Καστορίας Σεραφείμ: Η Ορθοδοξία δεν είναι συντηρητισμός, αλλά διαφύλαξη της αλήθειας

Loading...


Στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου Καστοριάς, χοροστάτησε χθες το απόγευμα ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Καστορίας κ.κ. Σεραφείμ, στον Εσπερινό της Κυριακής της Ορθοδοξίας.
Ο Σεβασμιώτατος στο σύντομο χαιρετισμό του αναφέρθηκε στην Κυριακή της Ορθοδοξίας και στη σημασία της εορτής της Εκκλησίας μας. Κατά τη διάρκεια του Εσπερινού ο Σεβασμιώτατος χειροθέτησε δυο κληρικούς της Ιεράς Μητροπόλεώς μας, τον Ιερομόναχο Γρηγόριο Κυριάζο σε Αρχιμανδρίτη και τον Πρεσβύτερο Ηλία Σίμο σε Πρωτοπρεσβύτερο.

1
Ο Επίσκοπος μας ευχήθηκε στους δυο νεοχειροθετηθέντες κληρικούς να διατηρήσουν την παράδοση της Εκκλησίας μας και το εκκλησιαστικό φρόνημα απαραχάρακτο.

Η εγκύκλιος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας κ.κ. Σεραφείμ για την Κυριακή της Ορθοδοξίας

εγκύκλιος υπ’ αριθμ. 298

Σ Ε Ρ Α Φ Ε Ι Μ
διά της χάριτος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού
Επίσκοπος και Μητροπολίτης της Ιεράς Μητροπόλεως Καστορίας
προς το χριστεπώνυμο πλήρωμα της καθ’ Ημάς Ιεράς Μητροπόλεως
—————————–

Είναι χαρακτηριστικοί, αδελφοί μου, οι λόγοι του Ευαγγελιστού Ιωάννου του Θεολόγου, που ακούσαμε στη σημερινή ευαγγελική περικοπή. Εκφράζουν τον πόθο και την αναζήτηση του Φιλίππου, του κατοπινού Αποστόλου, που αναζητούσε μέσα από τις Γραφές τον ερχομό του Μεσία.
Γι’ αυτό και σήμερα που αξιώνεται να Τον γνωρίσει, γεμάτος συγκλονισμό, γνωστοποιεί αυτό το μέγιστο γεγονός στο φίλο του Ναθαναήλ:
«Ον έγραψε Μωϋσής εν τω νόμω και οι προφήται ευρήκαμεν, Ιησούν … τον από Ναζαρέτ»(1) .

Σ΄ αυτούς τους λόγους βλέπει κανείς τη λυτρωτική αγωνία όχι μόνο των δύο φίλων, αλλά ολόκληρης της ανθρωπότητος. Καί τότε και σήμερα, ο άνθρωπος απογοητευμένος θα αναζητά αδιάκοπα Εκείνον, τον Ένα και Μοναδικό, που θα μπορέσει να τον λυτρώσει από το φοβερό φάσμα του θανάτου και να τον σώσει από την αμαρτία και τα οψώνια αυτής.
Γι’ αυτό και έχει γραφεί πως «η έλευση του Χριστού στον κόσμο είναι η απάντηση του Θεού στη λυτρωτική αναζήτηση του ανθρώπου»(2). Ο Θεός προσφέρεται στον άνθρωπο «ως αλήθεια, η μοναδική αλήθεια, ως δικαιοσύνη, ως αγιασμός και απολύτρωσις, ως ελευθερία και ειρήνη». Προσφέρεται ως φως και γι’ αυτό και εμείς οι Ορθόδοξοι, που γιορτάζουμε σήμερα, επαναλαμβάνουμε πάντοτε μέσα στο Μυστήριο της ζωής, τη Θεία Λειτουργία, την ομολογία του Φιλίππου «Ευρήκαμεν Ιησούν»: «Είδομεν το φως το αληθινόν, ελάβομεν Πνεύμα επουράνιον, εύρομεν πίστιν αληθή…».

Αυτή, ακόμα, η ομολογία του Αποστόλου Φιλίππου μας φανερώνει και τον ατίμητο θησαυρό της Ιεράς Παραδόσεως, που, μαζί με το γραπτό λόγο του Θεού, το Ιερό Ευαγγέλιο, σαν δύο μεγάλοι ποταμοί, συγκλίνουν και ενώνονται και εκβάλλουν μέσα στον απέραντο ωκεανό του παμμυστηρίου της Εκκλησίας(3).

