Η απάντηση της Ι.Μ.Ναυπάκτου στο επίμαχο δημοσίευμα του Αγιορείτικου Βήματος

Loading...


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΒΛΑΣΙΟΥ
_______
Ναύπακτος, 30 Δεκεμβρίου 2012

Δεκάλογος εκτροπής της Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως
από την κανονική και νόμιμη τάξη

Η Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως διαφέρει από όλα τα Μοναστήρια, τόσο της Εκκλησίας της Ελλάδος όσο και των άλλων Ορθοδόξων Εκκλησιών. Δεν είναι μια Μονή που πορεύεται σύμφωνα με το κανονικό και εκκλησιαστικό δίκαιο, αλλά μια Μονή η οποία δεν τηρεί στοιχειώδεις κανόνες και νόμους για την διοίκησή της και λειτουργεί με κοσμική και εμπορική νοοτροπία.
Μέ πολλή συντομία θα παρουσιασθούν δέκα (10) ενδεικτικά σημεία που δείχνουν την εκτροπή της Μονής από την κανονική και νόμιμη τάξη, μια εκτροπή που έχει επισημανθή από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, ήδη από τον Ιανουάριο του 1999, πριν δεκατρία (13) χρόνια:
«Η αυτόθι κατάστασις έχει οπωσδήποτε εκτραπεί έκ τε της ευαγγελικής και της κανονικής οδού» (263/19-1-1999 της Ι. Συνόδου).
Η Συνοδική αυτή διαπίστωση είχε γίνει στην αρχή της αρχιεπισκοπείας του μακαριστού Χριστοδούλου πριν ακόμη αρχίσουν να εκδίδωνται η μία μετά την άλλη οι Συνοδικές Αποφάσεις που κατεδίκαζαν την Ιερά Μονή, μετά από αναφορές και καταγγελίες της ίδιας της Μονής, και οι οποίες κατέληξαν τελικά στις πρόσφατες πρωτοφανείς για τα εκκλησιαστικά δεδομένα Συνοδικές Αποφάσεις (περί ακοινωνησίας, διαλύσεως του νομικού προσώπου της Μονής, διορισμό Διοικητικής και Διαχειριστικής Επιτροπής, διαγραφή μοναχών από το μοναχολόγιο).
Είναι πρωτοφανής για τα μοναστικά δεδομένα η συμπεριφορά και η νοοτροπία των ιθυνόντων την Ιερά Μονή, αλλά και των λοιπών εγκαταβιούντων σε αυτήν, οι οποίοι συμφωνούν εν παντί με τους πρώτους.

1. Παρεκκλησιαστική οργάνωση προτεσταντικού χαρακτήρα
Ο τρόπος με τον οποίον λειτουργεί η Ιερά Μονή συνιστά μια παρεκκλησιαστική οργάνωση προτεσταντικού χαρακτήρα που αντιπαρατάσσεται τόσο προς την Ιερά Σύνοδο όσο και προς τον Μητροπολίτη της. Πάνω από τριάντα (30) χρόνια δεν υπακούει ούτε στην Ιερά Σύνοδο ούτε στους κατά καιρούς Μητροπολίτες.
Μάλιστα δε υπάρχουν θλιβερά κείμενα, τα οποία δημοσίευσε η ίδια η Ιερά Μονή στα οποία φαίνεται η ανταρσία και η επιθετικότητα των μοναχών της Μονής έναντι των Μητροπολιτών. Οι παλαιοί Ναυπάκτιοι γνωρίζουν το πρόβλημα αυτό και πολλοί υπήρξαν αυτόπτες και αυτήκοοι μάρτυρες διαφόρων γεγονότων.
Η Ιερά Μητρόπολη δεν έπρεπε να ανεχθή αυτήν την αλλοίωση του ορθοδόξου μοναχισμού, την διάσπαση και διαρκή ταραχή της κοινωνίας της ιστορικής πόλεως και Μητροπόλεως Ναυπάκτου.

