Η θέση του Πειραιώς Σεραφείμ για την Αγία Σύνοδο στην Ιεραρχία

Loading...


Υπόμνημα στην θα καταθέσει την προσεχή εβδομάδα κατά τη συνεδρίαση της Ιεραρχίας ο και θα αναλύει τις θέσεις του για την και τις διαφωνίες που εκφράζει.

Αναλυτικά η ανακοίνωση

Εν Πειραιεί τη 17η Νοεμβρίου 2016
ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ
Ο Σεβ. Μητροπολίτης Πειραιώς κ. Σεραφείμ εις την προσεχή σύγκλησι της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος με θέμα την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο θα καταθέσει το κάτωθι υπόμνημα.
Εκ της Ι. Μητροπόλεως
Υ Π Ο Μ Ν Η Μ Α
ΕΠΙ ΤΗΣ ΕΚΤΑΚΤΟΥ ΣΥΓΚΛΗΣΕΩΣ
ΤΗΣ ΙΣΙ 23-24/11/2016
Μακαριώτατε Άγιε Πρόεδρε,
Σεβασμιώτατοι,
Μακαριώτατε, Σας ευχαριστώ ιδαιτέρως διότι εις την συνέντευξή Σας εις τον δημοσιογράφο κ. Παπαχελά εις τον τηλεοπτικό δίαυλο ΣΚΑΪ δηλώσατε ευθαρσώς και ανυποκρίτως ότι στο ιερό μας σώμα δεν υπάρχουν «φονταμενταλιστές» και «ταλιμπάν» αλλά αδελφοί που ο καθένας διατηρεί την θεόσδοτη ελευθερία της συνειδήσεώς του.
Θεωρώ ως μεγίστην απρέπειαν και βλασφημίαν την εμφιλοχώριση σκέψεων ή πεποιθήσεων ότι εις το ιερό μας σώμα διακρίνονται «αμύντορες» της πίστεως και «μητραλοίες» της πίστεως, συνεπώς οι παρατηρήσεις μου δεν πηγάζουν από νοσηρό «μεγαλοιδεατισμό» ή από ζηλωτική διάθεσι αλλά μόνον από την συνειδητότητα της επισκοπικής ευθύνης έναντι του Δομήτορος της Εκκλησίας και του εμπεπιστευμένου υπ’Αυτού ποιμνίου. Με πολύ σεβασμό, αγάπη και τιμή εις τα πρόσωπα όλων Μακαριώτατε και Σεβασμιώτατοι επιτρεψατέ μου να αναφέρω ότι κατά την γνώμη μου η αντιπροσωπεία της Εκκλησίας μας εις την λεγομένη «Αγία και Μεγάλη Σύνοδο» εις το Κολυμπάρι της Κρήτης υπερέβη τα άκρα όρια της διακριτικής της ευχέρειας και απέτυχε των προσδοκιών της εντολής που έλαβε από το ιερό μας σώμα. Συγχωρήστε με για αυτόν τον νομικό όρο αλλά νομίζω ότι αποδίδει πλήρως τα πράγματα. Η αντιπροσωπεία μας ήταν εντολοδόχος του ιερού σώματος και όφειλε άχρι τέλους να καταθέση την εντολή που έλαβε χωρίς καμμία παθογένεια «διανοίας Κυρίου». Δεν είχε καμμία εξουσιοδότηση να μεταβάλη το περιεχόμενο της εντολής και συγχωρήσατέ με να είπω ότι οι αιτιολογίες που ηκούσθησαν ότι δήθεν οι παρόντες στην Σύνοδο εψήφισαν και ότι έπρεπε να συνταχθούν με την ομοφωνία των λοιπών Εκκλησιών είναι εντελώς ανεπέρειστες διότι αφ’ ενός η αντιπροσωπεία ασφαλώς εψήφισε αλλά όφειλε να ψηφίση εντός

