της νομικής λατρείας διδασκαλίας του, οίτινες διά την προσήλωσίν των εις την Ιουδαικήν λατρείαν απετέλεσαν τας αιρέσεις των Εβιωναίων και Εσσαίων· ώστε ουδεμία αμφιβολία υπολείπεται περί της πηγής, εξ ης ήντλησαν αμφότεροι, ο τε Ιουστίνος και ο Ειρηναίος∙ η του Ειρηναίου άρα πληροφορία περί της θεμελιώσεως και οικοδομήσεως της Εκκλησίας της Ρώμης υπό του Πέτρου και Παύλου στερείται ιστορικού κύρους. Ήδη εξετάσωμεν την ιστορικήν αλήθειαν και της δευτέρας ειδήσεως.

»Εν τη δευτέρα ειδήσει λέγει, ότι αμφότεροι οι απόστολοι Πέτρος και Παύλος ενεχείρησαν την λειτουργίαν της επισκοπής Ρώμης τω Λίνω (ενώ εν Βιβλ. III δ΄, λέγει υπό του Πέτρου μόνον κατεστάθη ο Λίνος επίσκοπος).

Η είδησις αύτη δύναται να διακριθή εις δύο μέρη· εις πόρισμα εσφαλμένον εξ εσφαλμένης παραδόσεως εξαχθέν, και εις ιστορικήν αλήθειαν. Το πόρισμα εξήχθη εκ της ψευδούς του μύθου παραδόσεως· η δε τω Λίνω εγχείρισις της επισκοπής υπό του Παύλου είναι ιστορική αλήθεια.

»Η τρίτη είδησις, ότι ο Ευαγγελιστής Ματθαίος Εβραίδι διαλέκτω συνέγραψε, κατά τοσούτον είναι ημίν χρήσιμος καθόσον συνδέεται μετά της τετάρτης ειδήσεως. Εν ταύτη λέγει, ότι έγραψεν ο Ματθαίος, καθ’ ον χρόνον ο Πέτρος και ο Παύλος ευηγγελίζοντο και ωκοδόμουν την Εκκλησίαν της Ρώμης.

»Είδομεν ήδη, ότι ο Ειρηναίος καλή τη πίστει δέχεται τον μύθον του Σίμωνος μάγου ως ιστορικήν αλήθειαν· εντεύθεν δε και η του Πέτρου ομόχρονος μετά του Παύλου συνεργασία εν Ρώμη, όπερ ήδη απεδείξαμεν ως εστερημένον κύρους ιστορικού. Αλλά και το σύγχρονον της συγγραφής του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου πόθεν δήλον; Πως είναι σύγχρονα δύο τινά, ων το έτερον δεν έσχε χρόνον;

»Την μαρτυρίαν του Ειρηναίου εξελέγχει ανακριβή αυτό το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, όπερ μαρτυρεί, ότι εγράφη κατά την αρχήν του Ιουδαικού πολέμου, ως δηλούται εκ του 24 κεφ., στιχ. 15, ήτοι τω 67 μ.Χ., όθεν μετά το μαρτύριον των αποστόλων (Πέτρου και Παύλου). Τούτο μαρτυρεί, ότι η είδησις του Ειρηναίου είναι ανακριβής, διότι ο κριτικός έλεγχος αποδεικνύει αυτήν τοιαύτην, και ότι δεν δυνάμεθα να στηριχθώμεν επί της μαρτυρίας ταύτης του Ειρηναίου, όστις καλή τη πίστει παρέλαβεν αυτήν.

»Η δε πέμπτη είδησις, ότι ο Πέτρος και ο Παύλος σύγχρονον έσχον την έξοδον (εν Ρώμη), ουδαμόθεν άλλοθεν μαρτυρείται ή εκ των αποκρύφων πηγών, των στερουμένων κύρους· διότι και η του Διονυσίου Κορίνθου, ακμάσαντος κατά το 170 σ.ε. μαρτυρία, γράφοντος προς τον επίσκοπον Ρώμης, «ότι την υπό Πέτρου και Παύλου φυτείαν γεννηθείσαν Ρωμαίων τε και Κορινθίων συνεκεράσατε· και γαρ άμφω και εις την ημετέραν Κόρινθον φυτεύσαντες ημάς ομοίως εδίδαξαν, ομοίως δε και εις την Ιταλίαν ομόσε διδάξαντες εμαρτύρησαν κατά τον αυτόν καιρόν» στερείται κύρους∙ διότι εκ των αυτών ηντλήθη πηγών.