Η Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως δημιούργησε μια γενιά Χριστιανών με έντονα αντιεκκλησιαστικές αρχές, με πνεύμα ιεροκατηγορίας και κυρίως με πνεύμα καταφρόνησης και περιφρόνησης των Μυστηρίων της Πίστεώς μας: της Αρχιερωσύνης, της Μετανοίας, της θείας Ευχαριστίας.
Η περιφρόνησή τους προς τα Μυστήρια φαίνεται στην αντιμετώπιση της ακοινωνησίας τους. Μένουν άλλοι επί μία πενταετία και άλλοι για ένα και πλέον έτος ακοινώνητοι, συνεχίζοντας να κάνουν όλες τις άλλες δραστηριότητές τους, δίνοντας κάκιστο παράδειγμα στους Χριστιανούς.
Έφθασαν στο σημείο να προσφύγουν στο Σ.τ.Ε. για θέμα χειροτονίας  των μοναχών σε Διακόνους και Πρεσβυτέρους, ώστε η Ιερά Σύνοδος να εκφράση τον αποτροπιασμό της:
«Ορθόδοξος Ηγούμενος αιτούμενος παρ’ ενός κοσμικού Δικαστηρίου την λήψιν αποφάσεως προς επιβολήν τελέσεως του Μυστηρίου της Ιερωσύνης! Θλιβερόν το ολίσθημα!» (1634/9-5-2003 Ι. Συνόδου).
Και το αποκορύφωμα της ασέβειας είναι η τέλεση «λειτουργίας» από τον ακοινώνητο και πολλαπλώς επιτιμημένο Ιερομόναχο με την επιβράβευση του καθοδηγητού του.
Η Ιερά Μονή λειτουργεί ως μια παρεκκλησιαστική οργάνωση με έντονο προτεσταντικό χαρακτήρα, αφού δεν υπακούει στην Εκκλησία, την Ιερά Σύνοδο και τον Επίσκοπο. Η Ιερά Σύνοδος σε έγγραφό της απεφάνθη:
«Αποτελείτε μοναδικήν εξαίρεσιν απειθαρχίας, ανυπακοής και ελλείψεως σεβασμού εις τα κανονικά μοναχικά θέσμια και τον θεσμόν της Εκκλησίας» (3039/27-8-2009 Ιεράς Συνόδου).
Και σε άλλο έγγραφό της γράφει:
«Εκφράζομεν όμως ου μόνον την απορίαν αλλά και την βαθυτάτην θλίψιν ημών όταν είς Ηγούμενος και επί τριακονταπενταετίαν Ιεροκήρυξ εκφράζει μίαν τόσον ακραίαν και αντορθόδοξον άποψιν, γέμουσαν εκκοσμικεύσεως και πολιτειοκρατικής αντιλήψεως» (1634/9-5-2003 Ι. Συνόδου).
Αυτή η πολιτειοκρατική αντίληψη –πού τελικά ούτε στους νόμους της Πολιτείας υπακούει αν δεν την συμφέρουν– συνιστά έναν εν τη πράξει Προτεσταντισμό.
Η παρεκκλησιαστικότητα της Ιεράς Μονής θα φανή και από τα όσα θα παρατεθούν πιο κάτω.

2. Αλλοίωση του μοναχικού πολιτεύματος
Η Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως είναι κατ’ όνομα Μονή, στην πραγματικότητα όμως λειτουργεί ως μια κοσμική οργάνωση-σωματείο, η οποία δημιουργήθηκε εντός της πόλεως, ουσιαστικά για να κυριαρχήση στην πόλη και να καταλάβη την Μητροπολιτική έδρα.
Πρός τούτο ιδρύθηκαν και λειτουργούν Εταιρείες, Σωματεία και Σύλλογοι, οι οποίοι δορυφορούν την Ιερά Μονή και παρατηρείται διοικητική και οικονομική σύγχυση όλων αυτών των μορφωμάτων. Ο Ηγούμενος και οι μοναχοί αποτελούν μέλη και της Μονής και των διαφόρων Σωματείων και Εταιρειών.
Οπωσδήποτε όλος αυτός ο τρόπος λειτουργίας της Ιεράς Μονής είναι αντικανονικός και είναι από τους λόγους για τους οποίους τιμωρήθηκε από το Συνοδικό Δικαστήριο ο τότε Ηγούμενος π. Σπυρίδων Λογοθέτης με την ποινή της εκπτώσεως εκ της θέσεώς του, η οποία απόφαση δεν τηρείται.
Η Ιερά Σύνοδος έχει αποφανθή:
«Η άσκησις της εμπορίας ή πάσης αυτή συναφούς πράξεως τυγχάνη απαράδεκτος δι’ ό και απηγορευμένη εις τους Μοναχούς, εις τους πάσης φύσεως Κληρικούς, αλλά και κυρίως εις τους εκ της τάξεως των Μοναχών προερχομένους Κληρικούς» (2005/15-6-2006 Ι. Συνόδου).
Ο πρώην Ηγούμενος της Μονής καταδικάσθηκε από το Δευτεροβάθμιο Συνοδικό Δικαστήριο για αλλοίωση «τού ορθοδόξου μοναχισμού, δια συμπήξεως Σωματείων και εμπορικών Εταιρειών (Ε.Π.Ε.)» «μετά των υπ’ αυτού καθοδηγουμένων μελών της μοναχικής του Αδελφότητος, ούς και παρέσυρεν εν τη ειρημένη αποκλίσει από του ορθοδόξου μοναχικού πολιτεύματος, εισάγων κοσμικάς αντιλήψεις και μεθοδεύσεις εν ταίς καρδίαις αυτών» (9/2006 Απόφαση Δευτεροβαθμίου Συνοδικού Δικαστηρίου).

