Μητρόπολη Ιλίου: Εκκλησία και αποστολικότητα

Loading...


«Εκκλησία και αποστολικότητα», ομιλία του γραφείου επί των αιρέσεων

Στην 3η σύναξη στελεχών επί των αιρέσεων για εφέτος, το μέλος του γραφείου επί των αιρέσεων της Μητροπόλεώς μας, π. Νικόλαος Κοτίνης εκφώνησε την ομιλία που παρατίθεται αυτούσια.

Τι είναι Εκκλησία

Ολόκληρο το μυστήριο της χριστιανικής πίστεως είναι η Εκκλησία. Ολόκληρο το μυστήριο της Εκκλησίας είναι ο Θεάνθρωπος.   Ολόκληρο το μυστήριο του Θεανθρώπου έγκειται εις το ότι ο Θεός έγινε «σαρξ», ότι δηλαδή εις το ανθρώπινο σώμα κατοίκησε όλο το πλήρωμα της Θεότητας Του με όλες τις θείες δυνάμεις και τελειότητας, δηλαδή όλον το μυστήριο του Θεού. Το Ευαγγέλιο του Θεανθρώπου Χριστού συνοψίζεται εις το εξής μήνυμα: «Μέγα εστί το της ευσεβείας μυστήριον: ο Θεός εφανερώθη εν σαρκί» (Α’ Τιμ. 3, 16). Ο Θεός Λόγος έγινε η κεφαλή του θεανθρώπινου σώματος της Εκκλησίας. Κατά τον θεόσοφο Απόστολο ο Θεός Πατήρ διά του Αγίου Πνεύματος «έδωκε» τον Θεάνθρωπο, «κεφαλήν υπέρ πάντα τη Εκκλησία, ήτις εστί το σώμα Αυτού, το πλήρωμα του τα πάντα εν πάσι πληρουμένου» (Εφ. 1, 22-23).

Ο Θεάνθρωπος και εν Αυτώ η Εκκλησία Του είναι το παν διά τα σύμπαντα. Και πώς να μην ονομάσει κανείς ευαγγέλιο την φανέρωση της αληθείας της ζωής κατά την οποία ο Θεάνθρωπος αυτός είναι η Κεφαλή της Εκκλησίας! Εις την πραγματικότητα «αυτός εστι προ πάντων και τα πάντα εν αυτώ συνέστηκε» (Κολ. 7, 17). Διότι Αυτός είναι Θεός, Αυτός Δημιουργός, Αυτός Προνοητής, Αυτός Σωτήρ, Αυτός η Ζωή της ζωής, και το ον του όντος, και η ύπαρξη της υπάρξεως: «ότι εν αυτώ εκτίσθη τα πάντα» (Κολ. 1, 16). Αυτός είναι το τέλος παντός του υπάρχοντος. Ολόκληρος η κτίση δημιουργήθηκε ως Εκκλησία, και αποτελεί την Εκκλησία, «και αυτός εστίν η κεφαλή του σώματος, της Εκκλησίας» (Κολ. 1, 18).

Ο Θεάνθρωπος είναι η Εκκλησία, αλλά και το σώμα της Εκκλησίας και η Κεφαλή της. Με όλα αυτά και διά μέσου όλων αυτών ο άνθρωπος «εκκλησιάζεται» και γίνεται εκκλησία, αποκτά την χριστοποίησιν, την τριαδοποίησιν, γίνεται Θεάνθρωπος και σύσσωμος του θεανθρωπίνου σώματος του Χριστού, της Εκκλησίας (Εφ. 3, 6), αυτού του αγιωτάτου μυστηρίου του Θεού, μυστηρίου των μυστηρίων.

