Ναυπάκτου Ιερόθεος: Ο Μεσσίας στην Παλαιά και την Καινή Διαθήκη

Loading...


Του Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου- Μια από τις βασικές φράσεις που συνδέονται με τον άγιο Απόστολο Ανδρέα τον Πρωτόκλητο είναι η φράση που είπε στον αδελφό του Σίμωνα, τον Απόστολο Πέτρο: «Ευρήκαμεν τον Μεσσίαν· ο εστι ερμηνευόμενον Χριστός» (Ιω. α΄, 42).

Το ερώτημα που τίθεται είναι: Πως ο άγιος Ανδρέας κατάλαβε την λέξη Μεσσίας και τι ακριβώς εννοούσε; Πρόκειται για μια μεσσιανική προσδοκία που υπήρχε στην εποχή του μεταξύ των Ιουδαίων, για την εμφάνιση ενός πολιτικού άρχοντος για να τους ελευθερώση από την κυριαρχία στους Ρωμαίους ή πρόκειται για την εμπειρική πίστη που συνδέεται με τον Χριστό ως αληθινό Θεό που σαρκώθηκε;

Ο Απόστολος Ανδρέας ήδη πριν πη αυτήν την φράση παρευρισκόταν με τον Ιωάννη τον Θεολόγο πλησίον του Ιωάννου του Προδρόμου, τον άκουσε να λέγη για τον Ιησού, «ίδε ο αμνός του Θεού» (Ιω. α΄, 36) και Τον ακολούθησε. Σε κάποια στιγμή «στραφείς ο Ιησούς και θεασάμενος αυτούς ακολουθούντας λέγει αυτοίς∙ τι ζητείτε;». Εκείνοι ζήτησαν να μάθουν που μένει. Ο Χριστός τους απάντησε: «Έρχεσθε και ίδετε». Και «ήλθον ούν και είδον που μένει, και παρ’ αυτώ έμειναν την ημέραν εκείνην» (Ιω. α’ 38-40).

Κατά την ερμηνευτική διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας αυτή ήταν μια θεωρία της δόξης του Θεού, και οι δύο αυτοί μαθητές παρέμειναν την ημέρα εκείνη μέσα στην δόξα Του, και κατάλαβαν ότι αυτός είναι Υιός του Θεού. Ερμηνεύει ο ιερός Θεοφύλακτος:

«Προς τους ακολουθούντας αυτώ στρέφεται ο Ιησούς, και δεικνύει αυτοίς το εαυτού πρόσωπον. Ει μη γαρ διά της αγαθής πράξεως ακολουθήσης τω Ιησού, ουκ αν φθάσης εις θεωρίαν του προσώπου Κυρίου, ουδέ απελεύση προς την παραμονήν αυτού, τουτέστιν, ου φθάσεις εις τον της θείας γνώσεως φωτισμόν· οικία γαρ του Χριστού το φως. «Φως γαρ, φησίν, οικών απρόσιτον». Ο γαρ τοι μη καθάρας εαυτόν, και διά της καθάρσεως ακολουθήσας, πως εν γνώσει φωτισθήσεται;».

Ο π. Ιωάννης ο Ρωμανίδης έλεγε: «Οι δύο μαθητές του Προδρόμου, όταν έγιναν Μαθητές του Χριστού, Τον ρώτησαν «που μένεις;» (Ιω. α΄, 39). Αυτό σημαίνει ότι παρεκάλεσαν τον Χριστό να δείξη το διαμέρισμά Του; Όχι. Αλλά να δείξη που μένει. Σημαίνει ότι παρεκάλεσαν οι Απόστολοι τον Χριστό να αποκαλύψη την μονή Του, που είναι η άκτιστη δόξα του Θεού. Και επί μία ολόκληρη ημέρα συμμετείχαν αυτοί οι Απόστολοι στην εμπειρία της θεώσεως. Οπότε, έχουμε, δηλαδή, την πρώτη εμπειρία της θεώσεως, μετά τον Πρόδρομο. Όπως ο Πρόδρομος είχε την εμπειρία αυτή από τον Χριστό, έτσι και οι Μαθητές Του έχουν την εμπειρία».