Τι όμως, αδελφοί μου, είναι η Παράδοση, για την οποία κάνουμε συχνά λόγο σήμερα; Ποιά είναι αυτή η Παράδοση, την οποία χάσαμε κάνοντας καθημερινά ανεπίτρεπτες υποχωρήσεις;
Παράδοση, πρώτον, είναι τα όσα ο Κύριος παρέδωσε στους Μαθητές Του
και δεν καταγράφηκαν στα Ιερά κείμενα των Ιερών Ευαγγελιστών. «Κατ’ ιδίαν δε τοις μαθηταίς αυτού επέλυε πάντα»(4) μας πιστοποιεί ο Ευαγγελιστής Μάρκος. Δεν είναι, λοιπόν, εντάλματα και στοχασμοί ανθρώπων, αλλά αποκάλυψη Ιησού Χριστού εν Αγίω Πνεύματι. Δεν είναι κατάκτηση του ανθρωπίνου πνεύματος, αλλά διδαχή του Παναγίου Πνεύματος, το οποίο και μόνο μας οδηγεί «εις πάσαν την αλήθειαν»(5).

Ο Απόστολος Παύλος θα τονίσει με έμφαση αυτή την αλήθεια: «Γνωρίζω δε υμίν, αδελφοί, το ευαγγέλιον το ευαγγελισθεν υπ’ εμού ότι ουκ έστι κατά άνθρωπο ουδέ γαρ εγώ παρά ανθρώπου παρέλαβον αυτό ούτε εδιδάχθην, αλλά δι’ αποκαλύψεως Ιησού Χριστού»(6). Δηλαδή: «Σας κάνω γνωστό, αδελφοί, ότι το ευαγγέλιο, το οποίο εκηρύχθηκε από εμέ, δεν είναι ανθρώπινο, διότι ούτε το επήρα ούτε το εδιδάχθηκα από ανθρώπους, αλλά δι’ αποκαλύψεως Ιησού Χριστού».
Γι’ αυτό και παραμένουμε αμετακίνητοι σ’ αυτήν την Ιερά Παρακαταθήκη, η οποία αποτελεί «συνέχισιν της αιωνίου παρουσίας του Αγίου Πνεύματος εις την Εκκλησίαν, συνέχειαν θείας καθοδηγήσεως και φωτισμού»(7).
Άρα, λοιπόν, Ιερά Παράδοσις είναι αποκάλυψη Ιησού Χριστού, που δόθηκε στους Αγίους και παραμένει και φυλάσσεται στην Εκκλησία του Χριστού, τη μοναδική Εκκλησία, την Εκκλησία των Αγίων, ως πολύτιμος θησαυρός.

Πως γνωρίζουμε, θα πει ο Μέγας Βασίλειος, τον τύπο του Τιμίου Σταυρού «δι’ ου κατασημαινόμεθα»; Πως γνωρίζουμε να στρεφόμαστε κατ’ ανατολάς και να προσευχόμαστε στον Τριαδικό Θεό; Από που προέρχονται οι λόγοι της Εκκλησίας κατά τη Θεία Ευχαριστία, η ευλόγηση του ύδατος του Βαπτίσματος και το έλαιον της χρίσεως; Όλα αυτά είναι εκ της «σιωπωμένης και μυστικής παραδόσεως»(8).

Δεύτερον. Αυτός ο «θεολογικώτατος κλήρος», όπως τον ονομάζει ο Ιερός Δαμασκηνός, η Ιερά Παράδοση παραδίδεται από τους Αγίους σε πιστούς ανθρώπους. «Ταύτα παράθου πιστοίς ανθρώποις»(9) είναι η προτροπή του Αποστόλου Παύλου στον μαθητή του Τιμόθεο Επίσκοπο Εφέσου.
Έτσι, οι Άγιοι Απόστολοι γνωρίζουν την αλήθεια εν Αγίω Πνεύματι και την παραδίδουν στους μαθητές τους, τα πνευματικά τους παδιά, όχι μηχανικά, αλλά μυστηριακά και εμπειρικά. Πρόκειται για μία πνευματική γέννηση και μία πνευματική θεραπεία. Γι’ αυτό και αυτή η Παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας δεν είναι τίποτε άλλο παρά «το γεννάσθαι από τους πατέρας εν Χριστώ διά του Ευαγγελίου και παραλαμβάνειν τον Χριστόν και μορφούν αυτόν εν ημίν»(10).