Η Εκκλησία είναι ο Θεάνθρωπος Χριστός παρατεινόμενος εις όλους τους αιώνας και σε όλη την αιωνιότητα. Όλες οι θεανθρώπινες αισθήσεις της Εκκλησίας είναι απ’ Αυτόν, εν Αυτώ και δι’ Αυτού. Όλα τα άγια μυστήρια και οι άγιες αρετές στη Εκκλησία με τις οποίες καθοριζόμαστε, αναγεννιόμαστε, μεταμορφωνόμαστε, αγιαζόμαστε, χριστοποιούμαστε, θεανθρωποιούμαστε, γίνονται εκ του Πατρός διά του Υιού εν Αγίω Πνεύματι, ακριβώς λόγω της καθ’ υπόστασιν ενώσεως του Θεού Λόγου με την ανθρωπίνη φύση μας στο θαυμαστό Πρόσωπο του Θεανθρώπου Κυρίου Ιησού. Διότι ο Θεάνθρωπος Κύριος Ιησούς, το δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, είναι το παν στη Εκκλησία: και η Κεφαλή του σώματος της Εκκλησίας και η Εκκλησία το σώμα Του.

Για να μπορέσουμε τα μέλη της Εκκλησίας να «αυξήσωμεν εις αυτόν τα πάντα, ος έστιν η κεφαλή, ο Χριστός…», «μέχρι καταντήσωμεν οι πάντες εις άνδρα τέλειον, εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού» (Εφ. 4, 15. 13).

Τούτο σημαίνει ότι η Εκκλησία είναι θεανθρώπινο εργαστήριο εις το οποίο οι άνθρωποι χριστοποιούνται, θεούνται, δηλαδή μεταμορφώνονται εις θεανθρώπους κατά χάριν, εις χριστούς κατά χάρη, εις θεούς κατά χάρη.

Το πρώτον άγιο μυστήριο είναι το Βάπτισμα, η δε πρώτη αρετή η πίστη. «Μία πίστις» (Εφ. 4, 5) και εκτός από αυτήν δεν υπάρχει άλλη. «εις Κύριος» (πρβλ. Α’ Κορ. 8,16. 12, 5. Ιουδ. 3) εκτός του οποίου δεν υπάρχει άλλος (Εφ. 4, 5) και «εν βάπτισμα» και δεν υπάρχει άλλο εκτός από αυτό. Μόνο εις την οργανική ένωση με το θεανθρώπινο σώμα της Εκκλησίας και ως «σύσσωμος» αυτού του θαυμαστού οργανισμού, ο άνθρωπος αποκτά την πλήρη αίσθηση και επίγνωση και πεποίθηση ότι όντως υπάρχει μόνον «εις Κύριος», η Παναγία Τριάς. μόνον «μία πίστη», η πίστη εις την Παναγία Τριάδα (Εφ. 3, 6. 4, 13. 4, 5. Ιουδ. 3). μόνον «εν βάπτισμα», το βάπτισμα εις την Παναγία Τριάδα (Ματθ. 28, 19) και μόνο «εις Θεός και Πατήρ πάντων, ο επί πάντων, και διά πάντων, και εν πάσιν ημίν» (Εφ. 4, 6).

Εκείνος ο οποίος το αισθάνεται και ζει με αυτό σημαίνει ότι διάγει τον βίο αξίως της χριστιανικής κλήσεως με μίαν λέξι, σημαίνει ότι είναι χριστιανός.
Μέσω του Κυρίου Ιησού όλοι οι άνθρωποι έχουν «την προσαγωγήν… εν ενί Πνεύματι προς τον Πατέρα» καθ’ ότι μόνο μέσω του Χριστού ο άνθρωπος έρχεται προς τον Πατέρα (Εφ. 2, 18. Ιω. 14, 6). Μέσω της Οικονομίας της σωτηρίας, ο Θεάνθρωπος άνοιξε σε όλους μας την οδό και την «προσαγωγήν» προς την Τριαδική Θεότητα (πρβλ. Ρωμ. 5, 1-2. Εφ. 3, 12. Α’ Πετρ. 3, 18). Εις την Οικονομία της σωτηρίας του Θεανθρώπου, όλα τελούνται εκ του Πατρός, διά του Υιού εν τω Αγίω Πνεύματι.