3. Αυθαιρεσίες – Παρανομίες
Όλα τα κτήρια, τα οποία έχουν ανοικοδομηθή στην Ιερά Μονή είναι κατά διαφόρους βαθμούς αυθαίρετα και παράνομα. Αυτό αποδεικνύεται από το ότι δεν προσκομίζονται τα εγκεκριμένα σχέδια που απεικονίζουν τα κεντρικά κτήρια στην Ιερά Μονή, προφανώς γιατί δεν ανταποκρίνονται με την υπάρχουσα κατάσταση, και από αυτοψίες που έγιναν από την Ναοδομία και την Πολεοδομία.
«Εν περιπτώσει απωλείας των εγκεκριμένων δια της αδείας ανοικοδομήσεως της Ιεράς Μονής αρχιτεκτονικών στοιχείων, ήτοι υπάρχοντος μόνου του στελέχους της εν λόγω αδείας δομήσεως δεν δυνάμεθα να αποφανθώμεν περί της νομιμότητος των υπαρχόντων κτιρίων, καθώς δεν δύναται να ελεγχθή πλέον εάν πράγματι τηρούνται ή όχι τα εγκεκριμένα σχέδια. Ελέγχεται βεβαίως κατά πόσον η απώλεια των εγκριθέντων αρχιτεκτονικών σχεδίων είναι αληθής ή εικονική. Εις τοιαύτην όμως περίπτωσιν κωλύεται η συνέχισις των εργασιών ανεγέρσεως, η δε εξακολούθησίς των είναι παράνομος, καθ’ όσον δεν είναι δυνατός ο έλεγχος της κατασκευής και η θεώρησις της αδείας» (4658/2-10-2008 ΕΚΥΟ).
Ο Ξενώνας που ανεγέρθηκε στην Ιερά Μονή είναι αυθαίρετο κτίσμα και σύμφωνα με απόφαση της Πολεοδομίας πρέπει να κατεδαφιστή. Η υπόθεση εκκρεμεί στα πολιτικά Δικαστήρια στα οποία προσέφυγε η Μονή.
«Η Ιερά Μονή ανήγειρε Ξενώνα άνευ αδείας της Ναοδομίας, άνευ γνώσεως του Μητροπολίτου και άνευ εγκρίσεως δημοπρασιών υπ’ αυτού, εν συνεχεία δε παρεπλάνησε την Πολεοδομίαν Ναυπάκτου ίνα μετατρέψη τον εν λόγω Ξενώνα εις Κέντρον Εκπαιδευτικής Κατάρτισης (Κ.Ε.Κ.)» (1634/9-5-2003 Ι. Συνόδου).
Για το νέο Καθολικό της Ιεράς Μονής εξεδόθη άδεια ανεγέρσεως από την Ναοδομία της Εκκλησίας της Ελλάδος, αλλά δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις της ανεγέρσεως, ήτοι έγκριση δημοπρασιών, εγγραφή στους απολογισμούς και προϋπολογισμούς κλπ. και η Ναοδομία απεφάνθη ότι υπάρχει πρόβλημα. Έγραφε στον Μητροπολίτη: 
«Θεωρούμεν ευσεβάστως ότι, εάν δεν έχουν τηρηθή αι ως άνω κείμεναι διατάξεις, οφείλετε να δηλώσετε ότι δεν επευλογείτε τάς οικοδομικάς εργασίας, ότι δεν πρόκειται να τελέσητε τα θυρανοίξια του Ι. Ναού και να καλέσητε την εν λόγω Ιεράν Μονήν να τηρήση τάς νομίμους διαδικασίας δια της Ι. Μητροπόλεως, εάν επιθυμεί την ολοκλήρωσιν του Ναού, δηλών ότι άνευ τοιαύτης προβλεπομένης υπό των νόμων και των κανονισμών διαδικασίας πάσα εργασία ανεγέρσεως του Ι. Ναού είναι παράνομος» (4658/2-10-2008 ΕΚΥΟ).