Τρίτον. Φορέας αυτής της Παραδόσεως, αυτού του τρόπου ζωής, που μας έφερε στον κόσμο μας ο Χριστός με την επί γης παρουσία Του, είναι η Αγία μας Εκκλησία και τα άγια μέλη της, δηλαδή οι θεούμενοι. Αυτοί είναι οι άγιοι φορείς της ζωντανής Παραδόσεως. Αυτοί παραλαμβάνουν με το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος. Αυτοί παραδίδουν εν Αγίω Πνεύματι αυτόν τον ιερό κλήρο και το φρόνημα της ορθοδόξου πίστεως.
«Σύμφωνα με την αποστολική πίστη που μας παρέδωσαν οι Πατέρες παρέδωσα, χωρίς τίποτα να επινοήσω, αλλά αυτό το οποίο ακριβώς έμαθα, αυτό και δίδαξα σύμφωνα με τις Άγιες Γραφές»(11) θα γράψει ο Μέγας Αθανάσιος στο Σεραπίωνα Επίσκοπο Θμούεως.
Το αυτό θα επαναλάβει ο Θεοφόρος Μάξιμος ο Ομολογητής: «Δεν θα πω απολύτως τίποτε δικό μου• αλλά, ο,τι από τους Πατέρες εδιδάχθηκα, θα πω»(12).

Και ο μέγας δογματολόγος ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός θα συμπληρώσει: «Όλα λοιπόν όσα μας έχουν παραδοθή με τον νόμον και τους προφήτας και τους αποστόλους και τους ευαγγελιστάς τα δεχόμεθα και τα γνωρίζομεν και τα σεβόμεθα και δεν ζητούμεν τίποτε πέραν αυτών• … Ας αρκεσθώμεν εμείς και ας μείνωμεν σταθεροί εις αυτά, χωρίς να μετακινώμεν τα αιώνια σύνορα και χωρίς να παραβαίνωμεν την θείαν παράδοσιν»(13).
Αδελφοί μου,
Η Ορθόδοξη Εκκλησία μας, η Εκκλησία των Αποστόλων, των Μαρτύρων, η Εκκλησία των Πατέρων και των Αγίων, είναι η Εκκλησία της Παραδόσεως, της ζώσης πίστεως και της αιωνίου ζωής.
Αυτό δεν είναι «συντηρητισμός», για τον οποίον κατηγορούν την Εκκλησία μας, αλλά διαφύλαξη της αληθείας και του τρόπου ζωής που οδηγεί στη θέωση και στη σωτηρία. Άλλωστε, γι’ αυτό και υπάρχει η Εκκλησία• και αυτός είναι και ο στόχος της Εκκλησίας, άρα και δικός μας στόχος και σκοπός της ζωής μας.

Για το λόγο αυτό, κάθε τι που νοθεύει και αλλοιώνει αυτή την αλήθεια, εκβάλλεται από την Εκκλησία, προκειμένου να προστατευθούν οι άνθρωποι, αφού εμποδίζει τη θέωση και τη σωτηρία.
Το παρελθόν της Εκκλησίας δεν νεκρώνει το παρόν, αλλά το ζωοποιεί δυναμικά. Είναι ζωογόνο και ζωηφόρο.
Δεν είναι η Παράδοση της Εκκλησίας μας στατική και μία απλή και απολιθωμένη ανάμνηση του παρελθόντος χωρίς ζωή, όπως και πάλι την κατηγορούν, αλλά είναι δυναμική κίνηση στο παρόν, είναι η φωνή του Αγίου Πνεύματος, είναι ο ίδιος ο Χριστός, ο «χθες και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας»(14).

Και το πρόβλημα που βασανίζει σήμερα την πατρίδα μας και που αποτελεί τη ρίζα του ολέθρου μας είναι το ότι απαρνηθήκαμε τον ορθόδοξο πνευματικό μας πλούτο ή, καλύτερα, επειδή απαρνηθήκαμε τον ίδιο τον Χριστό. Πιστεύσαμε, εμείς οι Ορθόδοξοι Έλληνες, «τις διεθνείς σειρήνες που μας προέβαλαν έναν εικονικό κόσμο, μία ψεύτικη ευτυχία, μία δήθεν απελευθέρωση και ανεξαρτησία από κάθε θεϊκό»(15). Και, δυστυχώς, με τις ενέργειές μας φωνάζουμε τον βλάσφημο λόγο κατά του Θεού, που μας αναφέρει το βιβλίο του Ιώβ: «Απόστα απ’ εμού, οδούς σου ειδέναι ου βούλομαι»(16).
Γι’ αυτό, αδελφοί μου, είναι επιτακτική ανάγκη:
να επιστρέψουμε σ΄ αυτή την Παράδοσή μας,
να βάλουμε ως κέντρο της ζωής μας τον Χριστό