»Εάν αύτη έχη αλήθειάν τινα, αύτη ευρίσκεται εν τη ειδήσει, ότι ο Πέτρος ως και ο Παύλος, εκήρυξαν εν Κορίνθω, όπερ μαρτυρείται και εκ της προς Κορινθίους Α΄ επιστολής του Παύλου, ελέγχοντος τους Κορινθίους διά τας έριδας τας μεταξύ των, ότι έκαστος έλεγεν «εγώ μεν ειμι Παύλου, εγώ δε Απολλώ, εγώ δε Κηφά» (Α΄ Κορ. Α΄ 12). Περί του κηρύγματος όμως του Πέτρου εν Ρώμη ουδέν προσθέτει· αλλ’ εάν οι της Ρώμης θεολόγοι φρονώσι τα εναντία, τότε αποδότωσαν τα πρωτεία και πρεσβεία τη Εκκλησία Κορίνθου· διότι θα είναι άπορον η μεν πρεσβυτέρα να στερήται, η δε νεωτέρα να κατακαυχάται.

»Επίσης και η του πρεσβυτέρου Γαίου μαρτυρία, ακμάσαντος κατά το σ.ε. 200 (παρ. Ευσεβ. β΄ 25) και γράφοντος προς Πρόκλον περί των τροπαίων, ήτοι τάφων των αποστόλων εν Ρώμη, ερχομένη μετά την μαρτυρίαν του Ειρηναίου και του Ιουστίνου, μηδέν περί τροπαίων ιστορούντων, και μετά την συγγραφήν των ψευδοκλημεντείων, των συνταχθέντων προς υποστήριξιν των φιλοδόξων αρχών των Παπών, δεν δύναται να έχη κύρος· διότι οι τα ψευδοκλημέντεια γράψαντες, και τρόπαια αποστόλων ηδύναντο να ιδρύσωσι∙ άλλως τε υπήρχον τα τρόπαια του Παύλου (αι αλύσεις), άτινα ηδύναντο να αποδοθώσιν εις αμφότερους τους αποστόλους∙ ώστε ουδέν προσθέτει η του Γαίου μαρτυρία διά της επιδείξεως των τροπαίων των αποστόλων.

»Ο Γάιος λέγων τα τρόπαια των ιδρυσάντων την εν Ρώμη Εκκλησίαν, πόθεν δήλον, ότι εννοεί τον Πέτρον; Τούτο είναι το εν τη λογική καλούμενον pelitio principii. Ανάγκη να ήτο ήδη αποδεδειγμένον, ότι εκ των θεμελιωτών της εν Ρώμη Εκκλησίας υπήρξε και ο Πέτρος, διά να παραδεχθώμεν, ότι ο Γάιος μνημονεύει την εν Ρώμη ύπαρξιν τροπαίου, τουτέστι τάφου του Πέτρου.

Τίνας λοιπόν εννοεί θεμελιωτάς της εν Ρώμη Εκκλησίας; Τον Παύλον και τους μαθητάς αυτού. Διότι απόστολοι δεν εκαλούντο μόνον oι μαθηταί του Χριστού, αλλά και οι συνεργάται και οι μαθηταί αυτών. Ούτως ο Λουκάς καλεί τον Βαρνάβαν απόστολον· ο Παύλος καλεί πολλάκις αποστόλους τον Τίτον, τον Τιμόθεον, τον Σίλαν· ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς καλεί απόστολον Κλήμεντα τον Ρώμης, σύγχρονον του Γαίου.