Μέσα σε αυτήν την προοπτική πρέπει να ερμηνεύσουμε και τον λόγο του Αποστόλου Ανδρέου: «Ευρήκαμεν τον Μεσσίαν». Έτσι πέρασε από την Παλαιά Διαθήκη στην Καινή Διαθήκη, όπως ερμήνευσαν οι Πατέρες της Εκκλησίας την λέξη Μεσσίας.

Διαβάστε εδώ:  Ναυπάκτου Ιερόθεος: Οι διαφορές μεταξύ πνευματικού πατέρα και ψυχολόγου (ΒΙΝΤΕΟ)

Το θέμα είναι αρκετά ενδιαφέρον και ασχολήθηκαν οι βιβλικοί θεολόγοι, αλλά και οι ερμηνευτές των Πατέρων της Εκκλησίας.

1. Ο Μεσσίας στην Παλαιά Διαθήκη

Η εβραική λέξη Μεσσίας και η μεταγραμμένη λέξη στα ελληνικά Χριστός, δηλώνουν τον κεχρισμένο, αυτόν που έχει χρισθή. Με αυτήν την έννοια στην Παλαιά Διαθήκη Μεσσίας είναι ένας άνθρωπος που χρίεται από έναν Προφήτη. Στην αρχή είναι ο Βασιλεύς, όπως ο Σαούλ, ο Δαυίδ, που χρίσθηκαν από τον Σαμουήλ τον Προφήτη, αλλά και άλλοι Βασιλείς. Στην συνέχεια η λέξη Μεσσίας αναφέρεται στον βασιλικό Μεσσία που θα βασίλευε στον Ισραηλιτικό λαό. Έτσι, η βασιλεία αναφέρεται μέσα στους θεοκρατικούς θεσμούς και πάντα τονίζεται ο πολιτικός ρόλος του.

Μετά την βαβυλώνεια αιχμαλωσία που δεν υπήρχε Βασιλεύς, Μεσσίες, δηλαδή κεχρισμένοι, γίνονται οι Ιερείς και βασικά ο Αρχιερεύς γίνεται επικεφαλής της Ισραηλινής κοινότητος. Ο Αρχιερεύς χρίεται, το ίδιο και οι Ιερείς και αυτοί είναι κεχρισμένοι Κυρίου.

Στην Παλαιά Διαθήκη υπήρχαν μερικοί κύκλοι που περίμεναν στους εσχάτους καιρούς την έλευση δύο Μεσσιών, ο ένας Μεσσίας θα είναι ο Ιερεύς, που έχει την πρώτη θέση, και ο άλλος Μεσσίας θα είναι ο Βασιλεύς, ο οποίος θα έχη τις εγκόσμιες φροντίδες του λαού του Θεού. Δίνεται μεγαλύτερη σημασία στον βασιλικό Μεσσία, μερικοί δε κύκλοι περίμεναν τον ιερατικό Μεσσία. Επομένως, φαίνεται ότι όλα τα χωρία στην Παλαιά Διαθήκη αναφέρονται στο ότι ο Μεσσίας είναι άνθρωπος που χρίεται.

Παράλληλα, όμως, στην Παλαιά Διαθήκη γίνεται λόγος και για τον Άσαρκο Λόγο, τον Μεγάλης Βουλής Άγγελο, που είναι Θεός και εμφανίζεται στους Προφήτες μέσα στην δόξα Του, αλλά φαίνεται η σαφέστατη διαφορά μεταξύ του ανθρώπου επίγειου Μεσσία και του Άσαρκου Λόγου, του Γιαχβέ που είναι αληθινός Θεός. Στην Παλαιά Διαθήκη ο Γιαχβέ, ο Μεγάλης Βουλής Άγγελος, δεν ήταν Μεσσίας, δηλαδή Χριστός, αλλά ήταν το χρίσμα, διά του οποίου εχρίονταν οι Μεσσίες-άνθρωποι.

Με την ενανθρώπηση του Χριστού οι Μαθητές Του, βλέποντας την δόξα του Χριστού, καταλαβαίνουν ότι στο πρόσωπό Του ενώθηκαν τα δύο ονόματα, ο Κύριος της δόξης, δηλαδή ο Γιαχβέ, και ο Μεσσίας. Το πρώτο (Κύριος της δόξης) δηλώνει την θεία φύση, τον αληθινό Θεό, το δεύτερο (Μεσσίας) δηλώνει την ανθρώπινη φύση που χρίσθηκε από την θεία φύση.