 και μόνον της εντολής που είχε και αφ’ ετέρου διότι όπως ο Παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος είχε ερμηνεύσει την έννοια της ομοφωνίας μία Εκκλησίας μπορούσε να υποβάλη πρότασι για την διόρθωση των ψηφισθέντων από τους Προκαθημένους κειμένων και αν δεν εγένετο δεκτή κατεγράφετο εις τα Πρακτικά μη θεωρουμένης της προτάσεως ως διασπαζούσης την ομοφωνία.
Το ιερό μας Σώμα δεν απεδέχθη στο επίδικο κείμενο «Σχέσεις Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν Χριστιανικόν κόσμον» τον όρο «ετερόδοξες Εκκλησίες» όχι ασφαλώς από φονταμενταλιστική διάθεσι αλλά διότι ο όρος είναι αντιφατικός και απαράδεκτος διότι αν ομιλούμε περί Εκκλησίας αυτή δεν μπορεί να είναι ετερόδοξος και αν ομιλούμε περί ετεροδόξου αυτή δεν μπορεί να είναι Εκκλησία, με την θεολογική έννοια του όρου. Ο ορισμός της Εκκλησίας μας δίδεται από τον ίδιο τον Δομήτορά Της με το αψευδέστατο στόμα Του τον ουρανοβάμονα θείο Παύλο, ο οποίος στην προς Εφεσίους επιστολή Του (Α17-23) μας αποκαλύπτει ότι: «ίνα ο Θεός του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ο πατήρ της δόξης, δώη υμίν πνεύμα σοφίας και αποκαλύψεως εν επιγνώσει αυτού, πεφωτισμένους τους οφθαλμούς της καρδίας υμών, εις το ειδέναι υμάς τις εστιν η ελπίς της κλήσεως αυτού, και τις ο πλούτος της δόξης της κληρονομίας αυτού εν τοις αγίοις, και τι το υπερβάλλον μέγεθος της δυνάμεως αυτού εις ημάς τους πιστεύοντας κατά την ενέργειαν του κράτους της ισχύος αυτού, Ην ενήργησεν εν τω Χριστώ εγείρας αυτόν εκ νεκρών, και εκάθισεν εν δεξιά αυτού εν τοις επουρανίοις υπεράνω πάσης αρχής και εξουσίας και δυνάμεως και κυριότητος και παντός ονόματος ονομαζομένου ου μόνον εν τω αιώνι τούτω, αλλά και εν τω μέλλοντι· και πάντα υπέταξεν υπό τους πόδας αυτού, και αυτόν έδωκε κεφαλήν υπέρ πάντα τη εκκλησία, ήτις εστί το σώμα αυτού, το πλήρωμα του τα πάντα εν πάσι πληρουμένου». Συνεπώς είναι αδύνατος η ύπαρξις ετεροδόξου Εκκλησίας όπως είναι αδύνατος η ύπαρξις ετεροδόξου Χριστού. Είναι παραλογισμός να έχεται αληθείας ταυτόχρονα η πίστις που το στόμα του Παύλου ο Ι. Χρυσόστομος μας παραδίδει ότι «εν τω άδει ουκ έστι μετάνοια» σχολιάζοντας την παραβολή του πλουσίου και του Λαζάρου και η ύπαρξι ενός άλλου σώματος Χριστού με κεφαλή τον Ίδιο που διδάσκει ακριβώς τα αντίθετα όπως της Ρωμαιοκαθολικής κοινωνίας η οποία στην κατήχησή της εκδ. Βατικανού-Κάκτου 1996 και στην σελ. 332 με τίτλο: «Ο τελικός εξαγνισμός ή το καθαρτήριο» μας λέγει ότι: «Όσοι πεθαίνουν χωρίς να έχουν εξαγνιστεί υποβάλλονται μετά τον θανατό τους σε έναν εξαγνισμό για να εισέλθουν στην χαρά του ουρανού. Αυτόν τον τελικό εξαγνισμό η Εκκλησία τον ονομάζει καθαρτήριο».
Για να συμβιβάση η αντιπροσωπεία μας τα ασυμβίβαστα υπέβαλε την πρότασι που τελικά έγινε δεκτή ότι δεν αναγνωρίζει μεν την ύπαρξι ετεροδόξων «Εκκλησιών» αλλά την ιστορική ονομασία ετεροδόξων «Εκκλησιών» και αντιλαμβάνεσθε το ανεπέρειστο μιάς τέτοιας αποφάσεως διότι ονομασία έχει μόνο κάτι που υπάρχει εν χώρω και χρόνω. Επομένως η παραδοχή της ονομασίας και όχι της υπάρξεως προσπαθεί να συμβιβάση τα ασυμβίβαστα φαιδροποιόντας τα πράγματα. Θα ήταν ενδεχομένως πιο δόκιμος ο όρος ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία γνωρίζει τον εκτός Αυτής ετερόδοξο Χριστιανικό κόσμο με τον αυτοπροσδιορισμό που αυτός επιλέγει.