4. Ανέλεγκτη διαχείριση
Η Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως δεν δέχεται έλεγχο ούτε από την Μητρόπολη, ούτε από την Ιερά Σύνοδο ούτε από τους επιθεωρητάς δημοσίων διαχειρίσεων.
Η Ιερά Μητρόπολη δεν ενέκρινε τους απολογισμούς που κατατίθενται, επειδή ήταν πλασματικοί, δηλαδή δεν εγγράφονταν ποσά που εισπράττονται από το Κράτος. Ήδη η Μονή είναι ανέλεγκτη από τα έτη 1997-1998 μέχρι σήμερα.
Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος διέταξε έλεγχο και απεστάλησαν επιθεωρητές της ΕΚΥΟ, αλλά η Ιερά Μονή δεν δέχθηκε να γίνη έλεγχος, προσέφυγε μάλιστα στο Σ.τ.Ε εναντίον της αποφάσεως της Εκκλησίας για να μήν γίνη έλεγχος από την Ε.Κ.Υ.Ο.
Η Ιερά Σύνοδος διαπιστώνει για την Ιερά Μονή ότι «δέν συνεμορφώθη έως σήμερον προς τάς εντολάς του Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγ. Βλασίου κ. Ιεροθέου περί διενεργείας διαχειριστικού ελέγχου και περί παραδόσεως βιβλίων και στοιχείων εις την Ιεράν Μητρόπολιν Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου, ώστε να παραμένη παντάπασιν ανέλεγκτος υπό των εκκλησιαστικών αρχών η εν λόγω εκκλησιαστική διαχείρισις» (4905/22-8-2011 Ι. Συνόδου).
Ακόμη δε και ο έλεγχος από τους επιθεωρητές δημοσίων διαχειρίσεων δεν ολοκληρώθηκε από το έτος 2005, διότι δεν προσκομίζονται στους επιθεωρητές τα αιτηθέντα στοιχεία. Αποτελεί πρόκληση το ότι διετάχθη έλεγχος από το 2005 με διϋπουργική απόφαση, ήτοι του Υπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Εθνικής Παιδείας, ανακοινώθηκε στην Βουλή των Ελλήνων και δεν έχει ολοκληρωθή για επτά (7) ολόκληρα χρόνια.
Ο Επιθεωρητής της ΕΚΥΟ διεπίστωσε ότι: «Από όσα στοιχεία διαθέτουμε προκύπτει ότι η διαχείριση της Μονής λειτουργεί υπό ένα ιδιότυπο μεθοδευμένο καθεστώς, το οποίο εν πολλοίς καταστρατηγεί τον Νόμο» και ότι «η πεισματική, εκ μέρους της Μονής, παρεμπόδισή μας να προσεγγίσουμε τα διαχειριστικά στοιχεία θεμελιώνει αρκούντως το τεκμήριο της αδυναμίας αντοχής στον έλεγχο» (77/29-10-2001).