Έτσι, η φράση του Αποστόλου Ανδρέου του Πρωτοκλήτου «ευρήκαμεν τον Μεσσίαν» συνδεδεμένη με την όραση της δόξης Του, που αξιώθηκε να δη προηγουμένως στην πρώτη κλήση του στο Αποστολικό αξίωμα, δηλώνει ότι ο Γιαχβέ, ο Μεγάλης Βουλής Άγγελος, που ήταν το Χρίσμα με το οποίο χρίονταν οι Βασιλείς και οι Αρχιερείς-Ιερείς, έγινε Χριστός, αφού η θεία φύση έχρισε την ανθρώπινη φύση. Αυτό σημαίνει ότι ο Γιαχβέ και Κύριος της δόξης έγινε Χριστός, δηλαδή χρίσθηκε η ανθρώπινη φύση την οποία προσέλαβε από την Παναγία Θεοτόκο.

Άλλωστε, ο Χριστός αμέσως μετά το περιστατικό που έγινε με τον Ανδρέα και τον Ιωάννη στην απάντηση του Ναθαναήλ «Ραββί, συ ει ο υιός του Θεού, συ ει ο βασιλεύς του Ισραήλ» είπε: «Αμήν αμήν λέγω υμίν, απ’ άρτι όψεσθε τον ουρανόν ανεωγότα, και τους αγγέλους του Θεού αναβαίνοντας και καταβαίνοντας επί τον Υιόν του ανθρώπου» (Ιω. α΄, 50-52).

Έτσι, τώρα στην Καινή Διαθήκη ενώνονται τα δύο ονόματα, ήτοι το όνομα Χριστός και το όνομα Κύριος (Λουκ, β’ 11. Β’ Κορ. δ’, 5 κ.εξ.), και γίνεται λόγος για το «Κύριος ημών Ιησούς Χριστός» (Πραξ. ιε΄, 26). Ο Απόστολος Παύλος θα ομιλήση για τον Χριστό, που σταυρώθηκε και αναστήθηκε και έχει μεγάλη δόξα, γι’ Αυτόν που είναι ο Χριστός Ιησούς, ο Κύριος ημών (Α’ Κορ. ιε΄, 12- 34).

2. Ο Μεσσίας στην Καινή Διαθήκη, κατά τους Πατέρας της Εκκλησίας

Προηγουμένως είδαμε πως η λέξη Μεσσίας-Χριστός πέρασε από την Παλαιά Διαθήκη στην Καινή Διαθήκη, αλλά συγχρόνως είδαμε ποια ήταν η πίστη που είχαν όλοι οι Απόστολοι για τον Χριστό. Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός δεν είναι ένας άνθρωπος Μεσσίας, που συνδέεται με την βασιλική και ιερατική εξουσία του Ισραήλ, αλλά είναι το Χρίσμα, ο Θεάνθρωπος Χριστός στον οποίο ενώθηκαν οι δύο φύσεις, θεία και ανθρωπίνη, στο πρόσωπό Του.

Αυτό εκφράσθηκε καθαρά από τους Πατέρες της Εκκλησίας που ερμήνευσαν την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη στην προσπάθειά τους να αντιμετωπίσουν τους αιρετικούς, οι οποίοι στηρίζονταν στην ελληνική φιλοσοφία και τους Ιουδαίζοντας, οι οποίοι ανέμεναν τον Μεσσία είτε ως πολιτικό Άρχοντα-Βασιλέα, είτε ως Ιερέα-Αρχιερέα, τελικά όμως ως πολιτικό ελευθερωτή.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας, όπως ο Μέγας Αθανάσιος και οι Καππαδόκες Πατέρες του 4ου αιώνος, θεολόγησαν για την θεότητα του Υιού και Λόγου του Θεού, ομολόγησαν για τον Χριστό ότι είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, αναπτύσσοντας ακόμη περισσότερο την πίστη και ομολογία των Αποστόλων, όπως καταγράφηκε στα κείμενά τους και περιελήφθησαν στην Καινή Διαθήκη.