Δυστυχώς ούτε στο πολύ για την Εκκλησία μας σοβαρό θέμα της χορηγήσεως του αυτονόμου δεν κατορθώθη να καταγραφή η εντολή του ιερού Σώματος διότι κηδόμενοι της Αυτοκεφαλίας και του αδιαιρέτου της Διοικήσεως της Εκκλησίας μας θα έπρεπε να εμμείνωμε στην καταγραφή της θέσεώς μας και να μην αρκεστούμε στις δηλώσεις του Παναγιωτάτου Οικουμενικού Πατριάρχου μας οι οποίες ουδεμία κανονική και νομική δέσμευση εμπεριέχουν.
Το κατά την ταπεινή μου γνώμη απαράδεκτο της λεγομένης Αγίας και Μεγάλης Συνόδου που απορώ γιατί ονομάζεται Αγία αφού δεν ήταν επομένη των αγίων Οικουμενικών και λοιπών Συνόδων όπως εδηλώθη από τον Μακ. Αλβανίας κ.κ. Αναστάσιο χωρίς να διαφοροποιηθή κανείς και ουδεμία δογματική ή κανονική ενασχόλησι είχε και Μεγάλη εφ’ όσον δεν εξεπροσωπήθησαν πάνω από 200.000.000 ομοδόξων αδελφών (150 Πατρ. Μόσχας, 30 Πατρ. Γεωργίας, 20 Πατρ. Βουλγαρίας και Πατρ. Αντιοχείας), είναι ότι δεν κατέγνωσε ουδεμία υφισταμένη αίρεσι στους καιρούς μας παραβιάζουσα προδήλως τον λζ΄Κανόνα των Αγ. Αποστόλων «Δεύτερον του έτους σύνοδος γινέσθω, των επισκόπων και ανακρινέτωσαν αλλήλως τα δόγματα της ευσεβείας και τας εμπιπτούσας εκκλησιαστικάς αντιλογίας διαλυέτωσαν» που έχει Οικουμενική επικύρωση από τον β΄ της ςης και την α΄της Ζης και δεν απετίμησε αν και έλαβε σχετική απόφασι τους διεξαχθέντας με τους ετεροδόξους θεολογικούς διαλόγους όπως μετά των Παλαιοκαθολικών, των Αντιχαλκηδονίων, των Αγγλικανών, των Λουθηρανών τους οποίους ο επαίων Σεβ. Μητροπολίτης Μεσσηνίας κ.κ. Χρυσόστομος με την διακρίνουσα αυτόν πεπαρρησιασμένην ευθυκρισίαν και την δόκιμον επιστημοσύνην κρίνει ότι έχουν μεταλλαχθή από διάλογος «Εκκλησιών» εις Ακαδημαικόν διάλογον (Εκθεσις περί της γενομένης 14ης Γεν. Συνελεύσεως Μεικτής Θεολογικής Επιτροπής επί του διαλόγου μεταξύ Ορθοδόξου και Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας).

Χάριν της αντικειμενικότητος θα αναφέρωμεν κάποιες βασικές τροποποιήσεις που έγιναν προς την σωστή κατεύθυνση επισημειώνοντας ότι οι Σύνοδοι της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας δεν γίνονται για την απόδειξη της ενότητός Της όπως απαραδέκτως εδηλώθη για την οποία υπεραρκούν το κοινόν ποτήριον (συλλείτουργον), τα Δίπτυχα, τα Ειρηνικά Γράμματα και η ταυτότης των κανονικών ποινών. Οι Σύνοδοι της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας γίνονται για την κατάγνωση των υφισταμένων αιρέσεων εν τόπω και χρόνω και τον συντονισμό της Ορθοδοξίας με την Ορθοπραξία διά της προβλέψεως ιερών Κανονικών διατάξεων. Όπως ευστόχως επισημοιεί η Ι. Μονή Οσ. Γρηγορίου Αγίου Όρους:
«Σε αρκετά σημεία των κειμένων προστέθηκε περί των μη Ορθοδόξων ο προσδιορισμός «ετεροδόξων», ώστε να φαίνεται η απόκλισίς των από την Ορ­θόδοξο αποστολική Πίοτι. Στην παραγρ. 21 (του κειμένου Σχέσεις Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν Χριστιανικόν κόσμον) λέγεται καθαρά ότι «αι μη Ορθό­δοξοι Εκκλησίαι παρεξέκλιναν εκ της αληθούς πίστεως της Μιάς, Αγίας, Καθο­λικής και Αποστολικής Εκκλησίας».
Στο θέμα των διαχριοτιανικών διαλόγων προστέθηκε διάταξις να γίνωνται περιοδικές αξιολογήσεις τους (ερευνητέον γιατί όπως ανωτέρω αναφέρομεν δεν αξιολογήθησαν οι μέχρι τούδε διεξαχθέντες και διεξαγόμενοι διαχριστιανικοί διάλογοι).
Στο ζήτημα της (απαραδέκτου) συμμετοχής στο Π.Σ.Ε. διευκρινίσθηκε ότι αποβλέπει στην προώθησι [ενν.μόνον] της ειρηνικής συνυπάρξεως και της συνεργασίας επί των μειζόνων κοινωνικοπολιτικών προκλήσεων.
Η ουνία συμπεριελήφθη στις απαράδεκτες ενέργειες ή μεθόδους προσεγγίσεως των χριστιανών (χωρίς όμως να στηλιτευτεί η Ρωμαιοκαθολική θρησκευτική κοινωνία που έχει αναγάγει σε θεσμό Κανονικού Δικαίου την μέθοδο αυτή).