5. Αδιαφάνεια και κατάχρηση εκκλησιαστικού και δημοσίου χρήματος
Το προηγούμενο δείχνει ότι υπάρχει αδιαφάνεια στα οικονομικά της Ιεράς Μονής με την σύγχυσή της με τις Εταιρείες και τα Σωματεία και την μη ολοκλήρωση του ελέγχου. Εύλογα, συνεπώς, είναι τα ενδεχόμενα κατάχρησης δημοσίου και εκκλησιαστικού χρήματος.
Απόδειξη αυτού του γεγονότος είναι ότι η Ιερά Μονή εισέπραξε παρανόμως από την ΔΟΥ Ναυπάκτου υψηλά ποσά ΦΠΑ και ύστερα από έλεγχο εντέλλεται να επιστρέψη στο Κράτος περίπου 1,2 εκατομ. ευρώ. Η Ιερά Μονή προσέφυγε στα Δικαστήρια εναντίον της αποφάσεως της Δ.Ο.Υ. Ναυπάκτου και απερρίφθησαν οι προσφυγές τους, οπότε οφείλει να τα επιστρέψη.
Επίσης, στην Ιερά Μονή έγινε επένδυση ύψους 650 εκατομμ. δρχ. και από τον έλεγχο που έγινε αποδείχθηκε ότι η επένδυση είναι προβληματική, διότι δεν προσκομίσθηκαν τα απαραίτητα στοιχεία και ήδη διερευνάται το να εκδοθή απόφαση να επιστραφούν στο Κράτος τα εισπραχθέντα από την Ιερά Μονή ποσά.
Από τα γεγονότα αυτά τεκμαίρεται όχι μόνον αδιαφάνεια, αλλά και βάσιμο ενδεχόμενο κατάχρησης του εκκλησιαστικού και δημοσίου χρήματος.
Ο Επιθεωρητής της ΕΚΥΟ διαπιστώνει:
«Η όλη αρνητική συμπεριφορά της Μονής και η εκδηλωθείσα παρακώλυση του ελέγχου είναι παράνομη, προκλητική και ασφαλώς περιφρονητική έναντι της εννόμου τάξεως, της Ιεράς Συνόδου και του έχοντος την εντολή ελέγχου Επιθεωρητού. Παρόμοιες τακτικές δεν συμβάλλουν ή μάλλον έχουν αρνητικές επιπτώσεις στην εμπέδωση της νομιμότητος, της ευταξίας, της διαφάνειεας και της χρηστής διαχειρίσεως στον εκκλησιαστικό χώρο» (Αναφορά, 51/19-2-2001).

6. Ακυβερνησία της Ιεράς Μονής
Ύστερα από ανακρίσεις που έγιναν από Γραμματέα της Ιεράς Συνόδου σχηματίσθηκε πόρισμα 400 περίπου σελίδων και το Δευτεροβάθμιο Συνοδικό Δικαστήριο επέβαλε στον τότε ηγούμενο Σπυρίδωνα Λογοθέτη το 2006 την ποινή της εκπτώσεως εκ της θέσεως του Ηγουμένου. Η απόφαση επικυρώθηκε από το Σ.τ.Ε. μετά από προσφυγή του ιδίου του πρώην Ηγουμένου. Παρά ταύτα στην Ιερά Μονή για έξι (6) χρόνια δεν υπάρχει νόμιμη διοίκηση Ηγουμενοσυμβουλίου.
Ήδη όλο αυτό το διάστημα από το 2006 μέχρι σήμερα στην Ιερά Μονή παρουσιάζονται τρεις Ηγούμενοι. Ο τιμωρηθείς π. Σπυρίδων Λογοθέτης που εξακολουθεί να φέρη τα διακριτικά γνωρίσματα του Ηγουμένου  ο εκλεγείς από την Αδελφότητα π. Ειρηναίος Κουτσογιάννης, ο οποίος παραιτήθηκε,  ανεκάλεσε την παραίτηση και ποτέ δεν ανέλαβε την ηγουμενία  και ο π. Ιερώνυμος Δελημάρης, οποίος εξελέγη παρανόμως Ηγούμενος, ενώ είχε το επιτίμιο της ακοινωνησίας.
Δεν υπάρχει προηγούμενο σε Ιερά Μονή, η οποία αποτελεί κατά νόμο Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, που να μήν υφίσταται διοίκηση και να εξακολουθή να φέρεται ως Ηγούμενος ο καταδικασθείς από τα Συνοδικά Δικαστήρια, για τον οποίον ρητώς το Σ.τ.Ε. απεφάσισε να απομακρυνθή από την διοίκηση της Μονής, με εντελώς αυστηρή διατύπωση, ήτοι «γιά λόγους δημοσίου συμφέροντος».
Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος διαπιστώνει ότι: «Συνιστά δε απείθεια ολοκλήρου της Αδελφότητος η μη εισέτι εκλογή νέου Ηγουμένου» (3663/30-10-2009 Ι.Συνόδου). Το δε νέο Ηγουμενοσυμβούλιο που εξελέγη μετά από τέσσερα έτη από την έκπτωση του πρώην Ηγουμένου «παρά την απόρριψιν των κατά της ανωτέρω αποφάσεως του Συνοδικού Δικαστηρίου αιτήσεων αναστολής (ΕπΑνΣτΕ 512/2007, 267/2009) και αιτήσεως ακυρώσεως (ΣτΕ 686/2011) μέχρι σήμερον δεν έχει αναλάβει καθήκοντα» (4904/22-8-2011).