Θα ήθελα, όμως, στην συνέχεια να παρουσιάσω την διδασκαλία του π. Ιωάννου Ρωμανίδη για τον Μεσσία στην Παλαιά και στην Καινή Διαθήκη, γιατί αυτός γνώριζε πολύ καλά την προτεσταντική βιβλική ερμηνευτική παράδοση, αλλά γνώριζε ακόμη περισσότερο όλη την πατερική παράδοση για το θέμα αυτό.

Δίδασκε ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης:«Στην Παλαιά Διαθήκη το όνομα Μεσσίας φαίνεται πέντε φορές στο Λευιτικό μόνο. Φαίνεται σαφώς ότι πρόκειται περί επιγείου ανθρώπου, δηλαδή ο κεχρισμένος είναι εκείνος που έχει το χρίσμα, τίποτα άλλο. Βέβαια ο Χριστός χρίσθηκε, αλλ’ ο ίδιος ο Χριστός είναι το χρίσμα, δηλαδή ο Λόγος είναι το χρίσμα. Οπότε, ο Χριστός είναι η πηγή του χρίσματος, διότι είναι το χρίσμα και είναι και Χριστός, δηλαδή κεχρισμένος. Είναι το χρίσμα ως Θεός και χρισμένος ως άνθρωπος. Έχει αυτήν την διπλή πάντοτε ιδιότητα ο Χριστός».

«Η Παλαιά Διαθήκη, όταν αναφέρεται στον Χριστό, δεν αναφέρεται στον Χριστό ως Μεσσία. Και όλα όσα έχουν γραφή περί Μεσσία, υιού του ανθρώπου είναι εξ επόψεως ετεροδόξου. Έχουν κοσκινίσει όλα τα χωρία περί Χριστού, Μεσσία στην Παλαιά Διαθήκη. Είναι ολοφάνερο ότι στην Παλαιά Διαθήκη ο μεσσίας είναι ένας άνθρωπος. Δεν μπορούν να καταλάβουν πως αυτός ο απλούς άνθρωπος – μεσσίας της Παλαιάς Διαθήκης, στην Καινή Διαθήκη εμφανίζεται ως προϋπάρχων και ως ένα πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, όπως αναπτύσσεται στην χριστιανική παράδοση.

Βέβαια, στην Παλαιά Διαθήκη ο χριστός είναι ο μεσσίας, ο άνθρωπος, ο οποίος χρίεται. Και μεσσίες στην Παλαιά Διαθήκη λέγονται και οι Προφήτες και οι διάφοροι αρχηγοί του Ισραήλ κ.ο.κ. Γιατί είναι εκείνος που είναι κεχρισμένος από τον Θεό για μια ορισμένη αποστολή. Εάν θέλουμε πραγματικά να δούμε τον Χριστό στην Παλαιά Διαθήκη, όπως τον γνωρίζουμε στην χριστιανική παράδοση, δεν θα ψάξουμε στα χωρία περί Μεσσία, αλλά στις θεοφάνειες στην Παλαιά Διαθήκη».

«Στην Παλαιά Διαθήκη, ο Χριστός δεν είχε ανθρώπινη φύση∙ είναι μόνον ο Λόγος, το Δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, που λέγεται στην Παλαιά Διαθήκη Κύριος της δόξης και Γιαχβέ. Είναι Άγγελος Κυρίου, Άγγελος της δόξης, ο Μεγάλης Βουλής Άγγελος, ο οποίος εμφανίζεται στους Προφήτες».

«Το όνομα Χριστός αναφέρεται στην ανθρωπίνη φύση και είναι ο κεχρισμένος. Οπότε, ο Λόγος, πριν αποκτήσει ανθρωπίνη φύση, δεν είναι ο Λόγος κεχρισμένος. Αλλά ο ίδιος ο Λόγος είναι το Χρίσμα. Ο Θεός είναι το Χρίσμα. Γιατί με την δόξα του Θεού την άκτιστη χρίεται ο άνθρωπος. Γι’ αυτό, εκείνος ο οποίος χρίεται δεν είναι ο Θεός, αλλά είναι ο άνθρωπος ο οποίος χρίεται.