Από την πρώτη παραγρ. του κεφ. Β’ του προσυνοδικού κειμένου «Η Αποστολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας εν τω συγχρόνω κόσμω», απαλείφθηκε η περσοναλιστική αναφορά στον άνθρωπο «ως κοινωνίαν προσώπων αντανακλώντων κατά χάριν διά της ενότητος του ανθρωπίνου γένους την εν τη Αγία Τριάδι ζωήν και κοινωνίαν των θείων προσώπων».
Στο ζήτημα των μικτών γάμων μετά ετεροδόξων αποφεύχθηκε η ρητή αναφορά και δέσμευσις της Συνόδου για ιερολόγησί τους, που απαγορεύεται σύμφωνα με την καθολικής ισχύος διάταξι του 72ου κανόνος της Πενθέκτης, και ίσχυσε «η δυνατότης εφαρμογής της εκκλησιαστικής οικονομίας».
Έγινε αναφορά (στην Εγκύκλιο της Συνόδου) στις μεγάλες «καθολικού κύρους» Συνόδους επί αγίου Φωτίου (879) και αγίου Γρηγορίου Παλαμά (1351), στις οποίες καταδικάζονται αιρετικά δόγματα, όπως το Φιλόκβε, το παπικό πρωτείο και η κτιστή Χάρις χωρίς να αναγνωρισθή η οικουμενική τους περιωπή ενώ η Σύνοδος του Αγίου Φωτίου με την αυτοσυνειδησία Οικουμενικής Συνόδου αναγνώρισε ως Ζ΄ Οικουμενική την Σύνοδο του 787 και οι δογματικοί όροι της Συνόδου του Αγ. Γρηγορίου του Παλαμά το 1351 συμπεριελήφθησαν στο Συνοδικό της Ορθοδοξίας, και στις μεταγενέστερες που ανέτρεψαν τις αποφάσεις της ψευδοσυνόδου Φερράρας-Φλωρεντίας και απεκήρυξαν τις προτεσταντικές δοξασίες.
Ωστόσο δυστυχώς δεν διορθώθηκαν επαρκώς το κείμενα. Ημπορούσε επομένως η Σύνοδος να διόρθωση επαρκώς τα προσυνοδικά κείμενα. Ημπορούσε να ξαναγράψη το επίμαχο κείμενο περί των σχέσεων με τους ετεροδόξους και να καθορίση σαφείς εκκλησιολογικές αρχές στους θεολογικούς διάλογους και στις λεγόμενες οικουμενικές επαφές. Το κείμενα έμειναν ασαφή, αμφίσημα. Από την προσεκτική μελέτη του επιμάχου 6ου κειμένου διαπιστώνουμε ωρισμένα σημεία, στα οποία η ασάφεια δίνει την δυνατότητα διαφορετικής ερμηνείας του:

 1) Γίνεται αναφορά σε ετερόδοξες χριστιανικές «Εκκλησίες» που δεν βρίσκονται σε κοινωνία με την Ορθόδοξο Εκκλησία (βλ. παραγρ. 6), και επίσης στην αλήθεια και πίστι και παράδοσι των επτά Οικουμενικών Συνόδων, ως εις βάσιν της αναζητήσεως της ενότητος των Χριστιανών (βλ. παραγρ. 5). Δεν περιγράφεται όμως η αποστολική αλήθεια, πίστις και παράδοσις των Οικουμενικών Συνόδων και δεν αντιδιαστέλλεται από την ετεροδοξία των «ετεροδόξων χριστιανικών Εκκλησιών» με συγκεκριμένα στοιχεία της δισχιλιετούς Παραδόσεως της Εκκλησίας. Έτσι δεν οριοθετείται σαφώς η Εκκλησία από τις αιρέσεις που σφετερίζονται την αποστολική αλήθεια, είτε αυτές αποδέχονται τις τρεις πρώτες Οικουμενικές Συνόδους (οι Μονοφυσίται), είτε έχουν συγκαλέσει είκοσι μία (οι Ρωμαιοκαθολικοί), είτε αρνούνται να αναγνωρίσουν στην Ορθόδοξο Εκκλησία την όλη αποστολική πίστι (οι Προτεστάντες).

Διαβάστε εδώ:  Κλιματική αλλαγή και η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος

Επειδή λοιπόν τις ονομάζουμε «ετερόδοξες χριστιανικές Εκκλησίες» χωρίς να προσδιορίζουμε σαφώς την ετεροδοξία τους (που τις έχει οδηγήσει εκτός Εκκλησίας, στην αίρεσι), εύκολα ημπορούμε να διολισθήσουμε στην αντορθόδοξη θεωρία ότι Ορθόδοξοι και Ρωμαιοκαθολικοί «ευρίσκονται πλέον υπό καθεστώς όχι τετελεσμένου σχίσματος άλλα διακοπής της εκκλησιαστικής κοινωνίας (ακοινωνησία)». Αυτή η θεωρία, η οποία έχει κερδίσει και Ορθοδόξους θεολόγους, διαστρεβλώνει την έννοια της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας (στην οποία συσκευάζει Ορθοδόξους και Ρωμαιοκαθολικούς παρά τις δογματικές διαφορές), καθώς και την έννοια της ετεροδοξίας, την οποία αντιλαμβάνεται ως διαφορετική διατύπωσι της ίδιας αποστολικής πίστεως!
Η ασφαλής διεξαγωγή διαχριστιανικών διαλόγων χρειάζεται ένα καταστατικής ισχύος κείμενο, που να αποτυπώνη με σαφήνεια την διαφοροποίησι της Ορθοδοξίας από την αίρεσι και της Εκκλησίας από τις αιρετικές «εκκλησίες». Η μορφή των Ιερών Κανόνων Α΄ της Β Οικουμενικής Συνόδου και Α΄και Β΄της Πενθέκτης μπορεί να αποτελέση παράδειγμα.