7. Ποινικά αδικήματα
Εναντίον της Ιεράς Μονής εκινήθη η πολιτική δικαιοσύνη. Ήδη εξεδόθηκαν δύο αποφάσεις. Η μία απόφαση για απείθεια επειδή δεν προσεκόμισαν στους επιθεωρητές τα αιτηθέντα για να γίνη έλεγχος και επεβλήθη στους υπευθύνους της Μονής 4 μήνες φυλακή με αναστολή. Η δεύτερη απόφαση για αντιποίηση αρχής και επεβλήθη η ποινή 4 μηνών φυλάκισης με αναστολή, διότι ενώ δεν υφίσταται κανονικό και νόμιμο Ηγουμενοσυμβούλιο, εν τούτοις υπέγραφαν διάφορα έγγραφα παρανόμως. Υπήρξαν και βαρειές καταδίκες για τον θάνατο του Γεωργίου Κουτσοσπύρου στις Κατασκηνώσεις της Ι. Μονής.
Η Ιερά Σύνοδος απεφάνθη:
«Επί πλέον δε η εν λόγω Ιερά Μονή δια των εκνόμως εμφανιζομένων ως δήθεν νομίμων εκπροσώπων της θέτει προσκόμματα εις το ελεγκτικόν έργον… ως συνάγεται τόσον εκ της από 27.4.2011 εκθέσεως γεγονότων των εν λόγω Επιθεωρητών, όσον και ήδη εκ της από 24.6.2011 καταδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπάκτου περί επιβολής ποινής φυλακίσεως τεσσάρων μηνών επί τριετεί αναστολή δι’ απείθειαν κατ’ εξακολούθησιν…» (4904/22-8-2011).

8. Καταφρόνηση αποφάσεων της Ιεράς Συνόδου
Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, το έτος 2007 επέβαλε την ποινή της ακοινωνησίας στους τέσσερεις υπευθύνους μοναχούς επειδή, σύν τοίς άλλοις, δεν εφαρμόζουν τις πάνω από 60 αποφάσεις της.
Εξαναγκάσθηκε δε η Σύνοδος το έτος 2011 να επεκτείνη το επιτίμιο της ακοινωνησίας σε όλη την Αδελφότητα και να προκαλέση την έκδοση Προεδρικού Διατάγματος για την κατάργηση του Νομικού Προσώπου της Ιεράς Μονής και την συγχώνευσή της με την Ιερά Μονή Αμπελακιώτισσας.
Τελευταία δε επειδή η Ιερά Μονή δεν έδειξε πνεύμα συνεργασίας για να λυθούν τα κανονικά και νομικά ζητήματα η Ιερά Σύνοδος επέμεινε στα επιτίμια της ακοινωνησίας και παρήγγειλε στον Μητροπολίτη να διορίση τριμελή Επιτροπή για την διοίκηση και διαχείριση της Μονής, διέγραψε δε δύο μέλη της από το μοναχολόγιο.
Οι αποφάσεις αυτές της Ιεράς Συνόδου είναι αποτέλεσμα της πλήρους ανταρσίας της Ιεράς Μονής προς την Μητρόπολη και κυρίως την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Σε Συνοδική Απόφαση γράφεται:
«Η Ιερά Σύνοδος επισημαίνει και υπογραμμίζει την έντονον αποδοκιμασίαν Αυτής δια την εκδήλως αναδιδομένην καταφρόνησιν Αυτής, τόσον ως προς την αποπνέουσαν εμπαιγμόν και ανεπίτρεπτον μεθοδείαν ενέργειαν όσον και ως προς το προσβλητικόν και υβριστικόν περιεχόμενον του κειμένου» (3663/30-10-2009).
Η σημαντική απόφαση της Ιεράς Συνόδου κατόπιν εξουσιοδοτήσεως της Ιεραρχίας, αποφαίνεται προς τον τότε Ηγούμενο:
«Μέ τάς πράξεις ταύτας, διεπράξατε το κανονικόν παράπτωμα της απειθαρχίας, ανυπακοής και ανταρσίας, ουχί μόνον προς τον κατά τους Ιερούς Κανόνας Ποιμενάρχην υμών, αλλά και προς την Ιεράν Σύνοδον της Εκκλησίας» (4388/19-12-2001).