Και επειδή ο Λόγος ως άνθρωπος εχρίσθη, αν και είναι και πηγή του χρίσματος συγχρόνως και κεχρισμένος, και αυτό είναι το μυστήριο της ενσαρκώσεως, ότι το κατά φύση χρίσμα, χρίει τον εαυτό Του ως άνθρωπο. Αλλά ο Χριστός δεν έχει χρίσμα κατά χάρη. Έχει κατά φύση το χρίσμα. Ο Χριστός είναι ο κατά φύση κεχρισμένος. Αυτή είναι η πιο βασική διαφορά μεταξύ Παλαιάς και Καινής Διαθήκης».

Έτσι υπάρχει μια βασική παρερμηνεία ως προς το όνομα Μεσσίας-Χριστός τόσο στους Εβραίους όσο και στους βιβλικούς ερμηνευτές που έχουν επηρεασθή από τους Προτεστάντες.

«Οι Εβραίοι προτίμησαν τον Χριστό να τον βλέπουν ως Μεσσία, ο οποίος ανήχθη σε Θεό, δηλαδή. Αλλά δεν λέει η Καινή Διαθήκη ότι ο Μεσσίας έγινε Θεός• λέει ότι ο Θεός έγινε Μεσσίας, δηλαδή αυτός ο Κύριος της δόξης, αυτός έγινε Μεσσίας και γεννήθηκε από την Παρθένο».

«Οι δογματικοί προσπάθησαν να εξηγήσουν πως η Καινή Διαθήκη έχει μέσα περί Αγίας Τριάδος που δεν έχει η Παλαιά Διαθήκη. Φαντάσθηκαν μερικοί την θεωρία ότι στην Παλαιά Διαθήκη υπάρχει επίγειος Μεσσίας, ενδοκοσμικός Μεσσίας, μετά κάπου μέσα στην ιστορία του Ισραήλ εμφανίζεται ένας ουράνιος Μεσσίας και γίνεται μεγάλη συζήτηση πότε εμφανίζεται ο Μεσσίας στην εβραική παράδοση. Και μερικοί νομίζουν ότι είναι ο «Παλαιός των ημερών» του Δανιήλ δηλαδή, και αυτός ο δανιήλειος Μεσσίας μπήκε στην Καινή Διαθήκη και αναδείχθηκε ουράνιος Μεσσίας κλπ.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας δεν έβλεπαν στην Παλαιά Διαθήκη τον Χριστό ως Μεσσία, αλλά ως τον Κύριο της δόξης, όπως λέγει ο Απόστολος Παύλος. Δηλαδή ο Χριστός στην Παλαιά Διαθήκη δεν είναι ο Μεσσίας, είναι ο Άγγελος του Κυρίου που εμφανίζεται στους Προφήτες, οπότε ο Προφήτης βλέπει τον Θεό, βλέπει τον Θεό εν τω Αγγέλω δηλαδή, και αυτός ο Άγγελος είναι ο Χριστός».

Οι Πατέρες της Εκκλησίας ερμηνεύουν διαφορετικά πράγματα, και ως προς το σημείο αυτό, από τους βιβλικούς θεολόγους που επηρεάσθηκαν από προτεσταντικές παρερμηνείες.

«Όταν οι Πατέρες διαβάζουν την Παλαιά Διαθήκη, δεν ψάχνουν κανέναν Μεσσία για να ταυτίσουν τον Χριστό στην Παλαιά Διαθήκη. Οπότε, δεν υπάρχει ανάγκη να υπάρχη κανένας υπερβατικός, ουράνιος Μεσσίας, όπως ψάχνουν ορισμένοι εσχατολόγοι που ήρθαν από την Αμερική σπουδαγμένοι, για να μας μάθουν αυτήν την μέθοδο. Εμείς την μαθαίνουμε αυτήν την μέθοδο από πιτσιρίκια στην Αμερική».

«Λοιπόν, αυτή είναι μια ερμηνεία, που βέβαια είναι των Πατέρων της Εκκλησίας, αλλά είναι και του Αποστόλου Παύλου, ότι ο Χριστός στην Παλαιά Διαθήκη είναι ο Άγγελος Κυρίου. Αυτό σημαίνει ότι κάθε φορά που ο Άγγελος Κυρίου εμφανίζεται σε Προφήτη, έχουμε εδώ θεοπτία».