Αλλά το σπουδαίον επιχείρημα κατά της γνώμης των αντιφρονούντων είναι τα παρά του Γαίου λεγόμενα περί τροπαίων των αποστόλων εν Ρώμη, άτινα είναι αδύνατον να είναι αληθή, διότι άντικρυς αντιμάχονται προς τα πράγματα.

Ο Γάιος μνημονεύει «τρόπαια αποστόλων», τα οποία δύναται πας τις να ίδη παρά τω Βατικανώ ή παρά την Ωστίαν οδόν, τουτέστιν εις τόπους περιφανείς. Αλλ’ ήτο τούτο δυνατόν, καθ’ ον χρόνον οι Χριστιανοί διά να σωθώσιν έπρεπε να είναι κεκρυμμένοι;

»Εάν υπήρχον τω όντι οι τάφοι, ως μνημονεύει ο Γάιος, θα κατεσκευάσθησαν τον δεύτερον αιώνα, τουτέστιν επί Τραινού ή επί Αδριανού, διότι μόνον τότε οι χριστιανοί απήλαυσαν ελευθερίας τινός. Αλλά τότε διατί ο Παύλος ο Σαμοσατεύς, επίσκοπος Αντιοχείας, γράψας περί το 260, ουδέν περί του πράγματος αναφέρει; Διατί ο Αμμώνιος ο Αλεξανδρεύς, ο περί το 250 συγγράψας την των Ευαγγελίων ερμηνείαν, ουδέν μνημονεύει; Διατί ο Μινούκιος (213), ο Φήλιξ εν τω περί θρησκείας διαλόγω αυτού ουδέν έγραψεν;

Ομοίως ο Λουκιανός, ο εν Αντιοχεία πρεσβύτερος, και Διονύσιος ο επίσκοπος Αντιοχείας, γράψαντες περί το 240, ουδέν μνημονεύουσι;
»Η του Ωριγένους μαρτυρία περί του θανάτου του Παύλου εν Ρώμη επί Νέρωνος αναιρείται υπό του Κλήμεντος Ρώμης, ιστορούντος, ότι ο Παύλος «επί το τέρμα της Δύσεως ελθών και μαρτυρήσας επί των ηγουμένων απηλλάγη», όπερ και ως αόριστον εάν νοηθή και μη ακριβώς δηλούν ως τόπον μαρτυρίου την Ισπανίαν, δεν εννοεί όμως και την Ρώμην διά την αοριστίαν.

»Ουδέ του Ευσεβίου η μαρτυρία, ιστορούντος, κατά τα προαναπτυχθέντα, τον θάνατον των δύο αποστόλων εν Ρώμη, έχει κύρός τι, διότι και ούτος, ως προελέχθη, εν πολλοίς αντιφάσκει και τας ειδήσεις ήντλησεν εκ τεθολωμένων πηγών. Απόδειξις, ότι αναφέρει ως ιστορικήν αλήθειαν τον μύθον του Σίμωνος μάγου, ενώ αναφέρει και την είδησιν περί του θανάτου των δύο αποστόλων, και αβασανίστως δέχεται πάσαν παράδοσιν ή είδησιν ως ιστορικήν αλήθειαν…

»Η έκτη είδησις, ότι ο Μάρκος εγένετο ερμηνευτής Πέτρου εν Ρώμη, αναιρείται υπ’ αυτών των αγίων Γραφών. Ο Μάρκος δυνατόν να υπήρξεν ερμηνευτής του Πέτρου, αλλ’ ουχί εν Ρώμη· πολύ πιθανόν εν Αιγύπτω, διότι εν Αιγύπτω ωμιλούντο η Κοπτική, η Ελληνική και η Λατινική γλώσσα.