9. Μή εφαρμογή αποφάσεων του Σ.τ.Ε.
Οι υπεύθυνοι της Μονής προσέφυγαν επανειλημμένως εναντίον της Μητροπόλεως, του Μητροπολίτου και της Ιεράς Συνόδου στα πολιτικά δικαστήρια. Ο αριθμός των προσφυγών, μηνύσεων, αγωγών ανέρχεται στον αριθμό των διακοσίων (200) !! Μέχρι τώρα έχουν αλλάξει δέκα (10) τουλάχιστον δικηγορικά γραφεία και προκάλεσαν, με υψηλές φυσικά αμοιβές, γνωμοδοτήσεις από καθηγητές Πανεπιστημίου, χωρίς να επιτυγχάνουν του σκοπού τους.
Ειδικότερα προσέφυγαν επανειλημμένως στο Σ.τ.Ε. και έχασαν όλες  τις υποθέσεις –εκτός από μία για τυπικούς λόγους–, εκκρεμούν δε και μερικές άλλες.
Χαρακτηριστικές περιπτώσεις μη εφαρμογής των αποφάσεων του Σ.τ.Ε. είναι οι: περί ελέγχου από την ΕΚΥΟ (23-3-2001, 777/2001 Ε.Αν., 1391/2001), περί προσκομίσεως στην Μητρόπολη των πρωτοτύπων παραστατικών στοιχείων (770/2004 Ε.Αν. και Πρακτικά Παραίτησης 1754/2004), περί της ακοινωνησίας (685/2011) και περί της ποινής της εκπτώσεως εκ της θέσεως του Ηγουμένου (686/2011). Όλες οι σχετικές προσφυγές τους απορρίφθησαν και όμως η Μονή δεν τις τήρησε.
Πλήρης ανταρσία και ως προς την πολιτική δικαιοσύνη.
Ήδη προσέφυγαν στα Ευρωπαϊκά Δικαστήρια εναντίον της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος.