2) Στην παραγρ. 20 έχουν επισημανθή ελλείψεις, οι οποίες αφήνουν χώρο στην βαπτισματική θεολογία και στην αναγνώρισι εκκλησιαστικότητος στους ετεροδόξους.
3) Είναι εντελώς ασαφής η παραγρ. 23, η οποία λέγει ότι ο διάλογος πρέπει να συνοδεύεται «διά πράξεων αμοιβαίας κατανοήσεως και αγάπης». Δεν διευκρινίζεται μέχρι που επιτρέπεται να φθάσουν οι πράξεις αυτές και βάσει ποίων Ιερών Κανόνων, ώστε να εκδηλώνεται μεν η ψυχική μας ευγένεια και το ενδιαφέρον μας για την σωτηρία τους, να διασφαλίζεται δε η Ορθόδοξος εκκλησιολογική συνείδησις. Λείπουν δηλαδή διατάξεις οι οποίες θα απέτρεπαν πράξεις και δηλώσεις (συμπροσευχές, λειτουργικούς ασπασμούς κ.λπ.), που εμφανίζουν τους ετεροδόξους ως εκκλησία με αυθεντικό Βάπτισμα, Ιερωσύνη και σώζουσα Χάρι και ανατρέπουν και ακυρώνουν εν τη πράξει την αυτοσυνειδησία της Ορθοδόξου Εκκλησίας ως της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας.
Όσον αφορά δε την (απαράδεκτη) κανονικώς παρουσία των Ορθοδόξων Εκκλησιών στο Π.Σ.Ε. είναι θετική η δήλωσις του συνοδικού κειμένου ότι αυτές «συμβάλλουν [σ.σ. εννοείται μόνον] εις την προώθησιν της ειρηνικής συνυπάρξεως και συνεργασίας επί των μειζόνων κοινωνικοπολιτικών προκλήσεων» όπως ανωτέρω σχολιάσαμε. Όμως η συμμετοχή των Ορθοδόξων Εκκλησιών στο Π.Σ.Ε. θεμελιώνεται στην «Δήλωσι του Τορόντο» (παραγρ. 19), κείμενο εκκλησιολογικώς πολύ προβληματικό. Τίθεται σοβαρά το ερώτημα αν, με τα σοβαρά της προβλήματα η «Δήλωσις του Τορόντο» έχει αποκτήσει συνοδικώς κύρος καταστατικού κειμένου αναφοράς για την Ορθόδοξο Εκκλησία. Επιπλέον στο συνοδικό κείμενο επιβεβαιώνεται η συμμετοχή των Ορθοδόξων στο Π.Σ.Ε., χωρίς να απαγορεύωνται ρητώς οι «διομολογιακές συμπροσευχές», που προτάθηκαν από την Ειδική Επιτροπή για την συμμετοχή των Ορθοδόξων στο Π.Σ.Ε. και έγιναν αποδεκτές από την Ολομέλεια του το 2006 (PortoAlegre), και χωρίς να επικρίνωνται και να απορρίπτωνται κάποιες κοινώς (και από τους μετέχοντας Ορθοδόξους) αποδεκτές αντορθόδοξες περί Εκκλησίας και Βαπτίσματος απόψεις του Π.Σ.Ε.

 4) Στην παραγρ. 11 λέγεται ότι, διάλογοι οι οποίοι δεν επιτυγχάνουν συμφωνία επί ενός θέματος, δεν διακόπτονται. Αντίθετα, καταγραφομένης της θεολογικής διαφωνίας, συνεχίζονται. Αναμφιλέκτως είναι σωστό να ολοκληρώνεται ένας διάλογος παρά τις δυσχέρειες. Όμως η συνέχισις ή η διακοπή ενός διαλόγου δεν είναι μόνον πρακτικό θέμα, αλλά έχει και εκκλησιολογική και σωτηριολογική σημασία. Οι άκαρποι διάλογοι συντελούν στο να αμβλύνεται η δογματική ευαισθησία των Ορθοδόξων θεολόγων που μετέχουν σε αυτούς, καθώς και του Ορθοδόξου πληρώματος. Τι σημαίνει επομένως ότι οι διάλογοι συνεχίζονται; Σχετικά με το μείζον θέμα της Ουνίας π.χ. Αρκεί η απλή (και επαινετή) παράθεσις της λέξεως «ουνία» (παραγρ. 23) μεταξύ των μορφών ομολογιακού ανταγωνισμού, όταν η Ουνια είναι το κατ’ εξοχήν εκκλησιολογικό πρόβλημα που έπρεπε να λυθή πριν από την έναρξι του θεολογικού διαλόγου; Πως θα ερμηνεύεται πλέον το πρόβλημα της Ουνίας, ως πρακτικός ανταγωνισμός ή ως εκκλησιολογική εκτροπή που ακυρώνει την σωτηρία;
5) Οι παραγρ. 4, 5 και 6 καθιερώνουν την συμμετοχή της Ορθοδόξου Εκκλησίας στους διαχριστιανικούς διάλογους και στην Οικουμενική Κίνησι με την διαβεβαίωσι ότι «η Ορθόδοξος συμμετοχή εις την κίνησιν προς αποκατάστασιν της ενότητος μετά των άλλων Χριστιανών εν τη Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία… αποτελεί συνεπή έκφρασιν της αποστολικής πίστεως και παραδόσεως εντός νέων ιστορικών συνθηκών» (παραγρ. 4).
Το ερώτημα είναι με ποιες εκκλησιολογικές αρχές έχουμε διασφαλίσει την συμμετοχή των Ορθοδόξων στους σημερινούς διαχριστιανικούς διάλογους, ώστε αυτή να είναι συνεπής προς την αποστολική πίστι και παράδοσι. Και στις σημερινές ιστορικές συνθήκες, όπως και στις παλαιότερες (Λατινοκρατία του 13ου αιώνος, PropagandaFidei του 16ου-18ου αιώνος), το ασφαλές κριτήριο Ορθοδόξου διαλόγου είναι να διατηρήται αναλλοίωτη η εκκλησιολογική ταυτότης των Ορθοδόξων. Κάποτε επρόκειτο για άρνησι να υποταχθούμε στην εξουσία του Πάπα. Κατόπιν επρόκειτο για άρνησι της Ουνίας, δηλαδή να μνημονεύουμε τον Πάπα ως Κεφαλή της Εκκλησίας. Σήμερα πρόκειται για άρνησι να «αλληλοαναγνωρισθούμε ως Εκκλησίες», όπως θέλει η Οικουμενική Κίνησις του 20ου αιώνος.