Ιδιότητες της Εκκλησίας

Η φράση «Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία» αποτελεί το ένατο άρθρο του Συμβόλου της Πίστεως της Ορθόδοξης Εκκλησίας, το οποίο αναφέρεται στις τέσσερις ιδιότητες της Εκκλησίας: ενότητα, αγιότητα, καθολικότητα και αποστολικότητα.

Αυτή η ομολογία πίστεως των Ορθοδόξων που περιέχεται στο λεγόμενο Σύμβολο της Νικαίας-Κωνσταντινούπόλεως, το σημαντικότερο όλων των συμβόλων στην Ορθόδοξη Εκκλησία, εκφράζει τη βαθύτερη πεποίθηση αυτής της Εκκλησίας, που κατανοεί τον εαυτό της ως ιδρυθείσα από τον ίδιο τον Θεάνθρωπο Χριστό και ως αγιασθείσα με το αίμα Του, ως εκείνη που οικοδόμησε πάνω στο θεμέλιο των Αποστόλων και ως η αδιάκοπη συνέχεια της μίας αδιαίρετης Εκκλησίας των οκτώ πρώτων χριστιανικών αιώνων.

Είναι σαφές από τα παραπάνω ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία πρεσβεύει ότι δεν αποτελεί μια επιμέρους Εκκλησία που βρίσκεται σε ίση μοίρα με τις πολλές χριστιανικές εκκλησίες που υπάρχουν τώρα, αλλά ενσαρκώνει στον εαυτό της τη μία και μόνη Εκκλησία του Χριστού. «Ακριβώς δε επειδή η Εκκλησία είναι σώμα Χριστού, και επειδή μία είναι και η κεφαλή αυτής, ο Ιησούς Χριστός, είναι μία, και βεβαίως μετά μιας κεφαλής δύναται να είναι εις όργανικήν σχέσιν ζωής μόνον εν σώμα». Δεν είναι, συνεπώς, μια μερική και αποσπασματική Εκκλησία, αλλά καθολική, πλήρης και ολοκληρωμένη, και ως διδασκαλία της έχει την διδασκαλία του Χριστού και των Αποστόλων, την οποία διατήρησε ανέπαφη μέσα στους αιώνες, επεξηγώντας την με ποικίλους τρόπους.

Σε αυτή την περιεκτική εκκλησιολογία, «οι τέσσερεις ιδιότητες της Εκκλησίας δεν συνιστούν τέσσερα στεγανά χαρακτηριστικά, αλλά μάλλον μια ενότητα και ολότητα, όπου το ένα περιχωρεί στα άλλα, όπου το ένα δεν νοείται ούτε υπάρχει χωρίς τα άλλα, κι’ αυτό διότι όλα απορρέουν από το ένα Πρόσωπο του Χριστού, ως «χάρις του Κυρίου Ιησού Χριστού» και ως «αγάπη του Θεού» και Πατρός, και ως «κοινωνία του Αγίου Πνεύματος» (2 Κορ. 13: 13)».

Καθολικότητα

Η ιδία η φύση της Εκκλησίας είναι καθολική, διότι ο θεανθρώπινος οργανισμός της Εκκλησίας, το Σώμα του Χριστού, περιέχει τα πάντα: ολόκληρη την δημιουργία του Θεού, ακριβέστερα την Οικονομία του Θεού περί του κόσμου και του ανθρώπου. Ο Θεάνθρωπος Χριστός δι’ Εαυτού και εν Εαυτώ ένωσε κατά τελειότατο και πληρέστατο τρόπο τον Θεό και τον άνθρωπο, και διά του ανθρώπου όλους τους κόσμους και όλη την κτίση, διότι η κτίση είναι ουσιαστικώς συνδεδεμένη με τον άνθρωπο (πρβλ. Ρωμ. 8, 19-24) και η ένωση αυτή εν Χριστώ είναι η υπόσταση της καθολικότητας της Εκκλησίας. Ο Θεανθρώπινος οργανισμός της Εκκλησίας του Χριστού περιλαμβάνει και τον Θεό και τον άνθρωπο και «τα πάντα, τα εν τοις ουρανοίς και τα επί της γης, τα ορατά και αόρατα, είτε (εισί) θρόνοι, είτε αρχαί, είτε κυριότητες, είτε εξουσίαι» (Κολ. 1, 16), διότι «τα πάντα δι’ αυτού -του Θεανθρώπου- και εις Αυτόν – τον Θεάνθρωπον- έκτισται…. και συνέστηκε, και Αυτός εστιν η κεφαλή του σώματος, της Εκκλησίας» (Κολ. 1, 17-18).