10. Διχασμός και εχθροπάθεια
Ο αντικανονικός τρόπος με τον οποίο είναι διοργανωμένη η Ιερά Μονή και η νοοτροπία που την διέπει, είχε ως αποτέλεσμα να σχηματισθή ένας κύκλος οπαδών, οι οποίοι παραβλέπουν οικειοθελώς όλες τις παρανομίες και τις αντικανονικότητες της Μονής, αγνοούν τα ποινικά αδικήματα που υφίστανται και την αδιαφάνεια στην διαχείριση εκκλησιαστικού και δημοσίου χρήματος, επιδίδονται δε με την συμβουλή και την παρακίνηση των υπευθύνων της Μονής, σε μια κατασυκοφάντηση του Μητροπολίτου και της Ιεράς Συνόδου, οι οποίοι θέλουν να επιβάλλουν την κανονική τάξη και την διαφάνεια. Έτσι υποπίπτουν σε πολλές αντικανονικότητες που ασφαλώς έχουν επιπτώσεις στην πνευματική τους ζωή.
Η εχθροπάθεια των μελών και των οπαδών της Μονής εναντίον της Αρχιερωσύνης είναι παροιμιώδης και φθάνει μέχρι την ασέβεια. Και αυτό οφείλεται στην νοοτροπία του καθοδηγητού τους που θεωρεί την κανονική αναφορά του στον Μητροπολίτη ως «νομικόν καθήκον» (64/26-5-2003).
Η Ιερά Σύνοδος απεφάνθη:
«Πρόκειται περί σπανίας μορφής εκκλησιαστικής ασθενείας και κυοφορίας εκκλησιαστικού σχίσματος και παρασυναγωγής» (3663/30-10-2009).
Ο πρώτος από τους οκτώ συγκεκριμένους όρους που έθετε η Ιερά Σύνοδος στην Ιερά Μονή με την σημαντική απόφασή της κατόπιν εξουσιοδοτήσεως της Ιεραρχίας (Οκτ. 2001) ήταν:
«Το συντομώτερον δυνατόν, δέον όπως αποκαταστήσητε τάς σχέσεις υμών μετά του κανονικού Ποιμενάρχου υμών και παύσητε την ανταρσίαν και την ανυπακοήν, ήτις εξελίσσεται εις εν δυνάμει σχίσμα, ώστε δια του τρόπου τούτου να βαδίσητε τον δρόμον της σωτηρίας και του αγιασμού εις όν εκλήθητε και τούτο είναι απαραίτητον, «μήπως άλλοις κηρύξαντες, αυτοί αδόκιμοι γένησθε»» (4388/19-12-2001).
Το Δευτεροβάθμιο Συνοδικό Δικαστήριο έκρινε ότι ο πρώην Ηγούμενος «υπεκίνησεν κληρικούς και λαϊκούς εις εχθροπάθειαν κατά του οικείου αυτών Ποιμενάρχου, του Σεβασμ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιεροθέου, διαδίδων συκοφαντικούς και αναληθείς ισχυρισμούς εις βάρος Αυτού» (9/2006).
Ο Εισηγητής στην Σύνοδο της Ιεραρχίας Σεβ. Μητροπολίτης Ηλείας κ. Γερμανός είπε μεταξύ άλλων: «Κατ’ εξακολούθησιν και με συγκεκριμένες πράξεις δείχνουν την ανυπακοήν τους εις τον κυριάρχην Επίσκοπόν τους, παραβαίνοντες τάς προφορικάς και εγγράφους αυτού εντολάς, διαδίδουν κατ’ αυτού ψευδείς ειδήσεις και συκοφαντίας, που φθάνουν στα όρια των κανονικών παραπτωμάτων της ανταρσίας, της φατρίας και της τυρείας» (Οκτ. 2001).

Μέ πολλή συντομία, αυτός είναι ο συνοπτικός, οπωσδήποτε δε μερικός, δεκάλογος εκτροπής της Ιεράς Μονής από την κανονική, εκκλησιαστική και νόμιμη τάξη. Η Ιερά Σύνοδος επανειλημμένως έχει συστήσει Επιτροπές από Ιεράρχες και Ηγουμένους προκειμένου να λυθούν τα θέματα, αλλά πάντοτε προσέκρουε στην απείθεια των υπευθύνων της Μονής. Ο Μητροπολίτης πολλές φορές προσπάθησε να λύση τα θέματα, όμως η Ιερά Μονή δεν έκανε κάποιο βήμα για την ομαλοποίηση των θεμάτων. Αντίθετα μάλιστα επεδόθη σε μια κατασυκοφάντηση, είτε δια των ανακοινώσεων κατά τις εορταστικές εκδηλώσεις στην Ιερά Μονή είτε με ανώνυμα κείμενα, τα οποία εξεδόθησαν με την δική τους ασφαλώς υποκίνηση και από διάφορα πρόσωπα, τα οποία δεν γνωρίζουμε σε τί αποβλέπουν.
Η περίπτωση της Ιεράς Μονής δείχνει σαφέστατα ποιοί είναι ορθόδοξοι μοναχοί και ποιοί όχι  ποιά είναι μέλη πραγματικά της Εκκλησίας και ποιοί ανήκουν σε παρεκκλησιαστικές οργανώσεις  ποιοί είναι μαθητές του Χριστού και ποιοί είναι οπαδοί αυτονομημένων Κληρικών και μοναχών που δεν σέβονται την εκκλησιαστική τάξη και τους κανόνες της Εκκλησίας. Και όλοι οι «Χριστιανοί» αυτοί λησμονούν το «πάντα ευσχημόνως και κατά τάξιν γινέσθω» (Α’ Κορ. ιδ’, 40) και ότι στο τέλος θα επικρατήση ο πνευματικός νόμος.

Εκ της Ιεράς Μητροπόλεως



Ετικέτες