Δεν διακηρύσσεται σαφώς στο συνοδικό κείμενο, ότι ουδεμία άλλη χριστιανική κοινότης είναι Εκκλησία με την δογματική έννοια του όρου, παρά μόνον η Ορθόδοξος. Δεν επετεύχθη ούτε προσυνοδικώς ούτε στην Σύνοδο να περιληφθή στην παραγρ. 1 του 6ου κειμένου η έννοια της μοναδικότητος της Εκκλησίας. Η απουσία όμως της έννοιας αυτής συνιστά πολύ σημαντική έλλειψι. Η μετακίνησις της ρωμαιοκαθολικής εκκλησιολογίας από την αντίληψι της «αποκλειστικότητος» (προ της Β’ Βατικανής) στην σύγχρονη αντίληψι του Συντάγματος LumenGentium, ότι η Ρωμαιοκαθολική «substitit» εις την Μίαν Αγίαν (ανήκει, ενυπάρχει, όχι είναι η Εκκλησία), υποδηλώνει ένα κίνδυνο που πρέπει οι Ορθόδοξοι να αποφύγουμε τονίζοντας την έννοια της μοναδικότητος της Ορθοδόξου Εκκλησίας ως της όλης και μόνης Εκκλησίας. Οι εκπρόσωποι των Ορθοδόξων Εκκλησιών στα οικουμενικά συνέδρια, όταν κατέθεταν κοινή Δήλωσι, ετόνιζαν την μοναδικότητα της Ορθοδόξου Εκκλησίας ως της όλης και μόνης Μίας Αγίας. Π.χ. στην Λούνδη το 1952: «Αύτη είναι η όλη και μόνη Εκκλησία, το σώμα του Χριστού, ο εντολοδόχος των Αποστόλων. Ούτως αύτη μόνη δύναται να καθορίζη την πίστιν. Και είμεθα βέβαιοι ότι τούτο είναι απόδειξις της μοναδικότητας της». Και ο ίδιος ο Παναγιώτατος εδήλωσε στον πάνσεπτο Ιερό Ναό του Πρωτάτου την 21η Οκτωβρίου 2008: «Η Ορθόδοξος Εκκλησία είναι αυτή μόνη η Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία».

 6) Είναι προφανής η αναντιστοιχία ανάμεσα στην διακήρυξι: «Η Ορθόδοξος Εκκλησία… ούσα η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία» (παραγρ. 1), και στα πεπραγμένα των θεολογικών διαλόγων. Από την εποχή που πρωτοσυντάχθηκε αυτή η διατύπωσις (Γ΄ Προσυνοδική Πανορθόδοξος Διάσκεψις, 1986) μέχρι σήμερα, και παρότι είχε τονισθή από τότε ότι η μαρτυρία της Ορθοδόξου Εκκλησίας δίδεται «επί τη βάσει της αποστολικής παραδόσεως και πίστεώς της», έχουν γίνει θεολογικές συμφωνίες, οι οποίες δεν εδράζονται στην αποστολική πίστι και παράδοσι. Τέτοιες είναι π.χ. η συμφωνία της Μικτής Επιτροπής Ορθοδόξων και Αντιχαλκηδονίων επί της Χριστολογίας (1989, 1990)- η συμφωνία επί της εκκλησιολογίας στο Μπαλαμάντ (1993), η οποία συνόψιζε τις συμφωνίες της Μικτής Επιτροπής Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών στο Μόναχο (1982), στο Μπάρι (1986), στο Νέο Βάλαμο (1988), που αφορούσαν τον εκκλησιαστικό χαρακτήρα αμφοτέρων των πλευρών (αποστολική πίοτι, αποστολική διαδοχή, αυθεντικά μυστήρια) και η συμφωνία στην Ραβέννα (2007) για την ύπαρξι δήθεν πρωτείου ενός επισκόπου επί παγκοσμίου επιπέδου, η οποία ευτυχώς ακόμη δεν έχει ευδοκιμήσει.
Το συνοδικό κείμενο γίνεται ασαφέστερο με την ρητή διαβεβαίωσι της Εγκυκλίου ότι οι «υπό της Ορθοδόξου Εκκλησίας διεξαγόμενοι διάλογοι ουδέποτε εσήμαιναν, ούτε σημαίνουν και δεν πρόκειται να σημάνουν ποτέ οιονδήποτε συμβιβασμόν εις ζητήματα πίστεως». Εάν οι ανωτέρω θεολογικές συμφωνίες δεν είναι «συμβιβασμός εις ζητήματα πίστεως», διερωτώμεθα τι είναι συμβιβασμός και ποιος είναι ο «δογματικός μινιμαλισμός» που απορρίπτεται με την διατύπωσι της Εγκυκλίου; «Η Ορθόδοξος Εκκλησία ουδέποτε απεδέχθη τον θεολογικόν μινιμαλισμόν ή την αμφισβήτησιν της δογματικής παραδόσεως και του ευαγγελικού ήθους της» (παραγρ. 20)!