Ο Σωτήρ Χριστός αγίασε την Εκκλησία δι’ όλης της Θεανθρωπίνης ζωής Του… αμείωτος και άτρεπτος είναι η αγιότητα του Χριστού, της Κεφαλής της Εκκλησίας, και του Αγίου Πνεύματος, της ψυχής της, ως και επίσης η αγιότητα της θείας διδασκαλίας της, της χάριτός της στα μυστήριά της και εις τις αρετές της… Μόνον οι αμετανόητα αμαρτωλοί, οι εμμένοντες επιμόνως εν τω κακό και εν θεομάχω εκουσία πονηρία, αποκόπτονται από την Εκκλησίαν….
Έξω από την Εκκλησία ούτε πραγματικό πρόσωπο υπάρχει ούτε πραγματική κοινωνία. Η Εκκλησία είναι η μόνη πραγματική και αληθινή κοινωνία.

Γιά τους Πατέρας, όπως και γιά τους Αποστόλους η μοναδική Αλήθεια ήταν ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός… και οι πρώτοι και οι δεύτεροι γνωρίζουν τον Ιησού Χριστό, Εσταυρωμένο, Αναστάντα και Αναληφθέντα. Ο Σωτήρας Χριστός είναι το περιεχόμενο της παραδόσεως της αποστολικότητας στο Σώμα της Εκκλησίας.

Κατά τον λόγο του αγίου Κυρίλλου Ιεροσολύμων, η Εκκλησία «καθολική καλείται διά το κατά πάσης είναι της οικουμένης από περάτων γης έως περάτων, και διά το διδάσκειν καθολικώς και ανελλιπώς άπαντα τα εις γνώσιν ανθρώπων ελθείν οφείλοντα δόγματα, περί τε ορατών και αοράτων πραγμάτων, επουρανίων τε επιγείων, και διά το παν γένος ανθρώπων εις ευσέβειαν υποτάσσειν, αρχόντων τε και αρχομένων, λογίων τε και ιδιωτών, και διά το καθολικώς ιατρεύειν μεν και θεραπεύειν άπαν το των αμαρτιών είδος των διά ψυχής και σώματος επιτελουμένων, κεκτήσθαι δε εν αυτή πάσαν ιδέαν ονομαζομένην αρετής εν έργοις τε και λόγοις και πνευματικοίς παντίοις χαρίσμασιν» (Κυρίλλου, Ιεροσ., κατήχησις ΙΗ’).

Η θεανθρωπίνη καθολικότητα της Εκκλησίας είναι στην πραγματικότητα μία διαρκής κατά χάριν και αρετή χριστοποίησις του ανθρώπου: τα πάντα και οι πάντες συνάγονται εις τον Θεάνθρωπο Χριστό, και τα πάντα βιώνονται εν Αυτώ ως δικά μας και οικεία, όπως ζη ένας αδιαίρετος θεανθρώπινος οργανισμός. Διότι όλη η ζωή εν τη Εκκλησία είναι μία θεανθρωπίνη καθολικοποίηση, μία κατά χάρη και αρετή θέωση και χριστοποίηση και θεανθρωποποίηση και τριαδοποίηση, και εκκλησιοποίηση. Η θεανθρωπίνη αυτή καθολικότητα της Εκκλησίας και καθολικοποίηση στην Εκκλησία πραγματοποιείται μέσω της ζωντανής Υποστάσεως του Θεανθρώπου Χριστού, η οποία κατά τον πλέον τέλειο τρόπο ενώνει τον Θεό και τον άνθρωπο και όλη την κτίση, την οποίαν το τιμιότατο αίμα του Θεανθρώπου Σωτήρος καθαρίζει από την αμαρτία, το κακόν και τον θάνατον (πρβλ. Κολ. 1. 19-22).