και να ομολογήσουμε όχι μόνο σήμερα αλλά πάντοτε μέχρι την τελευταία πνοή της ζωής μας, όχι μόνο με τα χείλη, αλλά κυρίως με την καρδία και τη ζωή μας το φοβερό λόγο των Αγίων Πατέρων:

«Οι προφήται ως είδον,
οι απόστολοι ως εδίδαξαν,
η Εκκλησία ως παρέλαβεν,
οι διδάσκαλοι ως εδογμάτισαν,
η οικουμένη ως συμπεφρόνηκεν,
η χάρις ως έλαμψεν,
η αλήθεια ως αποδέδεικται, …
ο Χριστός ως εβράβευσεν,

ούτω φρονούμεν,
ούτω λαλούμεν,
ούτω κηρύσσομεν,
Χριστόν τον αληθινόν Θεόν ημών …

Αύτη η πίστις των αποστόλων,
αύτη η πίστις των πατέρων,
αύτη η πίστις των ορθοδόξων,
αύτη η πίστις την οικουμένην εστήριξεν»(17).

Ευχέτης προς τον Δομήτορα της Εκκλησίας

Ο Ε Π Ι Σ Κ Ο Π Ο Σ Σ Α Σ

Ο ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ

(1) Ιω. 1,46.
(2) Πρωτοπρ. Γεωργίου Μεταλληνού, Κοινωνία αγάπης και σωτηρίας, εκδ. Το σπίτι της στοργής, Αθήνα 1982, σελ. 40.
(3) Αρχιμ. Δοσιθέου, Ορθόδοξος πίστις και ζωή, εκδ. Ι. Μονής Παναγίας Τατάρνης Ευρυτανίας, σελ. 403.
(4) Μαρκ. 4,34.
(5) Ιω. 16,13.
(6) Γαλ. 1,11-12.
(7) Γεωργ. Φλωρόφσκυ, Αγία Γραφή-Εκκλησία-Παράδοσις, εκδ. Π.Πουρναρά, Θεσσ/κη 1976, σελ. 146.
(8) Μεγάλου Βασιλείου, Περί Αγίου Πνεύματος, ΕΠΕ 10, κεφ. κζ΄457-459.
(9) Β΄Τιμ. 2,1-2.
(10) Αρχιμ. Ιεροθέου Βλάχου (νυν Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου), Παρακλητικά, εκδ. Τέρτιος, Κατερίνη 1986, σελ 36.
(11) «Κατά την παραδοθείσαν ημίν παρά των Πατέρων αποστολικήν πίστιν παρέδωκα, μηδέν έξωθεν επινοήσας, αλλ΄ όπερ έμαθον ενεχάραξα συμφώνως ταίς Αγίαις Γραφαίς». Μεγ. Αθανασίου, Προς Σεραπίωνα Θμούεως Επίσκοπον Κατά των βλασφημούντων και λεγόντων κτίσμα είναι το Πνεύμα το άγιον, PG 26,605.
(12) «Εμόν μεν ουδέν ερώ παντελώς• ο δε παρά των Πατέρων εδιδάχθην, φημί». Μαξίμου του Ομολο-γητού, Περί κοινού και ιδίου, τουτέστιν ουσίας και υποστάσεως, προς Κοσμάν τον θεοφιλέστατον διάκονον Αλεξανδρείας, PG 91,544D.
(13) «Πάντα τοίνυν τα παραδεδομένα ημίν διά τε νόμου και προφητών και αποστόλων και ευαγγε-λιστών δεχόμεθα, και γινώσκομεν και σέβομεν ουδέν περαιτέρω τούτων επιζητούντες• … Ταύτα ημείς στέρξωμεν και εν αυτοίς μείνωμεν, μη μεταίροντες όρια αιώνια, μηδέ υπερβαίνοντες την θείαν παράδοσιν». Αγ. Ιωάννου Δαμασκηνού, Έκδοσις ακριβής της ορθοδόξου πίστεως, ΕΠΕ 1,56-57.
(14) Εβρ. 13,8.
(15) Περιοδ. Η Δράσις μας, Οκτώβριος 2010, σελ. 299.
(16) Ιώβ 21,14.
(17) Συνοδικόν Ορθοδοξίας.