Από τις ανωτέρω έξι επισημάνσεις συνάγεται ότι το κείμενο των σχέσεων προς τον λοιπόν χριοτιανικόν κόσμον προσανατολίζεται προς συνοδική κατοχύρωσι της γραμμής των διαχριστιανικών σχέσεων της τελευταίας πεντηκονταετίας χωρίς τις απαραίτητες βάσεις της Ορθοδόξου Εκκλησιολογίας. Διερωτάται κανείς: Πόσο εύκολα θα μπορούσε η γραμμή αυτή να ονομασθή «Ορθόδοξος οικουμενισμός» (π. Δημήτριος Στανιλοάε), ή πρόσκλησις για «παγκόσμια επιστροφή στην Ορθοδοξία» (π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ);
Οι αστοχίες κατά τους διαχριοτιανικούς διάλογους του παρελθόντος δεν ευνοούν μία θετική απάντησι. Χρειαζόταν τώρα ένα κείμενο με αγιοπατερική πνοή, το οποίο δεν θα άφηνε περιθώρια στον ετερόδοξο οικουμενισμό (θεωρία των «αδελφών εκκλησιών» και των «δύο πνευμόνων», αναγνώρισις ετεροδόξου βαπτίσματος και ιερωσύνης, κοινή χριστολογική πίστις με τους Αντιχαλκηδονίους, αποδοχή της βατικανείου «Clarification», συνυπογραφή ειδικών κειμένων περί Εκκλησίας του τμήματος Πίστις και Τάξις του Π.Σ.Ε. κ.λπ., και σχετικές «εθιμοτυπικές εκκλησιαστικές» εκδηλώσεις που τα επιβεβαιώνουν). Ένα τέτοιο κείμενο θα στόχευε στην επιστροφή των ετερόδοξων στην ενότητα της Εκκλησίας. Θα έδειχνε ότί δεν αναγνωρίζουμε εν τη πράξει στις ετερόδοξες «εκκλησίες» εκκλησιαστικότητα (ότι είναι εκκλησίες με την θεολογική έννοια του όρου) αφήνοντας τους ετεροδόξους στις πλάνες τους.
Το συνοδικό κείμενο περί των σχέσεων με τους ετεροδόξους παρουσιάζει έλλειμμα εκκλησιολογικής ακριβείας. Αναπόφευκτα αυτό θα φανή κατά τις μελλοντικές οικουμενικές επαφές. Σε αυτές θα εφαρμοσθή πρακτικά το πνεύμα του κειμένου. Θα ήταν ευχής έργον οι διαχριοτιανικοί διάλογοι να ξαναρχίσουν από κάποιο «σημείο μηδέν» μίας καθαρής Ορθοδόξου Έκκλησιολογίας. Ενδέχεται όμως να οικοδομηθούν στα κεκτημένα του παρελθόντος, τα οποία ούτως ή άλλως καταμαρτυρούν παρεκκλίσεις από την Ορθόδοξο Εκκλησιολογία.