Το θεανθρώπινο Πρόσωπο του Χριστού είναι ο άξονας της καθολικότητας της Εκκλησίας. Ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος λέγει: «Όπου αν η Χριστός εκεί η Καθολική Εκκλησία». Η Εκκλησία πράγματι είναι ολόκληρος πεπληρωμένη από τον Θεάνθρωπον Χριστόν, καθ’ ότι αύτη είναι «το πλήρωμα του τα πάντα εν πάσι πληρουμένου» (Εφ. 1, 23). Η Εκκλησία του Χριστού είναι καθολική σε κάθε επισκοπή της, δηλαδή σε κάθε ορθόδοξο ευχαριστιακή κοινότητά της, αλλά και σε κάθε επίσκοπό της και σε κάθε πιστό πρόσωπο, σε κάθε κύτταρό της. Εκ της καθολικότητας αυτής της ιδίας της φύσεως της Εκκλησίας πηγάζει και η παν-χρονική και η οικουμενική καθολικότητα της. Την καθολικότητα και οικουμενικότητα και συνοδικότητα της Εκκλησίας κηρύττουν όλοι οι άγιοι Απόστολοι, Πατέρες της Εκκλησίας και οι Οικουμενικοί και Τοπικοί Σύνοδοι αυτής.

Αποστολικότητα

Οι άγιοι Απόστολοι είναι οι πρώτοι άνθρωποι κατά χάριν. Όλης της ζωής τους κατά τον Απόστολον Παύλον, λέει περί εαυτού: «Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός» (Γαλ. 2, 20). Έκαστος εξ αυτών είναι ο επαναληφθείς Χριστός, ή ακριβέστερο ο παρατεινόμενος Χριστός. Εις αυτούς τα πάντα είναι θεανθρώπινα, διότι τα πάντα είναι εκ του Θεανθρώπου. Η αποστολικότητα δεν είναι άλλο τι, παρά ο Θεάνθρωπος Χριστός εκουσίως οικειοποιηθείς διά της αγίας ασκήσεως των θείων αρετών: της πίστεως, της αγάπης, της ελπίδος, της προσευχής, της νηστείας, και των λοιπών αγίων αρετών. Τούτο δε σημαίνει ότι το ανθρώπινο σε αυτούς ζει εκουσίως μέσω του Θεανθρώπου, σκέπτεται διά του Θεανθρώπου, αισθάνεται, θέλει και ενεργεί διά του Θεανθρώπου. Για τους αγίους Αποστόλους ο ιστορικός Ιησούς Χριστός ο Θεάνθρωπος, τον Οποίον αυτοί κηρύττουν, είναι η υψίστη αξία και το έσχατο παν-κριτήριο. Ό,τι έχουν μέσα τους και ό,τι πράττουν ή κηρύττουν ή παραδίδουν είναι από τον Θεάνθρωπο και για τον Θεάνθρωπον.

Η αγία Παράδοση είναι όλη εκ του Θεανθρώπου, όλη μέσω των αγίων Αποστόλων και των Πατέρων, όλη εν τη Εκκλησία. Οι άγιοι Πατέρες δεν είναι άλλο, παρά «φύλακες των Αποστολικών Παραδόσεων» δηλαδή θεηγόροι κήρυκες εκείνης της Αληθείας, την οποίαν οι Απόστολοι παρέλαβαν υπό του Θεού Λόγου. Διά τούτο η Ορθόδοξος Εκκλησία γεραίρει τους Πατέρας ως τα «πάγχρυσα στόματα του Λόγου» (Κυριακή των Αγ. Πάντων).

Η αποστολική διαδοχή από την αρχήν μέχρι τέλους έχει θεανθρώπινο χαρακτήρα. Εις την πραγματικότητα, τί είναι αυτό το οποίο οι Απόστολοι παραδίδουν εις τους διαδόχους ως παρακαταθήκη.