Εν Ρώμη δεν ήτο δυνατόν, α) διότι ο Πέτρος δεν μετέβη εις Ρώμην, και β) διότι, ως είδομεν, ο Μάρκος μέχρι μεν το 62 προς 63 ήτο εν Αιγύπτω συν τω Πέτρω, από δε του χρόνου τούτου αναφέρεται εις τας επιστολάς του Παύλου, ως είδομεν, ως συνεργός αυτού, εν αίς ουδεμία γίνεται μνεία του ονόματος του Πέτρου· ώστε και αυτή η είδησις του Ειρηναίου στερείται του κύρους του εκ της μαρτυρίας των Γραφών και ως υπ’ αυτών αθετουμένη πίπτει. Η είδησις αύτη εν φαίνεται ότι ενέχει το αληθές· ότι ο Μάρκος εγένετο ερμηνευτής του Πέτρου. Επειδή δε δεν εγένετο εν Ρώμη, πιθανόν ότι εγένετο εν Αιγύπτω, και τότε υποστηρίζεται η γνώμη ημών περί του τόπου της συγγραφής της Α΄ Καθολικής επιστολής.

»Η δε εβδόμη είδησις, ότι μετά την έξοδον των αποστόλων ο Μάρκος μετέδωκε το κατ’ αυτόν Ευαγγέλιον γραπτώς, ουδόλως υποστηρίζει την είδησιν και ότι έγραψεν εν Ρώμη και ότι μάλιστα «εκύρωσε την γραφήν ο απ. Πέτρος», ως ιστορεί ο Ευσέβιος εν Βιβλ. II κεφ. ιε΄, αλλά και ταύτα στερούνται κύρους, διότι η κριτική έρευνα εξελέγχει αυτά ανακριβή και προς την αλήθειαν αντιμαχόμενα· Ιδού δε η απόδειξις:

Το Ευαγγέλιον το κατά Ματθαίον μετεφράσθη εις την Ελληνικήν, εκ δε της συγκρίσεως των τριών Ευαγγελίων, ήτοι της μεταφράσεως του κατά Ματθαίον, του κατά Λουκάν και του κατά Μάρκον, δείκνυται, ότι και ο Λουκάς και ο Μάρκος γράφοντες είχον την μετάφρασιν ταύτην υπ’ όψει· διότι 42 περικοπαί του Ευαγγελίου του Μάρκου και του Λουκά είναι καθ’ όλα όμοιαι προς τας του Ευαγγελίου του Ματθαίου· επομένως ο Μάρκος έγραψεν πολύ ύστερον.

Πολύ πιθανόν, και ίσως βέβαιον, ότι έγραψεν εν Αλεξανδρεία, όπου ως ερμηνευτής του Πέτρου εχρημάτισε και τα υπ’ αυτού κηρυσσόμενα εγγράφως τοις πιστεύουσι παρέδωκε· ώστε η του Ειρηναίου μαρτυρία, τοσαύτα έχουσα τα τρωτά, δεν δύναται να χρησιμεύση ως θεμέλιον διά να οικοδομηθή το πρωτείον του Πάπα. Το αυτό κύρος έχουσι πάσαι αι προμνημονευθείσαι μαρτυρίαι.

Ώστε ο απόστολος Πέτρος ουδαμόθεν αποδεικνύεται, ότι μετέβη εις Ρώμην, ή ότι εκήρυξεν εν Ρώμη, ή ότι απέθανεν εν Ρώμη. Μάλιστα όλως ταναντία μαρτυρούνται υπό τε της Ιεράς Γραφής και της Εκκλησιαστικής Ιστορίας».

Εκ της λεπτομερούς και αναλυτικής ταύτης κριτικής των πληροφοριών του Ειρηναίου (Λουγδούνου), του Διονυσίου Κορίνθου, του πρεσβυτέρου Γαίου, του Ωριγένους και εν συνεχεία του Ευσεβίου περί μεταβάσεως και του αποστόλου Πέτρου εις Ρώμην και της ιδρύσεως υπ’ αυτού, εν συνεργασία μετά του αποστόλου Παύλου της Εκκλησίας της Ρώμης, αποδεικνύεται, φρονούμεν, πλήρως ότι όντως αι πληροφορίαι αύται επί αναληθών παραδόσεων και πηγών εστηρίχθησαν, προδήλως άλλως τε προς τας σαφείς αντιθέτους μαρτυρίας της Γραφής και της Ιστορίας αντικείμεναι.