Η ερμηνεία του συνοδικού κειμένου περί των διαχριστιανικών σχέσεων θα φανή και σε δύο άλλες πλευρές των οικουμενικών επαφών:
Η μία πλευρά είναι οι οικουμενιστικοί συγχρωτισμοί, δηλαδή οι λειτουργικοί ασπασμοί, οι συμπροσευχές, οι ευλογίες Ορθοδόξου ποιμνίου από αιρετικούς εκκλησιαστικούς ηγέτες, οι κοινές εκδηλώσεις Ορθοδόξων και ετεροδόξων προκαθημένων και κληρικών, με τις οποίες αμβλύνεται το Ορθόδοξο κριτήριο και προωθείται ο λαικός Οικουμενισμός. Θα συνεχισθούν ή θα παύσουν;
Η δεύτερη πλευρά αφορά τις θεολογικές μελέτες, τα θεολογικά επιστημονικά συνέδρια, και ο,τι άλλο στον ακαδημαικό χώρο προωθεί τους διαχριστιανικούς διάλογους προς την πλευρά του συγκρητιστικού οικουμενισμού, τα οποία έχουν ενίοτε «αξιοποιηθή» από εκκλησιαστικούς φορείς. Έστωσαν ως παραδείγματα η θεολογική παραγωγή που επί χρόνια εμφανίζει τους Μονοφυσίτες ως Ορθοδόξους στην Χριστολογική τους διδασκαλία, η περιβόητη παπική «Clarification» που εξισώνει το Φιλιόκβε με την εκ μόνου του Πατρός εκπόρευσι του Αγίου Πνεύματος, οι θεολογικές μελέτες που υποστηρίζουν ως έγκυρο το βάπτισμα των ετερόδοξων. Με ποια άραγε εκκλησιολογικά κριτήρια θα γίνεται αποδεκτή η θεολογική αυτή συμβολή;
Τα προσυνοδικά κείμενα ήσαν φορτισμένα με την γνωστή προιστορία τους και τις ελλείψεις τους. Προϋπέθεταν και αντανακλούσαν την ιστορία των διαχριστιανικών θεολογικών διαλόγων, αποφάσεων και συμφωνιών. Δεν ήταν σωστό να ερμηνευθούν καθ’ εαυτά και αφ’ εαυτών.
Η Σύνοδος αναμφιβόλως βελτίωσε τα προσυνοδικά κείμενα. Τα τελικά όμως συνοδικά κείμενα παρουσιάζουν ακόμη ασάφειες. Δεν πήραν «καθολική μορφή», με την οποία θα μπορούσαν να συντελέσουν στην «καθολική ενότητα» της Εκκλησίας και να αποκτήσουν την αναμενόμενη «καθολική ισχύ».
Οι προσδοκίες μας από την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο δεν εκπληρώθηκαν, παρά τις βελτιώσεις των προσυνοδικών κειμένων, θα θέλαμε οι αποφάσεις της Συνόδου να ημπορούν να περιληφθούν στο Συνοδικόν της Ορθοδοξίας».

Επιπροσθέτως τίθεται ένα μείζον θέμα που ο Σεβ. Ναυπάκτου κ.κ. Ιερόθεος με την διακρίνουσα αυτόν σοφία και πιστότητα μας ανέφερε κατά την ιερατική σύναξη της Μητροπόλεώς μας την 10/11/2016 με θέμα την ενημέρωση του ευαγούς Κλήρου περί της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου. Το ουσιώδες ζήτημα είναι οι πεποιθήσεις αδελφών Αρχιερέων των Ορθοδόξων Εκκλησιών ότι η αληθής πίστις δεν αποτελεί απόλυτο προϋπόθεση για την μετοχή στην άκτιστη χάρι του εν Τριάδι Θεού, ότι η ετεροδοξία κέκτηται αληθές βάπτισμα, μυστηριακή δομή, αποστολική διαδοχή και ιερωσύνη και επομένως και η αίρεση είναι και αυτή «οδός προς σωτηρίαν». Οι θέσεις όμως αυτές ανατρέπουν πλήρως την θεολογία των Οικουμενικών Συνόδων και των Αγίων και Θεοφόρων Πατέρων 2000 χρόνων και αποτελούν καθαρή υποβολή του διαμονικού περιπαίγματος προς ανατροπή της σωτηρίας του κόσμου.
Επομένως οι συγκεκριμένοι εμφορούνται από την αίρεση του συγκρητιστικού οικουμενισμού και αποτελούν απόλυτο κίνδυνο για το Εκκλησιαστικό σώμα αλλά και τραγικό άλλοθι για την εμμονή των κακοδόξων στην αίρεσή τους. Αυτά βέβαια θα αποδειχθούν από την δημοσίευση των πρακτικών της Συνόδου και τότε θα τεθή το τεράστιο θέμα. Μπορούμε να έχουμε κοινωνία με εμφορουμένους από τέτοιες κακοδοξίες μη διακινδυνεύοντες την σωτηρία του ποιμνίου μας και τηρούντες τους όρκους της Αρχιερωσύνης μας;
Έχω εν κατακλείδι την ταπεινή γνώμη μετά την παράθεσι των ανωτέρω ότι η λεγομένη Αγία και Μεγάλη Σύνοδος θα πρέπει να θεωρηθή ως μία προσυνοδική διαδικασία και μόνον και να εργασθούμε όλοι ώστε να συγκληθή μία όντως Αγία και Μεγάλη Σύνοδος που θα θεραπεύση αστάθειες και ασάφειες καταδικάζουσα την παναίρεση του συγκρητιστικού Οικουμενισμού και διακηρύσσουσα παγκοσμίως ότι η μόνη οδός σωτηρίας και μετοχής στις άκτιστες ενέργειες του Θεού είναι η θεολογία των αγίων Πατέρων και των Οικουμενικών Συνόδων της Αδιαιρέτου Μιάς, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας.

+ ο Πειραιώς ΣΕΡΑΦΕΙΜ