Είναι ο ίδιος ο Θεάνθρωπος Χριστός με όλη την Θεανθρωπίνη «περιουσίαν» Του και «κληρονομίαν» Του. Εάν η αποστολική διαδοχή δεν θα παρέδιδε τον Χριστό ως κεφαλή της Εκκλησίας με όλον το Θεανθρώπινο πλήρωμά Του, θα έπαυε να είναι αποστολική και ως εκ τούτου δεν θα υπήρχε αποστολική Παράδοση, αποστολική ιεραρχία, αποστολική Εκκλησία.

Η ιερά Παράδοση είναι το Ευαγγέλιο του Χριστού, το οποίο δεν είναι άλλο, παρά ο Ίδιος ο Θεάνθρωπος, τον Οποίο η χάρης και η δύναμης του Αγίου Πνεύματος μεταφυτεύει σε ολόκληρη την Εκκλησία. Διότι ακριβώς το Άγιο Πνεύμα, ως ψυχή της Εκκλησίας, καθιστά τα του Χριστού δικά μας και μάς ενσωματώνει εις το Σώμα του Χριστού και καθιστά συσσώμους Χριστού.

Η ζωή των πιστών εις την Εκκλησία δεν είναι άλλο παρά η κατά την χάρη του Αγίου Πνεύματος θεανθρωποποίησις αυτών, εν-χρίστωσις και χριστοποίησις αυτών. Όλη η ζωή των Χριστιανών είναι μια διαρκής χριστοκεντρική Πεντηκοστή, διότι το Άγιο Πνεύμα διά των μυστηρίων και των αρετών παραδίδει τον Χριστό ως Σωτήρα εις έκαστον πιστό κάνοντας έτσι να γίνει ο Χριστός «η ζωή μας» (Κολ. 3, 4), η ζώσα παράδοση της αιωνίου ζωής μας.

Ο Κύριος Ιησούς Χριστός ως Παράδοση εις την Εκκλησία παραδίδεται και φανερώνεται κατά τον πληρέστερο τρόπο εις την θεία Ευχαριστία, η οποία αποτελεί την εκδήλωση και συνέχιση της όλης Θεανθρωπίνης Οικονομίας του Χριστού για μάς και διά την σωτηρία μας . Εις την θεία Ευχαριστία εκδηλώνονται και βιώνονται η ενεργός και πραγματική παρουσία του Χριστού εις την Εκκλησία Του. Κατά την επαγγελία Του «ιδού εγώ μεθ’ υμών ειμι πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος» (Ματθ. 28, 20). Η θεία Ευχαριστία ως κοινωνία του Χριστού και δι’ Αυτού κοινωνία και ζωή μετά της Αγίας Τριάδος είναι ακριβώς το «Σώμα» και το πλήρωμα της Αποστολικής Παραδόσεως της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Πράγματι, εις την Αποστολική, Ορθόδοξο Εκκλησία του Χριστού, την ζωντανή και ζωοποιό Παράδοση αποτελούν ακριβώς η Θεία Λειτουργία με όλη την άλλη λατρεία, με τα μυστήρια της Εκκλησίας και τις αρετές της.

Η αποστολικότητα λοιπόν της Εκκλησίας και η ιερά Παράδοση της είναι ο Θεάνθρωπος Χριστός ως Εκκλησία και στην Εκκλησία, στην Θεία Ευχαριστία, στη Λατρεία, στη Διδασκαλία, στη κεχαριτωμένη ζωή. Η Παράδοση αυτή και η αποστολικότητα διαφυλάττεται μέσω της προσευχής και της όλης ευσεβείας, όπως ακριβώς την ομολογούσαν, κήρυτταν, προστάτευαν και διαφύλατταν οι Πατέρες και οι Οικουμενικοί Σύνοδοι.