Από όλα αυτά εξάγεται το συμπέρασμα ότι στην Παλαιά Διαθήκη εκείνος που εμφανιζόταν στους Προφήτες ήταν το Δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, ο Άσαρκος Λόγος, ο Άγγελος Κυρίου, ο Γιαχβέ, ο Μεγάλης Βουλής Άγγελος και όχι ο Μεσσίας, το όνομα του οποίου αναφερόταν στους ανθρώπους, στον επίγειο βασιλέα, και τον Ιερέα-Αρχιερέα που εχρίοντο. Ο Άγγελος Κυρίου ως Θεός είναι το Χρίσμα που έχριε τον Βασιλέα και τον Ιερέα-Αρχιερέα. Έτσι, ο Άγγελος Κυρίου στην Παλαιά Διαθήκη σαρκώθηκε, προσέλαβε την ανθρώπινη φύση και την έχρισε, οπότε έγινε Χριστός. Αλλά και ο Χριστός στην Καινή Διαθήκη είναι κατά φύση Χριστός και όχι κατά Χάρη.

Συνεπώς, ο Απόστολος Ανδρέας ο Πρωτόκλητος με την γνωστή φράση του «ευρήκαμεν τον Μεσσίαν», που την είπε ύστερα από την εμπειρική αποκαλυπτική θεωρία που είχε, δεν εννοούσε ως Μεσσία τον επίγειον άνθρωπο και Αρχιερέα, αλλά τον Άγγελο Κυρίου, τον Γιαχβέ, τον Μεγάλης Βουλής Άγγελο, ο οποίος έγινε Μεσσίας με την ενανθρώπηση.

Αυτό σημαίνει ότι ο Απόστολος Ανδρέας ήταν ο πρώτος Απόστολος που πέρασε από την Παλαιά στην Καινή Διαθήκη και αργότερα με την σταύρωση και την ανάσταση του Χριστού, αλλά και την Πεντηκοστή βεβαιώθηκε ακόμη περισσότερο γι’ αυτό. Έτσι εξηγείται για το ότι έγινε μάρτυρας για τον Κύριο ημών Ιησούν Χριστόν, τον Κύριο της δόξης που ενηνθρώπησε, αφού το μαρτύριο είναι καρπός θεωρίας-θέας της δόξης του Θεού.

Δυστυχώς, στην σύγχρονη εποχή, οι άνθρωποι στην πλειοψηφία τους, δεν δέχονται τον Χριστό ως Θεάνθρωπο Χριστό, αλλά αναζητούν άλλους Μεσσίες που δεν χρίονται από τον Θεό, αλλά από την φιλοσοφία, την κοινωνιολογία, την οικονομολογία, τους Διεθνείς Οργανισμούς, τις λεγόμενες «αγορές του χρήματος», που όλα αυτά είναι σαν μια οργανωμένη θρησκεία με το ιδιαίτερο «ιερατείο» της, τους «λειτουργούς» της, το «ευαγγέλιό» της και τους «ναούς» της, που είναι οι τραπεζίτες και τα κέντρα του χρήματος. Έχει εκβληθή ο Χριστός από την ζωή πολλών ανθρώπων που ζούν σήμερα στον πλανήτη της γης.

Αλλά και σε πολλούς θρησκευτικούς και Χριστιανικούς κύκλους, Ορθοδόξους και μη, δεν γίνεται αποδεκτός ολοκαρδίως ο Άσαρκος Λόγος που έγινε Θεάνθρωπος Χριστός, δηλαδή Μεσσίας, αλλά ανυψώνουν άλλους μεσσίες, γι’ αυτό και δημιουργούνται διενέξεις, προβλήματα, διαιρέσεις, που διασπούν την ενότητα της Εκκλησίας και διαιρούν τον Χριστιανικό κόσμο στην Δύση.

Ο άγιος Ανδρέας μας διδάσκει σήμερα περισσότερο από κάθε άλλη φορά ότι πρέπει να αναγνωρίσουμε στο πρόσωπο του Θεανθρώπου Χριστού τον μοναδικό Μεσσία.–

Ιερά Μητρόπολις Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου.

Εκκλησιαστική Παρέμβαση – Νοεμβρίου 2017