Τας αναληθείς ταύτας πηγάς και παραδόσεις πολύ εγκαίρως, προφανώς, ως εκ των «ψευδοκλημεντείων» (με τα οποία και εν τη συνεχεία θα ασχοληθώμεν) συνάγεται, επενόησε και κατά τα τέλη του Β΄ αιώνος έθεσεν εις κυκλοφορίαν ο Παπισμός, έκτοτε διανοηθείς να υποκαταστήση το κοσμικόν «imperium» και το «Pontifex maximus» των Ρωμαίων αυτοκρατόρων διά του πνευματικού τοιούτου ως δήθεν χριστιανικού.

Καί ήτο όλως φυσικόν, υπό το κράτος των εν γένει πνευματικών συνθηκών της εποχής εκείνης, των δυσχερειών της πνευματικής μεταξύ των μεγάλων και απομεμακρυσμένων απ’ αλλήλων πόλεων επικοινωνίας και της ελλείψεως μέσων ελέγχου της γνησιότητος των επί περγαμηνών τότε κυκλοφορούντων συγγραμμάτων, να μη είναι δυνατός ο προσήκων άμεσος έλεγχος των σχετικών παραδόσεων και πηγών.

Αλλά και αν παρά πάντα ταύτα εγίνετο δεκτόν ότι με-
τα τον απόστολον Παύλον ή και προ αυτού ακόμη μετέβη και ο απόστολος Πέτρος εις Ρώμην (καίτοι η δευτέρα εκδοχή αποκλείεται κατά τα προεκτεθέντα) και ότι μετά του αποστόλου Παύλου, ή και προ αυτού, ίδρυσε την εκκλησίαν της Ρώμης, και πάλιν ο Παπισμός ουδέν επιχείρημα θα ηδύνατο να πορισθή διά την δικαιολόγησιν και θεμελίωσιν του επί της όλης Εκκλησίας «πρωτείου» του διότι, ως προαπεδείξαμεν, ουδέν τοιούτον «πρωτείον» είχεν ο απόστολος Πέτρος. Καί η ενδεχομένη όθεν υπ’ αυτού ίδρυσις της Εκκλησίας Ρώμης, αλλά και ο τυχόν θάνατός του εν Ρώμη δεν ήτο δυνατόν να μεταδώσωσιν εις τον επίσκοπον της Εκκλησίας της Ρώμης ιδιαιτέραν τινά εξουσίαν ή δικαιοδοσίαν επί της όλης Εκκλησίας. Πολύ ορθώς δε και ως προς τούτο ο αοίδιμος Αρχιεπίσκοπος Βουλγαρίας Λέων τονίζει εν αρχή της εν τοις προηγουμένοις μνημονευθείσης επιστολής του και τα εξής:

«Ει η Ρώμη, ότι εδέξατο τον κορυφαίον επίσκοπον, πρώτη, η Αντιόχεια μάλλον έχει το πρωτείον∙ και γαρ προ της Ρώμης ο απ. Πέτρος επεσκόπησεν εν Αντιοχεία. Έτι, ει διά τον κορυφαίον των αποστόλων η Ρώμη... τον μαρτυρικόν… τελειώσαντα δρόμον, πολλώ δικαιότερον τα Ιεροσόλυμα της Ρώμης πρωτεύειν.

Έτι ει από της προσώπων ποιότητος το πρωτείο τοις θρόνοις περίεστι, πως ου λαμπρώς κατά πάντων τα Ιεροσόλυμα το κράτος έξει; Αυτός γαρ ο και Πέτρου και ημών απάντων κοινός πλάστης και δεσπότης, ο πρώτος και Μέγας Αρχιερεύς, η πηγή πάσης ζωής και Αρχιερατικής τάξεως, εν αυτοίς… και την διατριβήν έσχε και Εαυτόν υπέρ της του Κόσμου σωτηρίας εκών ιεράτευσε. Έτι, ει διά τον κορυφαίον η Ρώμη ζητεί το πρωτείον, δι’ Ανδρέαν τον πρωτόκλητον και γενέσει πρότερον αδελφόν, το Βυζάντιον πρώτον…».