Μέλη της Εκκλησίας

Είσαι μέλος της Εκκλησίας; Αυτό σημαίνει ότι είσαι οργανικώς συνδεδεμένος με τους αγίους Αποστόλους και με τους Μάρτυρες, με τους Ομολογητές και με όλες τας ουρανίους αγγελικές Δυνάμεις. Η αγάπη της αγίας καθολικότητας εις την Εκκλησία ενώνει θεανθρωπίνως, τα μέλη της Εκκλησίας μεταξύ τους , ώστε όλα μαζί και έκαστος προσωπικώς να ζουν την καθολική ζωή της Εκκλησίας. Η δε αγία αυτή αγάπη της καθολικότητα εξαρτάται από την πίστη εις τον Χριστό και από την εν Χριστώ ζωή τους . Γι’ αυτό ο θεόσοφος Απόστολος και ευαγγελίζεται εις τους χριστιανούς: «Ως ουν παρελάβατε τον Χριστόν Ιησούν τον Κύριον, εν αυτώ περιπατείτε» (Κολ. 2, 6). Τίποτε να μην αλλάζετε εις τον Κύριον Ιησούν Χριστόν ούτε να του προσθέτετε. όπως είναι Αυτός είναι υπερτέλειος, θείως και ανθρωπίνως. Εμείς οι Απόστολοι τοιούτον Χριστόν Ιησούν και Κύριον, τον Θεάνθρωπον, εκηρύξαμεν και παρεδώσαμεν. τοιούτον εσείς Τον «παρελάβατε». «Εν Αυτώ», λοιπόν, και «περιπατείτε».

Ο δε αληθινός Κύριος Ιησούς, με όλον το πλήρωμα της ευαγγελικής και Θεανθρωπίνης Του ιστορικότητος και πραγματικότητος, υπάρχει ολόκληρος εις το Θεανθρώπινο σώμα Του την Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία, όπως εις την εποχή των Αποστόλων, έτσι και σήμερα, έτσι και εις τους αιώνας. Η Θεανθρωπίνη ζωή Του παρατείνεται διά του Θεανθρωπίνου σώματος της Εκκλησίας εις ολόκληρη την ιστορία και την αιωνιότητα. Ζώντες λοιπόν εν τη Εκκλησία, «εν Αυτώ» ζώμεν. Η δε πληρεστέρα πραγμάτωση της εντολής Του είναι ο τρόπος της ζωής των Αγίων. Αυτοί φυλάσσουν αναλλοίωτη την Θεανθρωπίνη μορφή του Χριστού, με όλη την θαυμαστή ζωτικότητα, την αναμφισβήτητη γνησιότητα και το απαράμιλλο κάλλος της.. Αντιθέτως, κάθε αλλαγή, σμίκρυνση, απλοποίηση, σύντμηση και ανθρωπομορφισμός του χριστιανικού σκοπού, καταστρέφει τον χριστιανισμό, τον καθιστά ανούσιο, γήινο, τον μεταβάλλει εις συνηθισμένη ανθρώπινη, δηλαδή ουμανιστική και φυματική θρησκεία, ουμανιστική φυματική φιλοσοφία, ουμανιστική φυματική ηθική, ουμανιστική φυματική επιστήμη, ουμανιστικό φυματικό δημιούργημα, ουμανιστική φυματική κοινωνία.

Ενότητα και μοναδικότητα της Εκκλησίας

Όπως η Υπόσταση του Θεανθρώπου Χριστού είναι μία και μοναδική, ούτω και η Εκκλησία, δι’ Αυτού, εν Αυτώ και επ’ Αυτού θεμελιωθείσα, είναι μία και μοναδική. Η ενότητα της Εκκλησίας απορρέει αναγκαίως εκ της ενότητας του Προσώπου του Θεανθρώπου Χριστού. Η Εκκλησία ούσα καθολικώς και μοναδικός θεανθρώπινος οργανισμός, δεν είναι δυνατόν να διαιρεθεί. Κάθε διαίρεση θα σήμαινε τον θάνατόν της. Ενιδρυμένη όλη ενΧριστώ, η Εκκλησία πρωτίστως είναι Θεανθρώπινος οργανισμός και κατόπιν Θεανθρωπίνη οργάνωση. Για αυτό τον λόγο ότι έχει μέσα της είναι Θεανθρώπινο και αδιαίρετο: η πίστη, η αγάπη, η αλήθεια, το Βάπτισμα, η Ευχαριστία και κάθε θείο μυστήριο και κάθε θεία αρετή και γενικώς όλη η ζωή και η διάρθρωση της.

Επομένως εν αυτή είναι αδιαίρετος και η διδασκαλία, και το έργον της και ο αγιασμός και η θέωση. Τα πάντα είναι διά της χάριτος οργανικώς ενωμένα εις ένα Θεανθρώπινον σώμα, του οποίου ο Χριστός είναι η μόνη και μοναδική Κεφαλή. Όλα τα μέλη της Εκκλησίας, δηλαδή οι πιστοί, ως πρόσωπα είναι ακέραιοι διά της μιας και της αυτής χάριτος του Αγίου Πνεύματος, μέσω των μυστηρίων και των αρετών, σε μια οργανική ενότητα, αποτελούν εν σώμα και εν πνεύμα και ομολογούν μία πίστη (πρβλ. Εφ. 4, 4-5), η οποία τους ενώνει μετά του Χριστού και μετ’ αλλήλων.

Μετά των άλλων αποστόλων, ιδίως ο χριστοφόρος Απόστολος των εθνών, διά Πνεύματος Αγίου κηρύττει την ενότητα και μοναδικότητα της Εκκλησίας, βασίζοντάς την εις την ενότητα και μοναδικότητα του προσώπου του θεμελιωτού της, του Θεανθρώπου Χριστού: «Θεμέλιον γαρ άλλον ουδείς δύναται θείναι παρά τον κείμενον, ος εστιν Ιησούς Χριστός» (Α’ Κορ. 3, 11).

Ακολουθούντες τους αγίους Αποστόλους, οι Πατέρες και Διδάσκαλοι της Εκκλησίας, μετά του αυτού ζήλου ομολογούν, κηρύττουν και υπερασπίζουν την ενότητα και μοναδικότητα της Εκκλησίας των Ορθοδόξων. Ο ζήλος τους για την διαφύλαξη της ενότητας της Εκκλησίας εκδηλώνεται κυρίως στις περιπτώσεις αποσχίσεως μερικών ανθρώπων ή ομάδων από την Εκκλησία, δηλαδή στις περιπτώσεις αιρέσεων και σχισμάτων. Εις το θέμα της ενότητας ειδική σημασία και σπουδαιότητα είχαν και έχουν οι Οικουμενικές και Τοπικές Σύνοδοι της Εκκλησίας. Κατά την ενιαία στάση των Πατέρων και των Συνόδων η Εκκλησία είναι μόνο μία, αλλά και μοναδική, διότι ο ένας και μοναδικός Θεάνθρωπος, η Κεφαλή της, δεν δύναται να έχει πολλά σώματα. Η Εκκλησία είναι μία και μοναδική, διότι είναι το σώμα του ενός και μοναδικού Χριστού. Είναι οντολογικώς αδύνατος ο χωρισμός της Εκκλησίας, διά τούτο ποτέ δεν υπήρχε διαίρεση της Εκκλησίας, αλλά μόνον χωρισμός από την Εκκλησία. Κατά τον λόγο του Κυρίου δεν διαιρείται η Άμπελος, αλλά μόνον τα εκουσίως άκαρπα κλήματα εκπίπτουν και ξηραίνονται από την αείζωον Άμπελον (πρβλ. Ιω. 15, 1-6). Εκ της μιας αδιαιρέτου Εκκλησίας του Χριστού εις διαφόρους καιρούς απεσχίσθησαν και απεκόπησαν οι αιρετικοί και σχισματικοί, οι οποίοι κατά συνέπεια έπαυσαν να είναι μέλη της Εκκλησίας και σύσσωμοι του θεανθρωπίνου σώματός της. Τοιούτοι ήσαν πρώτον οι Γνωστικοί, κατόπιν οι Αρειανοί και Πνευματομάχοι, έπειτα οι Μονοφυσίται και Ουνίται και όλη η άλλη αιρετική και σχισματική λεγεών.